Χρίσταινα: ” Ανάμνηση του παλιού καιρού…”!!!
Μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο, γεμάτο καπνό και μυρωδιές, η κυρά Χρίσταινα, μια γυναίκα με μαύρο τσεμπέρι και βαθιές ρυτίδες, στέκεται μπροστά στην τεράστια ψησταριά. Τα χέρια της, σαν χορευτές, γυρίζουν τα σουβλάκια, που σιγοψήνονται πάνω στα κάρβουνα.
Ο παλιός επαρχιακός δρόμος, σαν μια ζαρωμένη κορδέλα, σέρνεται ανάμεσα στα βουνά, κουβαλώντας τις ιστορίες των ταξιδιωτών. Η μεγάλη διαδρομή ξεκινούσε από το λιμάνι του Πειραιά, στον Άγιο Σπυρίδωνα, με προορισμό τα άγρια, μαγικά τοπία της Μάνης και τελικό σταθμό τον Γερολιμένα. Εκεί, το παλιό, γραφικό, πράσινο λεωφορείο με τα 32 καθίσματα μας περίμενε, φορτώνοντας στιβαρά τα μπαγκάζια στον «ουρανό» του οχήματος.

Καθώς ανηφορίζαμε προς την καρδιά της Πελοποννήσου, το λεωφορείο, ένα μεταλλικό θηρίο, πάλευε με τις φιδίσες, απαιτητικές στροφές και τα βογκητά του αντηχούσαν στην κοιλάδα καθώς αντιμετώπιζε τις δοκιμασίες του Κολοσούρτη. Στο τιμόνι, απόλυτος άρχων της διαδρομής σαν καπετάνιος σε φουρτουνιασμένη θάλασσα, ο δασύτριχος οδηγός –φορώντας το γκρι του πουκάμισο, το γκρι παντελόνι και την τραγιάσκα καρφωμένη στο κεφάλι– πάλευε με το τεράστιο, βαριάς κατασκευής τιμόνι που πήγαινε πέρα-δώθε ασταμάτητα σε κάθε κλειστή στροφή.
Ξαφνικά, μέσα από την κούραση και το λίκνισμα, μια ανάσα ανακούφισης πλημμύριζε τους επιβάτες. Το λεωφορείο σταματούσε. Κοντεύαμε στης Χρίσταινας! Το Χάνι της Χρίσταινας, ένα χαμηλό σπίτι με κεραμίδια και απλωμένα τραπεζάκια κάτω από τα πλατάνια, μας υποδεχόταν. Ο οδηγός, με ένα κρυφό χαμόγελο ικανοποίησης, έβρισκε την αγαπημένη του γωνιά, ενώ εμείς τα παιδιά, κολλώντας το κούτελο στο μισάνοιχτο παράθυρο, ορμούσαμε με τα μάτια στην ψησταριά.
Advertisement

Το πραγματικό όνομα της «Χρίσταινας» ήταν Παναγιώτα Μοιράγια και η καταγωγή της από τις γειτονικές Κολλίνες της Αρκαδίας. Στα 1920 παντρεύτηκε τον Χρήστο Γούνη από το Αλεποχώρι, ο οποίος δούλευε το Χάνι που είχε βρει από τους γονείς του. Δούλεψε μαζί του φιλότιμα, άντρας και γυναίκα μαζί, ανάστησαν 9 παιδιά, έζησαν πολέμους, φτώχειες, δυστυχίες και μικρές χαρές. Όταν στα 1944 πέθανε ο άντρας της, η Παναγιώτα –που στο μεταξύ είχε, κατά το έθιμο, μετονομαστεί σε «Χρίσταινα», δηλαδή η γυναίκα του Χρήστου– ανέλαβε τα ηνία του Χανιού.
Μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο, γεμάτο καπνό και μυρωδιές, η κυρά Χρίσταινα, μια μαυροφορεμένη γυναίκα με μαύρο τσεμπέρι, ποδιά, τσόχινες παντόφλες και βαθιές ρυτίδες, στεκόταν ακούραστη. Στην αρχή, τα φαγητά που σέρβιρε το χάνι ήταν κυρίως αυγά, τυρί, ντομάτα, ψωμί και κρασί. Τα περίφημα σουβλάκια της άρχισε να τα ψήνει μετά το 1950, και γρήγορα έγιναν ονομαστά για τη νοστιμάδα τους. Τα χέρια της, σαν χορευτές, γύριζαν αργά, υπομονετικά και με μεράκι τα σουβλάκια πάνω στα κάρβουνα. Η μυρωδιά τους, μια μεθυστική συμφωνία από τσίκνα, λαδολέμονο, μυρωδάτη ρίγανη και αλάτι, έσπαγε τη μύτη και ξελίγωνε τους πάντες. Πίσω από τα τζάμια, η ψηλόλιγνη φιγούρα μας αγνάντευε, σήκωνε το χέρι σε χαιρετισμό και μας κερνούσε το πιο ζεστό καλωσόρισμα.
Τα χρόνια πέρασαν, τα καλοκαίρια του `60 γράφτηκαν στο λεύκωμα των αναμνήσεων. Η νέα εθνική οδός, μια λεωφόρος του σύγχρονου, παρέκαμψε το Χάνι, αφήνοντας πίσω της μια βαθιά, νοσταλγική σιωπή. Στα 1976, η γιαγιά η Χρίσταινα, ενώ πήγαινε να σερβίρει ένα τραπέζι, διπλώθηκε, έπεσε και τσάκισε το πόδι της. Δεν μπόρεσε να αναρρώσει και «έφυγε» εκείνη τη χρονιά για τη γειτονιά των αγγέλων, στρατιώτης πραγματικός που έπεσε κυριολεκτικά επί των επάλξεων του καθήκοντος.
Το μαγαζί πέρασε στον γιο της, τον Γιώργο, που συνέχισε την παράδοση μέχρι το 2000 που έφυγε κι αυτός σχετικά νέος. Σήμερα,μετά τον θάνατο και της μητέρας τους, τα παιδιά τους συνεχίζουν τη φλόγα της μνήμης: ο Χρήστος και ο αδερφός του, ο Λάζαρος –ο οποίος έγινε ιερέας, θυμίζοντάς μας πως η ζωή είναι ένα αιώνιο ταξίδι με στάσεις και αλλαγές– κρατούν ζωντανή την κληρονομιά του υπεραιονώβιου αυτού Χανιού.
Το Χάνι δεν ήταν μόνο ένα μέρος για φαγητό και ανάπαυση. Ήταν τόπος συνάντησης και ξεκαθαρίσματος προσωπικών διαφορών και λογαριασμών. Ακριβώς απέξω από το μαγαζάκι, το αιωνόβιο δέντρο στεκόταν αδιάψευστος μάρτυρας· όταν αργότερα το έσκαψαν, βρήκαν μέσα της δεκάδες βόλια, χαραγμένα σημάδια μιας άλλης, σκληρής εποχής και κρυφών ιστοριών από τον εμφύλιο. Σήμερα, το μαγαζάκι στέκει εκεί σαν ένα ζωντανό μνημείο, ενώ η πηγή απέναντι, με το δροσερό νερό της, θυμίζει τις μέρες που οι περαστικοί ταξιδιώτες σταματούσαν για να γεμίσουν τα δοχεία τους.
Και σήμερα, αν κλείσεις για μια στιγμή τα μάτια στο εσωτερικό του Χανιού –ανάμεσα στο παλιό ξύλινο ψυγείο «ΧΙΩΝ Α.Ε.» και τις φωτογραφίες στους τοίχους– θα ακούσεις το σύρσιμο από τις παντόφλες της γιαγιάς της Χρίσταινας και το θρόισμα της ποδιάς της.
«Η ανάμνηση του Χανιού της Χρίσταινας είναι ένα ταξίδι στο χρόνο, γεμάτο εικόνες, μυρωδιές και συναισθήματα. Είναι μια ιστορία για τη ζωή, τον θάνατο, την αλλαγή και τη δύναμη της μνήμης».
💡👉Θερμές ευχαριστίες στον Χρήστο Γούνη, που ένα συνεφιασμένο απόγευμα του Μαρτίου του 2024 μου παραχώρησε αυτές τις τόσο πολύτιμες πληροφορίες, ζωντανεύοντας ξανά τις φλόγες της μνήμης.👌
Ρεπορτάζ -Φωτό: Όμορφη Μάνη-Βασίλειος Μ. Αυγουλέας
Η Γνώμη σας μετράει , πατήστε : Σας άρεσε το άρθρο ; Όχι ; Πως το κρίνετε;
Like
Love
Happy
Haha
Sad

















