Αρεόπολη 1957. Γυμναστικές επιδείξεις

Άνοιξε το Παράθυρο: Οι Καντάδες των Γυμνασιόπαιδων στην παλιά Μάνη.


Έρωτας με αποβολή, 5 ώρες με τα πόδια και Λατινικά με τη λάμπα πετρελαίου. Η ζωή των μαθητών στην Αρεόπολη του ’50.

Η παλιά Μάνη δεν συγχωρούσε τη μαλθακότητα.

Ήταν ένας τόπος από πέτρα και ήλιο, όπου το λάδι ήταν νόμισμα, η βεντέτα νόμος και η ντροπή χειρότερη από την πείνα. Σε αυτή τη γη, τα παιδιά δεν είχαν παιδικά χρόνια. Είχαν χρέος.

Το μεγαλύτερο χρέος; Να μορφωθούν. Για να ξεφύγουν, για να τιμήσουν το όνομα, για να γυρίσουν πίσω γιατροί και δάσκαλοι.

Κι έτσι, στα 12 τους χρόνια, γίνονταν “μικροί ξενιτεμένοι”. Άφηναν το χωριό και κατέβαιναν στην Αρεόπολη. Με ένα μπογαλάκι, 20 οκάδες λάδι για ενοίκιο, και μια δίψα για γράμματα που νικούσε την πείνα, το κρύο και τις 5 ώρες πεζοπορίας.

Αυτή είναι η ιστορία τους. Η ιστορία των παιδιών που πλήρωναν την καντάδα με αποβολή, και το Σαββατοκύριακο στο σπίτι με αίμα στα πόδια.

Άνοιξε το παράθυρο. Δεν είμαστε αλήτες. Είμαστε γυμνασιόπαιδα.

“Συναυλία των πουλιών”: Όταν όλη η Αρεόπολη διάβαζε φωναχτά

Το Γυμνάσιο Αρεόπολης ήταν το μοναδικό στη Μέσα Μάνη. Για να πας, έπρεπε να νοικιάσεις. “Τσιμοβίτες” και χωριανοί νοίκιαζαν μέχρι και τα κατώγια τους. Το ενοίκιο; 20-30 οκάδες λάδι τον χρόνο.

Μόλις έπεφτε ο ήλιος, η Αρεόπολη άλλαζε ήχο. Σταματούσαν οι φωνές, τα ζώα, οι δουλειές. Και ξεκινούσε ένα βουητό από κάθε σπίτι, κάθε κατώι, κάθε δωμάτιο.

Δεν ήταν τζιτζίκια. Ήταν μαθητές.

Απήγγελλαν μεγαλόφωνα για να μάθουν απ’ έξω. Κανόνες, θεωρήματα, ποιήματα. λύω, λύεις, λύει… amo, amas, amat… Όλη η πόλη γινόταν ένα τεράστιο φροντιστήριο. Η “συναυλία των πουλιών” την έλεγαν.

Διάβαζαν με τη λάμπα πετρελαίου ή το λυχνάρι. Ρεύμα δεν υπήρχε. Μια ιδιωτική γεννήτρια έδινε για λίγο, αλλά οι περισσότεροι δεν είχαν. Μελάνι στο μελανοδοχείο, πένα με κονδυλοφόρο. Αν σου τέλειωνε το μελάνι, τέλειωνε και το μάθημα.

Βόλτα με το σταγονόμετρο και αποβολή για τον έρωτα

Η ζωή είχε στρατιωτική πειθαρχία. Πρωί και απόγευμα σχολείο. Κυκλοφορία έξω; Απαγορευόταν.

Μόνο το δειλινό, για λίγο, επιτρεπόταν η βόλτα. “Σεμνά και ταπεινά”. Αν σε έπιανε ο γυμνασιάρχης ή ένας καθηγητής να τριγυρνάς εκτός ωραρίου, η ποινή ήταν αμείλικτη: 2 ή 4 μέρες αποβολή. Η βόλτα ήταν στίγμα.

Κι όμως, η καρδιά 16 χρονών δεν υπακούει σε κανονισμούς. Ο έρωτας απαγορευόταν. Ήταν “πολύ πρώιμο”. Αλλά οι μαθητές βρήκαν τον τρόπο.

Μόλις έπεφτε το σκοτάδι, στις γειτονιές όπου γίνονταν τα συνοικέσια — τις “νυφοπαζάρες” — οι “γυμνασιόπαιδες” έκαναν καντάδα. Όχι για αλητεία. Για περηφάνια. Για να πουν ότι υπάρχουν.

Άνοιξε το παράθυρο – δεν είμαστε αλήτες
είμαστε γυμνασιόπαιδα – και Αρεοπολίτες.

Γιατί στα Τσαλαπιάνικα; Γιατί εκεί, έλεγαν, ήταν οι όμορφες.

Στου Τσαλαπή είν’ οι εύμορφες – στου Πουβεντή είν’ οι βιόλες
και στον απάνου μαχαλά – είναι όλες καριόλες.

Λίγα λεπτά ελευθερίας. Λίγα λεπτά πριν την τιμωρία, πριν τη λάμπα, πριν τα Λατινικά. Αυτή ήταν η δική τους επανάσταση.

1950 Εκδρομή στα Σπήλαια Διρού
1950 Εκδρομή στα Σπήλαια. Μικρά παιδιά και μεγάλα των οικογενειών Κολοκούρη, Καλαποθαράκου, Κατσάκου, Αραπάκη , Κοιλάκου κ.α

Το Σαββατοκύριακο των 5 ωρών με τα πόδια

Αν ήσουν τυχερός και το χωριό σου ήταν κοντά — Βαχός, Κελεφά, Πύργος Δυρού — το Σάββατο μεσημέρι έφευγες. Μια ώρα πεζοπορία και ήσουν σπίτι.

Και το Σάββατο το δειλί – Μανιατάκι το καημένο
στο χωριό του εγυρνούσε – κι ήτανε ευτυχισμένο.

Εκεί καμάρωνες με την τσάντα και το καπέλο. Ένιωθες σπουδαίος.

Όταν γίνω γυμνασιόπαις – και στη Τσίμοβα θα μπω,
θάχω τσάντα και καπέλλο – και σκοπό να μορφωθώ.

Αν ήσουν άτυχος και το χωριό σου ήταν μακριά — Κοκκάλα, Λάγια, Κοίτα, Καρέα — έμενες στην Αρεόπολη. Με λύπη. Ώσπου δεν άντεχες άλλο.

Και τότε έφευγες ποδαράτος, ξυπόλητος, νηστικός. 4 ώρες για Κοκκάλα. 5 ώρες για Λάγια. Όλο το απόγευμα του Σαββάτου περπάταγες για να γυρίσεις Κυριακή απόγευμα πάλι πίσω. Με το κοφίνι γεμάτο τρόφιμα για τη βδομάδα: σύγκλινο, λαλάγγια, πασπαλά, ελιές.

“Μη μας πεις ότι είσαι φτωχός”

Η φτώχεια ήταν περηφάνια, αλλά και ντροπή. Στο δημοτικό, όλοι ξυπόλητοι. Στο Γυμνάσιο, τα παπούτσια ήταν υποχρεωτικά. Μόλις έμπαιναν στο δωμάτιο τα έβγαζαν για να “ξυποληθούν” — η μεγαλύτερη λύτρωση.

Αν κάποιος συγγενής έστελνε από την Αθήνα “σκαρπίνια”, ντρέπονταν να τα φορέσουν. Τα έλεγαν λίγο, να φαίνονται παλιά, μην προκαλέσουν “τη λεγεώνα των πεινασμένων”.

Στο σπίτι που έμεναν, δεν έτρωγαν ποτέ. Έτρωγαν μόνο ό,τι έστελναν οι γονείς από το χωριό. Αν έτρωγαν ξένο φαγητό, θα τους έλεγαν φτωχούς και λιμασμένους. Καλύτερα “αψείο” — χωρίς ψωμί — παρά η ντροπή.

Τα ρούχα; Ένα καλό, σιδερωμένο, μπαλωμένο. Το φορούσαν με τη σειρά τα αδέρφια.

Οι γονείς και το γαϊδούρι

Οι γονείς έρχονταν συχνά. Με το γαϊδούρι φορτωμένο ξύλα για τη φωτιά και τρόφιμα. Ρωτούσαν με ιερό δέος για τους βαθμούς. Αν ήταν καλοί, έκλαιγαν από συγκίνηση. Αν ήταν κακοί, οργίζονταν.

Μερικοί πατεράδες, όμως, το έριχναν στο κρασί. Και ήταν θέαμα: Σάββατο μεσημέρι, καβάλα στο γαϊδούρι, μεθυσμένοι να γυρίζουν στο χωριό. Να τραγουδούν, να μοιρολογούν, να κοιμούνται. Και το παιδί από πίσω, πεζοπορώντας, να προσέχει μην “ανακοιληθεί” ο γάιδαρος και πέσουν κάτω τα τρόφιμα.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη στέρηση, κάτι άνθιζε. Τα κορίτσια, που στην αρχή ήταν μετρημένα στα δάχτυλα, κάθε χρόνο αυξάνονταν. Ένα κορίτσι δασκάλα ή υπάλληλος ήταν το καλύτερο για το σπίτι και για τη Μάνη.

Αυτή ήταν η ζωή τους. Σπαρτιατική, λιτή, σκληρή. Αλλά με μια δίψα για γράμματα που δεν την έσβηνε ούτε η πείνα, ούτε οι 5 ώρες με τα πόδια, ούτε η λάμπα που τρεμόπαιζε.

Αυτά τα παιδιά έγιναν η Μάνη που ξέρουμε σήμερα. Έγιναν γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι. Έγιναν περήφανοι.

Και κάθε φορά που περνάς από την Αρεόπολη σούρουπο, αν ακούσεις καλά, μπορεί ακόμα να ακούσεις τη “συναυλία των πουλιών”. Τους ψιθύρους των παιδιών που άλλαξαν τη μοίρα τους με μια πένα και 20 οκάδες λάδι.

Κείμενο: Όμορφη Μάνη

Πηγή: Γυμνάσιο και Λύκειο Αρεόπολης.Στ.Π.Πατρικουνάκου.σελίδα  29-31

Θα χαρούμε να σχολιάσετε