Κάπου στην οδό Αιτωλικού, εκεί που ο Πειραιάς ανασαίνει ακόμα ιστορία, βρεθήκαμε ένα απόγευμα. Η μυρωδιά του φρεσκοκομμένου καφέ αναμειγνύονταν με τους ήχους της γειτονιάς, ενώ ο ψίθυρος των συζητήσεων πλημμύριζε την ατμόσφαιρα. Ψάχνοντας για μια γωνιά αυθεντικότητας, καταλήξαμε στο καφενείο του Βασίλη Ποθάκου.

Μια τυπική πειραιώτικη μάντρα, με τις παλιές φωτογραφίες στους τοίχους και τα τραπεζάκια στρωμένα με ρετρό καρό τραπεζομάντιλα. Εκεί, σε ένα από τα πιο ήσυχα τραπέζια, καθόταν ένας ηλικιωμένος, με βλέμμα που μιλούσε από μόνο του – σκληρό, αλλά γεμάτο ζεστασιά. Ο μπάρμπα-Θανάσης, όπως μας τον σύστησε ο Βασίλης, ήταν αυτός που ψάχναμε. Ένας γνήσιος Μανιάτης, που είχε ζήσει την ιστορία αυτής της συνοικίας στο πετσί του.
Μας κοίταξε με ένα χαμόγελο, το οποίο φωτίστηκε ακόμα περισσότερο όταν του προσφέραμε ένα ποτηράκι τσίπουρο. “Να ‘στε καλά, παιδιά μου,” είπε, κι αμέσως η φωνή του, βαθιά και τραχιά από τον χρόνο, άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι της ιστορίας. Το βλέμμα του χάθηκε κάπου έξω, προς το λιμάνι, σαν να έβλεπε μπροστά του τις βάρκες με τους πρώτους Μανιάτες να φτάνουν…

“Ελάτε, παιδιά μου, καθίστε να σας πω… Εγώ μπορεί να μεγάλωσα εδώ στον Πειραιά, αλλά οι ρίζες μας, παιδάκι μου, είναι βαθιές. Είναι στη Μάνη, στην πέτρα. Ξέρετε, ο Πειραιάς κι η Μάνη είναι σαν δυο αδέρφια. Τόσο διαφορετικά, μα τόσο δεμένα. Κι η ιστορία μας εδώ, η ιστορία των Μανιάτικων, είναι μια ιστορία βγαλμένη από τη ζωή.
Βλέπεις, εμείς οι Μανιάτες ήμασταν πάντα περήφανοι, ανυπότακτοι. Κι η Μάνη μας, πανέμορφη, άγρια, με τις πέτρινες αυλές και τους πύργους. Μα, τι να την κάνεις την περηφάνια όταν η γη δεν έχει να θρέψει; Λίγη καλλιεργήσιμη γη, δύσβατα μέρη, κι όλο τσακωμοί, βεντέτες… Δεν ήταν εύκολη η ζωή εκεί. Η φτώχεια, παιδιά μου, αυτή ήταν που έδιωξε πολλούς από τα σπίτια τους.

Αλλά υπήρχε και μια ελπίδα. Ένα μεγάλο λιμάνι που μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, γινόταν το σπουδαιότερο εμπορικό κέντρο στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Πειραιάς, το ακούγαμε από τους καραβοκύρηδες που πηγαινοέρχονταν. Έλεγαν: ‘Εκεί έχει δουλειά!’. Κι αυτό ήταν το βασικότερο, η δουλειά, το μεροκάματο, η ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή. Όταν κάποιος ξάδερφος ή συγγενής έστελνε ένα γράμμα και έλεγε πως βρήκε δουλειά, αμέσως παίρναμε τη βάρκα, ή αργότερα το καράβι, κι ερχόμασταν. Έτσι, ο ένας έφερνε τον άλλον. Γίναμε μια αλυσίδα, ένα δίκτυο υποστήριξης, όπως λένε τώρα.”
“Όταν φτάναμε εδώ, στον Πειραιά, το λιμάνι βούιζε από ζωή. Ήταν τότε που οι δικοί μας, οι πατεράδες μας, οι παππούδες μας, έδειξαν τι θα πει Μανιάτης. Σκληροί, γεροδεμένοι, ατρόμητοι. Πού αλλού να δουλέψουμε; Στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ), βέβαια!

Θυμάμαι τον παππού μου, μου έλεγε: ‘Θανασάκη μου, η πιο σκληρή δουλειά ήταν του λιμενεργάτη και του αχθοφόρου‘. Να κουβαλάμε σακιά, να φορτοεκφορτώνουμε πλοία από το πρωί μέχρι το βράδυ, με τον ήλιο, τη βροχή, τον αέρα. Ήταν βαριά δουλειά, επικίνδυνη πολλές φορές, μα εξασφάλιζε το ψωμί. Γι’ αυτό λέγαμε: ‘Εγεννήθη Άρρεν, κρατήσατε θέση!’ Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό; Ότι μόλις γεννιόταν αγόρι, ήδη το προορίζαμε για δουλειά στο λιμάνι. Τόσο μεγάλη ήταν η ανάγκη, τόσο μεγάλη η προσήλωση.
Βέβαια, πολλοί είχαν τη θάλασσα στο αίμα τους, γίνονταν ναυτικοί. Έφευγαν με τα εμπορικά, ταξίδευαν στον κόσμο, έστελναν λεφτά στην οικογένεια. Κι όσο περνούσε ο καιρός, βλέπαμε και τους δικούς μας να ανοίγουν μαγαζιά. Καφενεία, ταβέρνες, μπακάλικα. Ο ένας εξυπηρετούσε τον άλλον, στήναμε τις δικές μας επιχειρήσεις.
Κι επειδή εμείς οι Μανιάτες δεν ξεχνάμε τις ρίζες μας, οργανωθήκαμε κιόλας. Φτιάξαμε συλλόγους και αδελφότητες. Για να κρατάμε τα ήθη μας, τις παραδόσεις μας, να βοηθάμε ο ένας τον άλλον, να ακούγεται η φωνή μας.”
“Αρχικά, σκορπιστήκαμε. Κοντά στο λιμάνι, σε περιοχές όπως η Δραπετσώνα, το Κερατσίνι, ο Κορυδαλλός. Όπου βρίσκαμε ένα φτηνό δωμάτιο. Μα, σιγά-σιγά, αρχίσαμε να μαζευόμαστε. Οι οικογένειες, οι συγγενείς, όλοι μαζί. Κι έτσι, παιδιά μου, γεννήθηκε η συνοικία μας, τα Μανιάτικα.

Είναι η ‘μικρή Μάνη’ μας εδώ στον Πειραιά. Μπορεί να μην έχει τους πύργους, αλλά έχει την καρδιά μας. Εδώ, νιώθεις την αίσθηση της κοινότητας πολύ έντονα. Οι οικογενειακοί και κοινωνικοί δεσμοί είναι ισχυροί. Ακόμα και τώρα, θα ακούσεις τον παππού να μιλάει με τη διάλεκτο της Μάνης, θα δεις τα έθιμα να ζωντανεύουν στις γιορτές.
Το κέντρο μας, η ψυχή της γειτονιάς, είναι η εκκλησία μας, η Αγία Σοφία αλλά και η Παναγία η Οδηγήτρια. Γι’ αυτό και πολλοί λένε την ευρύτερη περιοχή ‘Αγία Σοφία’. Κι ο δρόμος μας, η Παλαμηδίου, αυτή είναι η καρδιά της αγοράς μας, πάντα γεμάτη ζωή.

Θυμάμαι κι αυτούς που ήρθαν πρώτοι, πώς έφτιαχναν τους πρώτους ‘πυρήνες’. Στην Πειραϊκή, στο ‘Χωριό του Χαραμή’, γύρω από την Παναγία Ρόδον το Αμάραντον, και στο ‘χωριό του Μελετόπουλου’ στον λόφο του Βώκου. Σαν τα βουνά της Μάνης, βλέπεις, έψαχναν τους λόφους. Κάτσαμε απέναντι από την Καστέλλα, όπου είχαν εγκατασταθεί οι Κρητικοί, με το λιμάνι ανάμεσά μας.

Και τώρα, παιδιά μου, βλέπετε; Έχουμε και το Μετρό, τον σταθμό ‘Μανιάτικα’. Αυτό δείχνει πόσο σημαντική είναι η γειτονιά μας, πόσο ζωντανή. Δεν ήρθαμε απλά να ζήσουμε. Ήρθαμε να συνεισφέρουμε, να χτίσουμε. Έχουμε βουλευτές, δημάρχους, η φωνή μας ακούγεται. Είμαστε ένα ισχυρό κομμάτι του Πειραιά.”
Ο μπάρμπα-Θανάσης πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να μάζευε όλες τις δεκαετίες που είχαν περάσει πάνω του. “Και ξέρετε, παιδιά μου,” συνέχισε, με μια νότα μελαγχολίας αλλά και σοφίας στη φωνή του, “ο κόσμος αλλάζει. Τα Μανιάτικα, η δική μας ‘μικρή Μάνη’, κι αυτά αλλάζουν. Με τα χρόνια, βλέπουμε πια καινούργιους ανθρώπους να έρχονται, από άλλες χώρες, να αναζητούν κι αυτοί μια καλύτερη ζωή, όπως κάναμε κι εμείς κάποτε.”

Το βλέμμα του πλανιόταν στα πρόσωπα των εγγονιών του, ίσως και σε κάτι πιο μακρινό, στο μέλλον. “Είναι ένα μοιραίο γεγονός, όπως λένε. Η ζωή συνεχίζεται, οι πληθυσμοί μετακινούνται. Αυτό το μέρος, τα Μανιάτικα, πάντα θα προσελκύει κόσμο, γιατί είναι ζωντανό, γιατί έχει ψυχή. Σίγουρα, η γειτονιά έχει πάρει πια πολλά χρώματα, πολλές γλώσσες ακούς στις αυλές και στα μαγαζιά. Αλλά ένα πράγμα να θυμάστε: η καρδιά των Μανιάτικων, η βάση του πληθυσμού της, είναι και θα παραμείνει μανιάτικη. Οι ρίζες μας είναι εδώ, βαθιές, και καμία αλλαγή δεν μπορεί να τις σβήσει. Είμαστε εμείς που χτίσαμε αυτόν τον τόπο, κι εμείς θα είμαστε εδώ να τον κρατάμε ζωντανό, να λέμε την ιστορία του στα παιδιά και στα εγγόνια μας.”
Ο μπάρμπα-Θανάσης σώπασε, άδειασε το ποτήρι του και μας κοίταξε. Ένα ελαφρύ χαμόγελο έπαιζε στα χείλη του, γεμάτο περηφάνια και αναμνήσεις. Η διήγηση του, απλή μα τόσο αληθινή, μας έκανε να νιώσουμε κομμάτι αυτής της ιστορίας. Στο καφενείο του Βασίλη Ποθάκου, ανάμεσα στους ήχους της πόλης και τη μυρωδιά του τσίπουρου, η ψυχή των Μανιάτικων ζωντάνεψε μπροστά μας, δείχνοντάς μας όχι μόνο το παρελθόν αλλά και το συνεχώς εξελισσόμενο παρόν της.
Eικόνες από τα Μανιάτικα:
Κείμενο-Φωτό: Όμορφη Μάνη
Σχετικό άρθρο:


















