Το όνομά της είναι ήχος. Κουρ-κού .
Ο ήχος που κάνει το κύμα όταν γλείφει τα λευκά βότσαλα.
Ο ήχος που άκουγε ο Σάσαρης αιώνες πριν, άγερωχος στον πύργο του.
Κρυμμένη στην αγκαλιά του Μέζαπου, ανατολικά από το περήφανο Τηγάνι, η Κουρκού δεν είναι παραλία. είναι μυστικό. Είναι ανάσα. Είναι η Μάνη όπως τη γέννησε η πέτρα και τη βάφτισε το κύμα.
Ο Πύργος που Φυλάει τα Νερά
Από πάνω της στέκει αυτός. Ο πύργος του πειρατή Σάσσαρη.
Πελεκημένος στον βράχο, αγριεμένος από τον καιρό, μα όρθιος. Αιώνιος φρουρός.
Λένε πως ο Σάσαρης δεν ήταν πειρατής σαν τους άλλους. ήταν Μανιάτης. Έκλεβε μόνο από τους Τούρκους και τους Βενετσιάνους. Και τα μοίραζε. Ο πύργος του έβλεπε όλο τον Μεσσηνιακό. Όποιο καράβι πέρναγε, το ήξερε πρώτος.
Και τώρα? Τώρα βλέπει εσένα. Να κολυμπάς στα τιρκουάζ νερά του. Να γίνεσαι για λίγο μέρος του μύθου του.
Σήκωσε κεφάλι όταν βουτάς. Θα τον δεις. Σιωπηλός. Να σε μετράει. Να αποφασίζει αν είσαι φίλος ή εχθρός.
Η Θάλασσα με τα Χίλια Χρώματα

Η Κουρκού δεν έχει άμμο να σε γελάσει. Έχει βότσαλα. Λευκά, στρογγυλεμένα από χίλια χρόνια υπομονή.
Και νερά; Νερά που δεν τα χωράει ο νους.
Το είναι πρωί γυαλί. Πράσινο του Ταϋγέτου.
Το μεσημέρι γίνεται τιρκουάζ. Το χρώμα που ο Θεός φύλαξε μόνο για τη Μάνη.
Το απόγευμα, όταν ο ήλιος γέρνει πίσω από το Τηγάνι, γίνεται μελάνι. Βαθύ, απειλητικό, όμορφο.
Βαθαίνει απότομα η Κουρκού. Δεν χαρίζεται. Δεν είναι για δειλούς. Είναι για όσους βουτάνε με την ψυχή. Για όσους δεν φοβούνται να χάσουν τον βυθό κάτω απ’ τα πόδια τους.
Η Σιωπή που Μιλάει
Δεν θα βρεις ξαπλώστρα εδώ. Ούτε beach bar να σου πουλήσει mojito.
Θα βρεις σκιά μόνο απ’ τον βράχο, και κι αυτή μετρημένη.
Θα βρεις ήχο μόνο απ’ το κύμα και τον αέρα που σφυρίζει στις πολεμίστρες του πύργου του Σάσσαρη.
Η Κουρκού σε γδύνει. Από ρούχα, από έγνοιες, από θόρυβο.
Σε αφήνει μόνο με τον ήχο της αναπνοής σου και το κουρ-κού των βοτσάλων.
Κι αν κλείσεις τα μάτια, θα τον ακούσεις. Την πειρατή. Να γελάει. Γιατί ξέρει πως ο θησαυρός του δεν ήταν ποτέ χρυσάφι.
Αυτό. Αυτή η γωνιά. Αυτή η γαλήνη.
Αν Τολμήσεις
Κατέβα νωρίς. Πριν ο ήλιος γίνει δήμιος.
Το μονοπάτι είναι πέτρα και ιδρώτας. Μα κάθε βήμα σε φέρνει πιο κοντά στην αλήθεια.
Πάρε νερό. Πάρε σέβας. Πάρε την ψυχή σου καθαρή.
Κι όταν φτάσεις κάτω, μην φωνάξεις. Μην μιλήσεις δυνατά.
Η Κουρκού δεν θέλει τουρίστες. Θέλει προσκυνητές.
Άφησέ την όπως τη βρήκες. Για να την βρεις κι ο επόμενος. Για να συνεχίσει ο Σάσαρης να έχει κάτι να φυλάει.
Κ άποτε, τα καράβια φοβόντουσαν να περάσουν από εδώ.
Σήμερα, φοβάσαι εσύ μη φύγεις.
Γιατί στην Κουρκού δεν κάνεις μπάνιο.
Στην Κουρκού βαφτίζεσαι Μανιάτης.
Κείμενο : Όμορφη Μάνη
| ΧΑΡΤΗΣ |




