Γυναίκες της Μάνης στην ρούγα

Οι Γυναίκες της Μάνης – Μοιρολόγια, Όρκοι και το «Να Πλυθώ με το Αίμα του».


Στη Μάνη ο άντρας κρατούσε το ντουφέκι. Η γυναίκα της Μάνης κρατούσε την έχθρα. Αυτή άναβε τη φωτιά και αυτή δεν την άφηνε να σβήσει.

Όταν έφερναν τον σκοτωμένο στο σπίτι, οι άντρες σώπαιναν. Οι γυναίκες ούρλιαζαν. Δεν ήταν θρήνος μόνο. Ήταν δικαστήριο. Τα μοιρολόγια δεν έκλαιγαν τον νεκρό. Τον όρκιζαν. Όρκιζαν τους ζωντανούς.

Η μάνα έσκυβε πάνω από το άψυχο κορμί του άντρα της, ξέπλεκη, μαυροντυμένη, και κάρφωνε τα μάτια στον γιο. «Σήκω, γιε μου», ούρλιαζε. «Σήκω και μην ξαναπατήσεις το κατώφλι μου αν δεν μου φέρεις το κεφάλι του φονιά. Να πλυθώ με το αίμα του, να ξεπλύνω την ντροπή. Αλλιώς, να μη σε ξαναδώ».

Η χήρα έπιανε το ματωμένο πουκάμισο του άντρα της και το κρεμούσε στον τοίχο. Εκεί έμενε, χρόνια. Να το βλέπουν τα παιδιά. Να θυμούνται. Κάθε φορά που ο γιος δίσταζε, η μάνα έδειχνε το πουκάμισο. «Το αίμα του πατέρα σου φωνάζει. Εσύ θα το ακούσεις ή θα μείνεις κουφός;»

Οι γυναίκες της Μάνης δεν πολεμούσαν με ντουφέκι. Πολεμούσαν με την γλώσσα και την κατάρα. «Να μην λιώσει το κορμί σου αν δεν εκδικηθείς». «Να σε φτύνει η γης αν αφήσεις αδικίωτο τον πατέρα σου». Τα λόγια τους ήταν πιο βαριά από μολύβι. Έμπαιναν στο μεδούλι και δεν έβγαιναν παρά μόνο με αίμα.

Αυτές κράταγαν ζωντανή τη βεντέτα από γενιά σε γενιά. Ο άντρας μπορεί να κουραζόταν. Μπορεί να ήθελε να ξεχάσει. Η μάνα δεν ξέχναγε. Η αδερφή δεν ξέχναγε. Η χήρα δεν ξέχναγε.

Γιατί στη Μάνη η τιμή του σπιτιού ήταν στο χέρι του άντρα. Αλλά στην καρδιά της γυναίκας. Και η καρδιά της γυναίκας δεν συγχωρούσε. Περίμενε. Χρόνια. Μέχρι να δει το αίμα του εχθρού να ποτίζει το χώμα.

Μετά μόνο έβγαζε τα μαύρα. Μετά μόνο σώπαινε το μοιρολόι.

Πηγή: ” Οι Νυκλιάνοι”. Δημήτριος Β. Δημητράκος Μεσίσκλης

Θα χαρούμε να σχολιάσετε