Το μικρό χωριό της Μάνης.
Θα σας διηγηθώ μια ιστορία από το μικρό χωριό της Μάνης, εκεί που πρωτοπήγα με τους γονείς μου και έζησα τα πρώτα και πιο γλυκά χρόνια της νιότης μου.
Το μικρό χωριό της Μάνης ήταν πράγματι πάρα πολύ μικρό. Αριθμούσε περίπου 15 με 20 πυργόσπιτα, με σήμα κατατεθέν τον πιο ψηλό πύργο, αυτόν της οικογένειάς μας, που τον προστάτευε στη βάση του ένα πελώριο κανόνι! Όλο το χωριό φαινόταν να προστατεύεται από αυτό το κανόνι. Δεν ήταν σύνηθες στα χωριά να βλέπουμε κανόνια, και σε εμάς τα παιδιά τότε έκανε εντύπωση, αλλά παράλληλα μας τόνωνε το συναίσθημα της περηφάνιας για την οικογένειά μας, το σόι μας. Οι ηλικιωμένοι του χωριού μας έλεγαν ότι, με την παρουσία αυτού του κανονιού, μπορέσαμε να διεκδικήσουμε και να πάρουμε τελικά αυτά τα λίγα μέτρα γης, ώστε να χτιστεί το μικρό χωριό μας που στέγασε όλο το σόι μας.
Advertisement
Και μια που είπα ηλικιωμένοι (!!), ας τους πάρουμε έναν-έναν με τη σειρά, όπως εγώ τους θυμάμαι:
Δεν θα πω για τον παππού μου και την γιαγιά μου, γιατί δεν τους πρόλαβα, άρα δεν έχω αναμνήσεις να διηγηθώ. Ο πρώτος που θυμάμαι και έχω στο μυαλό μου είναι ο παππούς ο Θοδωράκης. Η ευγένεια και η ταπεινότητα που τον χαρακτήριζαν μου είχαν κάνει εντύπωση. Στη Μάνη σπάνια διέκρινες ευγενείς γέροντες. Συνήθως η έκφρασή τους, κάτω από τα πελώρια ψάθινα καπέλα τους και το καψαλισμένο από τον ήλιο πρόσωπό τους, ήταν σκληρή, ωμή. Τα λόγια τους ήταν ορθά και κοφτά. Ο πληθυντικός σε αυτούς τους ανθρώπους δεν ταίριαζε ποτέ. Ο μπάρμπα-Θοδωράκης ξεχώριζε, είναι αλήθεια! Ο πατέρας μου τον φώναζε «Σκυλίτση», θέλοντας να τονίσει την εργατικότητα, αλλά και τη μεθοδικότητά του. Μου έχει μείνει έντονα η εικόνα του ως ενός από τους πιο πράους ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή μου.
Η κυρά του, η Παρασκευή ή Παρασκή για τους χωριανούς, ήταν μια γνήσια Μανιάτισσα, σαν αυτές που διαβάζουμε στα βιβλία για τις μητριαρχικές κοινωνίες. Στυβαρή, με ολίγα κιλά παραπάνω, στεντόρεια φωνή, χρησιμοποιούσε γνήσιες μανιάτικες φράσεις που πολλές φορές δυσκολευόμασταν να καταλάβουμε και ζητούσαμε διερμηνέα να μας τις εξηγήσει! Όλοι οι γλωσσικοί ιδιωματισμοί της Μάνης έβγαιναν από το στόμα της: «Να έχετε το νου ζας, έχει πολλές μελιγιές, μην σας ετσιμπήσουσι και που να ιδάεις στους γιατρούς!». Ο μπάρμπα-Θοδωράκης με την καλή του είχαν τέσσερις γιούς λεβέντες: τον Νίκο, τον Μιχάλη, τον Γεωργούλια και το άτυχο Μητσή. Ο θείος ο Μητσής έφυγε πρόωρα, σκορπίζοντας θλίψη σε όλο το χωριό. Άδικο για μια μάνα να κλαίει τον χαμό του παιδιού της. Η γυναίκα του όμως, η Βενέτα από το Μαυροβούνι, σαν κέρβερος μεγάλωσε τα τρία παιδιά τους: τον Θοδωρή (Λόρι), την Παρασκευή (Βιβή) και την Κυριακή (Κική). Ο Θοδωρής (Λόρις) διέπρεψε ως αστυνομικός. Ο μεγάλος γιός ο Νίκος παντρεύτηκε την Πέρσα την Μυτηλινιά αποκτώντας 2 παιδιά το Θοδωρή και την Δέσποινα, ο Μιχάλης παντρέυτηκε την Κυριακή (Κούλα) Ψυκακίτσα από την Αγία Κυριακή αποκτώντας 2 παιδιά τον Θοδωρή και την Παρασκευή (Βιβή) και ο Γεωργούλιας ο φύλακας φυλακών Κορυδαλλού παντρεμένος με την Ειρήνη από το Μέζαπο την Γεωργουλάκου, κόρη του “Πασπαλά” έχοντας αποκτήσει τρεις κόρες: την Παρασκευή, την Θεοδώρα και την Παναγιώτα.
Δίπλα από τον πύργο μας, στο μικρό χωριό της Μάνης, ζούσε ο αδερφός του μπάρμπα-Θοδωράκη, ο Γιωργούλιας (Γιώργος). Ξεχώριζε για το μουστάκι του και για την επιμέλεια στο ντύσιμό του. Το μουστάκι του ήταν μακρόσυρτο, σαν ευθεία γραμμή, και κομψά ψαλιδισμένο. Τα μαλλιά του ψαρά και πάντα περιποιημένα. Όσο ευγενής ήταν αυτός (όχι τόσο όσο ο αδερφός του, ο μπάρμπα-Θοδωράκης),παραδόξως, αυστηρή και άκρως παραδοσιακή μανιάτισσα ήταν η γυναίκα του, η Καλλιόπη από τους Καλλονιούς.Υπήρξε γυναίκα σκληρή και αδιαπραγμάτευτη ακολουθώντας πιστά τους πιο σκληρούς και άγραφους νόμους της Μάνης !! Η γιαγιά η Καλλιόπη ήταν ο ορισμός της μητριαρχικής κοινωνίας στην Μάνη! Τα παιδιά τους; Ο Μιχάλης ο ταχυδρόμος (λόγω της εργασίας του στον Πειραιά), δύο κόρες, η Μαρία και η Ελένη, και η Βαγγελίτσα που παντρεύτηκε τον «Ψουρόγιαννη», τον Θοδωρή. Ο Μιχάλης παντρεμένος με την δασκάλα την Βάσω, έχει δυο παιδιά τον Γιώργο και την Κέλλυ (Καλλιόπη). Ο Γιώργος επιφανής Ιατρός και η Κέλλυ με Πανεπιστημιακή μόρφωση. Ο Η Μαρία απέκτησε δυο κόρες , αν και προώρα έχασε τον άντρα της , ενώ η Ελένη δυο γιούς τον Αντρέα και τον Παύλο παντρεμένη με τον Γιάννη Ιωαννίδη , πόντιο στην καταγωγή. Η Βαγγελίτσα με τον Θοδωρή τον Ψαρόγιαννη απέκτησαν δυο γιούς τον Γιάννη και τον Γιώργο.
Στο μικρό χωριό της Μάνης, δίπλα από τον πύργο μας, μεσοτοιχία, γνώρισα τον παππού τον Δημήτρη και τη γιαγιά τη Φωφό. Δεν έμειναν ποτέ μόνιμα στο χωριό, από όσο θυμάμαι. Είχαν δύο γιους, τον Βασίλη και τον Χάρη. Ο Βασίλης μαυροφόρεσε όλο το χωριό, αφού ο Θεός τον πήρε κοντά του αγγελούδι, μόλις 26 ετών. Ήταν αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Έμεινε ο Χάρης, ως και σήμερα, έχοντας δύο κόρες. Την Φένια και την Χαρίνα. Η οικογένειά τους ξεχώριζε στα μάτια μου για την αριστοκρατική της παρουσία στο μικρό χωριό μας. Αν και πολύ φιλικοί, διατηρούσαν ένα απόμακρο προφίλ: λίγα λόγια και με νόημα. Θυμάμαι όμως την γιαγιά την Φωφό , κάθε χρόνο να με παίρνει τηλέφωνο στα γενέθλια μου δίνοντας άπειρες ευχές. Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ!!
Απέναντί τους, η θεία μου η Ουρανία (Οικονομάκη από την Έλια) και ο μπάρμπα-Παναγιώτης, το «Ποτάκι», όπως τον έλεγαν χαϊδευτικά. Ξεχώριζε ως ο μορφωμένος του χωριού. Ήταν άνθρωπος αυστηρός, περιεκτικός, κλασικός Μανιάτης, που μου έκανε μάθημα στο γυμνάσιο. Η Ουρανία, η γυναίκα του, γλυκιά μάνα για τα τρία της παιδιά (τον Θοδωρή, την Μάτα και την Ρούλα), αλλά και σκληρή στις αποφάσεις της για τις τύχες της περιουσίας τους.
Τον παππού τον Γιαννούλια δεν τον γνώρισα, δεν πρόλαβα. Γνώρισα τη γιαγιά τη Γιαννούλενα (από το όνομα καταλαβαίνεις πώς το απέκτησε), μια γυναίκα με το κλασικό μανιάτικο τσεμπέρι στο κεφάλι και παραδοσιακή μανιάτικη φιγούρα. Πρόλαβα τα δύο παιδιά τους, τον Μιχάλη και τη Βούλα. Ο Μιχάλης ήταν ένας ιδιότροπος Μανιάτης, με πολλή μόρφωση όμως, αν και η δουλειά του ήταν στο λιμάνι. Με την γυναίκα του την Σταματούλα απέκτησαν πέντε παιδιά, και μάλιστα ο ένας (Γιάννης) ποδοσφαιρισταράς που, λόγω του εκρηκτικού χαρακτήρα του, δεν έκανε καριέρα σε μεγάλη ομάδα! Η αδελφή του (του Μιχάλη), η Βούλα, με τον άντρα της τον Λιναρδάτο, μεγαλούργησε έχοντας κάνει ένα πρότυπο σχολείο στο Περιστέρι και μάλιστα για όλες τις βαθμίδες.
Το μικρό χωριό της Μάνης δεν έχει πολλούς ακόμη. Γνώρισα τον θείο μου τον Βαγγέλη με τα τρία παιδιά του και τη γυναίκα του, την Ελευθερία (το γένος Σάσσαρη από το Μέζαπο). Ο Βαγγέλης είχε αδέρφια τον Παναγιώτη με τις τρεις κόρες και τον Μητσή (επίσης τρεις κόρες) που ήταν στρατιωτικός.Είχε και άλλα αδέλφια. Αυτούς όμως γνώρισα! Ο ένας τους γιος (του Βαγγέλη), ο Αιμίλιος, διέπρεψε στο εξωτερικό ως διδάκτωρ Πανεπιστημίου, ο άλλος, ο Μιχάλης, ως υψηλόβαθμος στην Πυροσβεστική, και η μικρή αδερφή τους, η Γεωργία, που παντρεύτηκε και έμεινε στη Σπάρτη, δουλεύοντας στο ταχυδρομείο.
Μένει ο μπάρμπα-παππούς Κούλης (Κυριάκος) με τη γιαγιά την Κούλενα. Καλοσυνάτος σε εμάς τα παιδιά, αλλά στριφνός και έτοιμος για φασαρίες όταν γίνονταν κάτι που δεν του άρεσε, κυρίως στα περιουσιακά. Από τα παιδιά τους γνώρισα τον Δικαίο, έναν ιδιότροπο άνθρωπο, ο οποίος επέλεξε να εγκατασταθεί στο μικρό χωριό της Μάνης όντας συνταξιούχος, με πολλά «συν» αλλά και «πλην» στον χαρακτήρα του.Ήταν παντρεμένος με την Χρυσούλα, μια καλοσυνάτη και αγνή γυναίκα με την οποία απέκτησαν 4 παιδιά. Το ένα , ο Κυριάκος, έφυγε πρόωρα από την ζωή. Ο αδελφός του Δικαίου ήταν ο Παναγιώτης με γυναίκα την Βενέτα , τον οποίο δεν γνώρισα ποτέ. Είχε παιδιά τον Κώστα, τον Κυριάκο , την Βούλα και την Θεοδώρα. Όλοι τους αξιοπρεπείς και με καλές οικογένειες. Η Βούλα την οποία γνώρισα περισσότερο έφυγε πρόωρα από την ζωή έχοντας φέρει με τον άντρα της τον Γιγή 4 λεβέντες. Τον Γιάννη, τον Παναγιώτη , τον Λευτέρη και τον Δημήτρη. Ο Παναγιώτης (συμμαθητής μου) έξελίχθηκε περισσότερο αφού έγινε Καπετάνιος.
Για το τέλος άφησα τον παππού τον Κυριάκο, «Κοτσολιό» το παρατσούκλι του, με την Ελένη, τη γυναίκα του την «Κυριάκαινα». Εδώ κάνω στάση, γιατί ο μπάρμπα-Κυριάκος «Κοτσολιός» ήταν η αγάπη των μικρών παιδιών! Η αστείρευτη φαντασία του και το όμορφο χιούμορ του έκαναν μικρούς και μεγάλους να χαίρονται να είναι παρέα του. Τα φεγγαρόλουστα βραδάκια στις γεμάτες τότε ρούγες, όταν όλοι όσοι ανέφερα μαζεύονταν, ο μπάρμπα-Κοτσολιός με τα ανέκδοτα και τα ποιήματά του ξεσήκωνε το χωριό από τα γέλια! Το μικρό χωριό της Μάνης χόρευε στους ρυθμούς του μπάρμπα-Κοτσολιού! Τα πρωινά τον συναντούσες με τον γαϊδουράκο του να πηγαίνει στα χωράφια για όργωμα, έχοντας συμπαραστάτη την Κυριάκαινα, δημιουργώντας σε εμάς τους νέους όμορφες εικόνες. Τα παιδιά τους , που θυμάμαι , ήταν ο Φώτης , η Γεωργία και η Σταμάτα. Τρεις άνθρωποι διαφορετικοί. Ο Φώτης ή Φωτεινός ένας καλοσυνάτος άνθρωπος με αρκετή μόρφωση και με χαμηλό προφιλ. Γυναίκα του ήταν η Κικη από την Κοίτα , αρκετά μικρότερη σε ηλικία από τον Φωτεινό. Απέκτησαν δυο γιούς και μια κόρη. Τον Κυριάκο, τον Πέτρο και την Ελένη. Ο Κυριάκος , αξιωματικός στο Πολεμικό Ναυτικό , ενώ ο Πέτρος ξεχώριζε πάντα για την καλοσύνη του και το χαμόγελο του. Η Ελένη μια πολύ όμορφη παρουσία έγινε γυμνάστρια. Η αδελφή του Φωτεινού η Γεωργία , δεν ευτύχησε να κάνει παιδιά. Η φήμη για την ικανότητα της στο μοιρολόϊ ξεπερνούσε τα χωριά της Μάνης. Ήταν ο απόλυτος γνώστης- ακόμα και η πέτρα που βρίσκεται στα χωράφια της- της περιουσίας της. Πολλές ήταν οι φορές που φιλονικούσε ακόμα και για ένα μέτρο γης που διεκδικούσε!! Γνήσια Μανιάτισσα ,με υπερβολές όμως, είναι αλήθεια!Τέλος η Σταμάτα ευτύχησε να παντρευτεί τον Γιάννη Βαρβατάκο και να αποκτήσει 4 παιδιά: Τον Κυριάκο, τον Λάζαρο , τον Φώτη και την Βούλα.
Το μικρό χωριό της Μάνης έπαιρνε ζωή από τους ηλικιωμένους αλλά και από εμάς τα παιδιά που, με τα νιάτα μας και τις φωνές μας, δίναμε παλμό και ψυχή στους αδύνατους και ψυχρούς πύργους που στέκονταν ψηλά και μας κοιτούσαν. Οι ηλικιωμένοι, μόνιμοι κάτοικοι, όταν φτάναμε το καλοκαίρι για διακοπές, ξεχνούσαν τη δύσκολη καθημερινότητά τους και γίνονταν μαζί μας παιδιά. Ήταν η περίοδος ανακωχής, ακόμα και των αντιθέσεων μεταξύ τους. Η νιότη μας, η ζωντάνια μας, η ανεμελιά μας, ήταν αποτρεπτικά για εγωισμούς και αντιπαλότητες. Και για εμάς όμως η παρέα με τους ηλικιωμένους συγγενείς μας αποτελούσε ένα κρυφό σχολειό, γιατί από τις συζητήσεις στις ρούγες παίρναμε μαθήματα για τη ζωή που για εμάς μόλις ξεκινούσε.
Το μικρό χωριό της Μάνης σήμερα είναι ξεδοντιασμένο! Τίποτε δεν θυμίζει τους ήρωές μας. Οι φωνές μας, η καθημερινότητα των γερόντων, οι γεμάτες ρούγες, αντικαταστάθηκαν με μια απέραντη σιωπή, μια απέραντη ερημιά! Πολλοί πύργοι μένουν χρόνια άδειοι, έχοντας καταστραφεί. Μέσα τους παλιά έκρυβαν τις αγωνίες, τους κόπους και τον ιδρώτα των κατοίκων τους, και ήταν αυτοί που κρατούσαν σφιχτά τα όνειρα και τις ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο. Ο αέρας στο μικρό χωριό της Μάνης δεν ευωδιάζει πλέον τις μυρωδιές της στόφας που σιγοκαίει, ούτε από τους φούρνους μυρίζει το ψήσιμο του κρέατος ή οι καπνοί από το τηγάνισμα των πιταριών ή των ανεβατών. Ο γαϊδουράκος του μπάρμπα-Κυριάκου έγινε μια όμορφη ανάμνηση, όπως και ο ίδιος.
Άλλοι καιροί, άλλες εποχές… Αλλά η πέτρα και ο άνεμος της Μάνης θυμούνται. Και ίσως, αν σταθείς αρκετά ήσυχα ανάμεσα στα χαλάσματα, να ακούσεις ακόμα τον απόηχο από τις φωνές μας, να σου ψιθυρίζουν την ιστορία μιας γενιάς που έμαθε να ορθώνει το ανάστημά της απέναντι στον χρόνο, όπως ακριβώς και οι πύργοι μας.
ΥΓ: Είναι βέβαιο ότι κάποιους έχω ξεχάσει, όμως οι δικοί τους ανθρώποι ας μην με αδικήσουν!! Ανθρώπους που δεν γνώρισα δεν μπορώ να τους μνημονεύσω διότι δεν έχω προσωπική άποψη. Τους τιμώ όμως όλους!!
Αφιερωμένο στο Σόϊ μου!!





