Τετράγωνος μανιάτικος πολεμόπυργος στο σούρουπο. Δύο ένοπλες σιλουέτες. Ο νόμος της Γενιάς και η βεντέτα στη Μέσα Μάνη.

Ο Νόμος της Γενιάς – Βεντέτα, Φιλότιμο και Οπλισμένοι Παπάδες στη Μάνη.


Στη Μέσα Μάνη η εκδίκηση δεν ήταν προσωπική υπόθεση. Ήταν υπόθεση Γενιάς. Και ο κανόνας ήταν αμείλικτος: δεν κυνηγούσες τον δράστη. Κυνηγούσες τον καλύτερο της Γενιάς του. Τον πιο άξιο. Για να αδυνατίσεις τη Γενιά, να την πληγώσεις στο φιλότιμο.

Αυτό ήταν πατροπαράδοτο. Το έκαναν οι φιλότιμοι. Οι άλλοι, οι Βλάχοι, όπως τους έλεγαν περιφρονητικά, παράταγαν το τουφέκι.

Το τηλεγράφημα που πρόλαβε τον φόνο

Λίγα χρόνια πριν το 1900, στο κυνήγι των ορτυκιών, δύο νέοι που είχαν παλιά λογομαχήσει συναντήθηκαν. Ο ένας πρότεινε το δίκαννο στο στήθος του άλλου, που μόλις είχε πυροβολήσει και δεν είχε ξαναγεμίσει. «Κάτου τ’ άρματα!» του λέει και τον αφοπλίζει.

Ο ξαρματωμένος δεν γύρισε στο χωριό του. Τράβηξε ίσια για το Γύθειο, όπου ο εξάδερφος του εχθρού του ήταν ανώτερος δημόσιος υπάλληλος. Ήθελε να τον σκοτώσει πριν προλάβει να ειδοποιηθεί. Στο δρόμο πήρε δανεικό όπλο. Αλλά ένα τηλεγράφημα έφτασε πιο γρήγορα. Ο υπάλληλος στο Γύθειο ειδοποιήθηκε και πρόλαβε τον φόνο του.

Το φιλότιμο που παρέσυρε στο έγκλημα

Δύο οικογένειες στο ίδιο χωριό ήταν εχθροί, γιατί η ισχυρότερη είχε σκοτώσει ένα νέο της άλλης για λόγους γυναικείας τιμής. Η ισχυρή οικογένεια δημάρχευε – ο Δήμαρχος ήταν δικός τους.

Ήρθαν εκλογές, έχασε τη Δημαρχία και ο τέως Δήμαρχος έφυγε από τη Μάνη. Πήγε στο Λαύριο, σε μια μεταλλευτική εταιρεία. Τότε, ένας εξάδερφος του σκοτωμένου της αδύνατης οικογένειας – φιλήσυχος, φιλότιμος και καλός ως τότε – πήγε στο Λαύριο, κράτησε καρτέρι και σκότωσε τον τέως Δήμαρχο. Παραδόθηκε αμέσως. Το φιλότιμο τον παρέσυρε στο έγκλημα.

Η εκδίκηση με το ψέμα και η οχιά στο ριζάφτι

Οχτώ Μανιάτες πήγαν μια Μεγάλη Σαρακοστή στη Μεσσηνία να κάμουν ασβεστοκάμινο. Ένας απ’ αυτούς, ο Καλκαντζής, γνωστός τεμπέλης, έμεινε πίσω να «οικονομήσει το χαρτζιλίκι του».

Όταν έφτασε στο καμίνι, ο μάστορας ο Λάμπρος, εξάδερφός του, του είπε ότι θα του δώσουν μισό μερίδιο. Ο Καλκαντζής το θεώρησε προσβολή. Και απάντησε με περιφάνεια: «Βρε, ποιος ρωτά για λεφτά; Ήρθα για σένα». Και με προσποιητή λύπη του ανήγγειλε τον αιφνίδιο θάνατο της γυναίκας του Λάμπρου.

Ο Λάμπρος, που είχε μικρά παιδιά, έφυγε αμέσως για το χωριό, αφήνοντας τον Καλκαντζή με εντολή να φέρει και τα χρήματα του μεριδίου του. Όταν έφτασε έξω από το χωριό, βρήκε τη γυναίκα του να βοτανίζει. Κατάλαβε το παιχνίδι. Στην ερώτησή της, της είπε ταραγμένος: «Ο εξάδερφός μας ο Καλκαντζής πέθανε. Τον δάγκωσε μια οχιά στο ριζάφτι!»

Την ημέρα που ήρθε στο καμίνι, κουβαλούσαμε τα ξύλα. Όλοι βάλαμε τσουβάλι στο κεφάλι. Ο Λάμπρος δεν ήθελε. Με την πρώτη ζαλιά που έριξε στον ώμο, πήρε επάνω του και μια οχιά που ήταν στα ξύλα και τον δάγκωσε. Όταν φώναξε, είδαμε την οχιά κρεμασμένη στ’ αφτί του! Την άλλη μέρα πέθανε…

Ο Λάμπρος και η Λάμπραινα μπήκαν στο χωριό φωνάζοντας, χτυπώντας το στήθος, μαζουλώντας το πρόσωπο, όπως κάνουν στη Μάνη όταν χάνουν δικό τους. Το κλάμα ήταν για τον Καλκαντζή.

Οι παπάδες με τα όπλα στην Αγία Τράπεζα

Ο Μανιάτης οπλοφορούσε από μικρό παιδί. Στη ρούγα κρατούσαν το όπλο στα γόνατα. Μόνο στο σπίτι το άφηναν κάτω. Σε παλιότερη εποχή, οπλοφορούσαν και οι παπάδες. Κατά τη λειτουργία τοποθετούσαν τα όπλα επάνω στην Αγία Τράπεζα και μετά το τέλος τα ζώνονταν πάλι. Στις μάχες ήταν πρώτοι και καλύτεροι. Δικαιολογούσαν τη συμμετοχή τους ότι μάχονται «υπέρ πίστεως και πατρίδος».

Στον Κώδικα 214 αναφέρονται παπάδες τραυματισμένοι σε μάχες: «Γιάτρεψα τον παπα-Γιώργη, σπλετιά στα παιδία», «Γιάτρεψα τον Παπαγιώργη πετριά στο κεφάλι», «Έγινε ο παπα-Κολκοράκης μπαλοτιά στη μέση».

Τι σήμαινε «Βλάχος» στη Μάνη

Στη Μέσα Μάνη το όνομα Βλάχος ήταν υβριστικό. Σήμαινε άνθρωπο άμαχο, άπολεμο. Εκφυλισμένο, που δεν ξέρει να μεταχειριστεί τα όπλα ή που τα παράτησε. Βλάχους ονόμαζαν κυρίως τους Μεσσήνιους, ραγιάδες στην Τουρκοκρατία, άοπλους κατ’ ανάγκη. Ενώ οι Μανιάτες ελεύθεροι και πολεμικοί.

Βλάχους ονόμαζαν περιφρονητικά και τους Μανιάτες που εγκαταστάθηκαν στα ξένα και διέκοψαν τις σχέσεις με το χωριό: «Αυτός βλάχεψε». Αλλά και κάθε Μανιάτη που επιδόθηκε σε ειρηνικά έργα – έμπορο, δάσκαλο, κτηματία – που παράτησε το τουφέκι, τον χαρακτήριζαν Βλάχο.

Γιατί στη Μάνη, ο άντρας που δεν ήταν έτοιμος να σκοτώσει και να σκοτωθεί για την τιμή, δεν ήταν άντρας. Ήταν Βλάχος.

Πηγή: «Οι Νυκλιάνοι» – Δημήτριος Β. Δημητράκος-Μεσίσκλης σελ.65-66

Θα χαρούμε να σχολιάσετε