Η εκδίκηση. Το μεγαλύτερο ελάττωμα των Μανιατών, έλεγαν. Και το πιο πιστό τους έθιμο. Δεν γεννιόταν από θυμό. Γεννιόταν από χρέος. Ριζωμένη όχι στο χώμα, αλλά στο μεδούλι του κόκαλου. Κληρονομιά που δεν την άφηνες στα παιδιά σου με χαρτιά και υπογραφές. Την άφηνες με την τελευταία πνοή, με την τελευταία λέξη πριν το στόμα παγώσει.
«Να με εκδικήσεις».
Δεν ήταν ευχή. Ήταν διαθήκη. Ήταν εντολή.
Ο Αδικίωτος Δεν Είχε Θέση Πουθενά
Στην κοινωνία της πέτρας και του πύργου, ο αδικίωτος ήταν δειλός. Ανίκανος να υπερασπιστεί το όνομά του, την τιμή του, το σπίτι του. Τον έδειχναν στον δρόμο και τον περιφρονούσαν. Τα παιδιά του μεγάλωναν με σκυμμένο κεφάλι. Καλύτερα νεκρός παρά αδικίωτος. Αυτή ήταν η πρώτη αλήθεια της Μάνης. Η δεύτερη ήταν ακόμα πιο σκληρή.
Ο νόμος ήταν απλός και κοφτερός σαν το δίκοπο μαχαίρι: φόνος αντί φόνου. Για κάθε άλλη προσβολή, για κάθε ντροπή, γεννιόταν έχθρα. Και η έχθρα στη Μάνη είχε έναν δρόμο μόνο. Κατέληγε στο αίμα.
Η Στρατηγική: Χτυπάς την Κορυφή για να Ξεραθεί το Δέντρο
Η μανιάτικη βεντέτα δεν ζητούσε δικαιοσύνη με τη νομική έννοια. Ζητούσε ξεκλήρισμα. Οικογενειακό, οικονομικό, κοινωνικό.
Γι’ αυτό πατροπαράδοτο ήταν να μην κυνηγούν τον δράστη. Κυνηγούσαν τον καλύτερο της Γενιάς του. Το καμάρι, το στήριγμα, αυτόν που κρατούσε όρθιο το σπίτι και το όνομα. Το πρωτότοκο, τον πιο γενναίο, τον πιο έξυπνο.
Να αδυνατίσουν τη Γενιά. Να την αφήσουν ξερή, σαν δέντρο που του κόβεις την κορυφή. Να μην μπορεί να ξανασηκώσει κεφάλι για εκατό χρόνια.

Τα Μοιρολόγια που δεν Έκλαιγαν. Όρκιζαν.
Στη Μάνη οι γυναίκες δεν μοιρολογούσαν μόνο για να ξορκίσουν τον πόνο. Μοιρολογούσαν για να ορκίσουν τους ζωντανούς. Πάνω από το σκοτωμένο κορμί του άντρα, η μάνα γινόταν Ερινύα.
«Σήκω, γιε μου», ούρλιαζε και η φωνή της έσκιζε τον ουρανό. «Και μην ξαναπατήσεις στο κατώφλι μου αν δεν μου φέρεις το κεφάλι του φονιά. Να πλυθώ με το αίμα του, να ξεπλύνω την ντροπή από το σπίτι μας».
Τα μοιρολόγια ήταν δημόσια συμβόλαια θανάτου. Δεσμεύσεις μπροστά σε όλο το χωριό.
Το Θαύμα: Όταν η Γη Κάηκε, τα Σπαθιά Σταμάτησαν
Κι όμως. Σε αυτόν τον τόπο που η γη μύριζε μπαρούτι και αίμα, έγινε το θαύμα. Γιατί πάνω από τη βεντέτα, πάνω από το μίσος, πάνω από τον άγραφο νόμο του αίματος, στεκόταν κάτι άλλο. Η Πατρίδα. Η Μάνη.
Ο Μαυρομιχάλης και ο Μούρτζινος. Δύο ονόματα, μια έχθρα θανάσιμη δεκαετιών. Συναντήθηκαν σ’ ένα πλάτωμα πάνω από τη θάλασσα. Η μονομαχία τους βάσταξε δυο μερόνυχτα. Τα σπαθιά χτυπούσαν και οι βράχοι αντιβουούσαν. Τα χτυπήματα τράνταζαν τη γη. Το αίμα έτρεχε στα χώματα και βάφτηκε κόκκινη η θάλασσα από κάτω. Δυο μέρες πάλευαν, αποφασισμένοι να μην σταματήσουν αν δεν πέσει νεκρός ο ένας.
Και τότε, μέσα στον κουρνιαχτό και τον θάνατο, φάνηκε μια γυναίκα. Στάθηκε ανάμεσά τους. Δεν φώναξε. Δεν διέταξε. Η φωνή της ήταν γαλήνη μέσα στη θύελλα.
«Παιδιά μου, σταματήστε τη μάχη σας», είπε. «Κοιτάξτε εκεί. Νοιαστείτε για τους Τούρκους που καίνε τα χωριά σας».
Ήταν η Παναγία η ίδια, λέει ο θρύλος. Οι δύο εχθροί πάγωσαν. Γύρισαν και κοίταξαν τον ορίζοντα. Καπνοί ανέβαιναν στον ουρανό. Φωτιές κατάπιναν τα σπίτια, τα χωριά τους.
Οι δύο άντρες, με τα σπαθιά ακόμα ματωμένα, έκαμαν τον σταυρό τους. Χωρίς να πουν λέξη, χωρίς δεύτερη ματιά. Γύρισαν τις πλάτες στην έχθρα τους και έτρεξαν όλοι μαζί, σαν αδέρφια, καταπάνω στον κοινό εχθρό της πατρίδας τους.

Ο Κώδικας του Αίματος Απλώς Περιμένει
Αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση της Μάνης που τη κάνει μοναδική. Ο Μανιάτης μπορεί να σκότωνε για την τιμή του. Αλλά πέθαινε για την ελευθερία του.
Όταν κινδύνευε η Μάνη, όταν κινδύνευε η Ελλάδα, οι βεντέτες θάβονταν. Όχι για πάντα. Για όσο χρειαζόταν να πολεμήσουν ξένο. Για όσο η φωτιά έκαιγε τα δικά τους χώματα.
Μετά, όταν ο εχθρός έφευγε, ο λογαριασμός άνοιγε ξανά. Ο κώδικας του αίματος δεν ξεχνούσε. Δεν συγχωρούσε. Απλώς περίμενε υπομονετικά στη σειρά του.
Γιατί η τιμή ήταν προσωπική. Η ελευθερία ήταν συλλογική. Και στη Μάνη ήξεραν πάντα ποια μπαίνει πρώτη.
Πηγή: “Οι Νυκλιάνοι” Δημήτριος Β. Δημητράκος-Μεσίσκλης.Σελ.59

