Ιωάννης Λεοντακιανάκος: Ένας Λησμονημένος Ποιητής της Γενιάς του Εβδομήντα.

Leontakianakos

Ο Ιωάννης Λεοντακιανάκος, ένας πολλά υποσχόμενος ποιητής που έφυγε πρόωρα από τη ζωή σε ηλικία μόλις 21 ετών, παραμένει μια σχετικά άγνωστη μορφή στην ελληνική λογοτεχνία, παρότι το έργο του είχε αρχικά ενθουσιάσει τους κριτικούς. Γεννημένος στον Κορυδαλλό του Πειραιά στις 24 Φεβρουαρίου 1954, ο Λεοντακιανάκος έδειξε από μικρός ένα έντονο ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία.

Πρώτα Βήματα και Πρόωρη Αναγνώριση

Η οικογένειά του μετακόμισε στο Παγκράτι της Αθήνας όταν ήταν έξι ετών. Ήδη από το Δημοτικό σχολείο διάβαζε με πάθος και έγραφε. Αυτή η έφεση ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια των Γυμνασιακών του χρόνων. Η επιμέλειά του, η άμεση επαφή με αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς στο πρωτότυπο, καθώς και η μελέτη των σύγχρονων λογοτεχνικών ρευμάτων στα αγγλικά και γαλλικά, συνέβαλαν στην ταχύτατη εξέλιξη της γραφής του.

Στην έκτη τάξη του Γυμνασίου, ο Λεοντακιανάκος έκρινε ότι ήταν καιρός να δημοσιεύσει το έργο του. Ο Κώστας Κουλουφάκος, διευθυντής του εκδοτικού οίκου Διογένης, αναγνώρισε αμέσως ένα «ρωμαλέο ταλέντο» και αποφάσισε να εκδώσει ο ίδιος τα ποιήματά του.

Το Ποιητικό του Έργο

Ο Λεοντακιανάκος πρόλαβε να εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές εν ζωή:

  • «Οι διάφανες συμφωνίες της Πέμπτης» (1972): Σε αυτή τη συλλογή, ο κριτικός Κ. Μιχαήλ (Μιχάλης Μερακλής) διέκρινε μια «αξιόλογη προσπάθεια για μια μεταελυτική βίωση της ποίησης και του ελληνικού τοπίου». Σημείωσε επίσης τον δυϊσμό που αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα και την προσπάθεια του ποιητή να συνδυάσει το ήθος του Ελύτη και του Σεφέρη. Η συλλογή χαρακτηρίζεται από την αρμονική ανάμειξη ονομάτων και στίχων από διαφορετικές εποχές και πολιτισμούς, όπως Όμηρος, Σεφέρης, Ελύτης, Μπρεχτ, Νερούδα, Τσε Γκεβάρα, Καβάφης, Ρεμπώ, κ.ά. Η «μυθική μέθοδος» του Έλιοτ, η προβολή του σήμερα μέσα από την επίκληση αρχαίων μύθων, είναι εμφανής, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αναφορά στην Τιμάνδρα, μια άγνωστη αδελφή της ωραίας Ελένης, ως σύμβολο της λησμονιάς.
  • «Τόξα και μίμηση βίων» (1973): Σε αυτή τη δεύτερη συλλογή, ο Κ. Μιχαήλ αναγνώρισε μια «νέα προσπάθεια, στο βάθος, για πολιτικοποιημένη ποίηση», με συνείδηση των δυσκολιών αυτής της σύνδεσης. Εδώ, ο ποιητής φέρνει στο προσκήνιο σύγχρονους ήρωες όπως ο Τσε Γκεβάρα, τον οποίο ταυτίζει με τον Ιωάννη Μακρυγιάννη, μεταφέροντας τον αγώνα για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη στον 20ό αιώνα. Ο στίχος γίνεται ακόμα πιο ελλειπτικός και πολύσημος, αντικατοπτρίζοντας τις μεγάλες πληγές του αιώνα του.

Μετά τον θάνατό του, κυκλοφόρησε μια τρίτη συλλογή από τα κατάλοιπά του, με τον δυστυχώς προφητικό τίτλο «Πρόωρο ηλιοβασίλεμα» (1976). Σε αυτή, η φωνή του ποιητή εμφανίζεται πιο ώριμη και το ποίημα πιο αρτιοποιημένο. Ένα ενδεικτικό απόσπασμα από αυτή τη συλλογή είναι το εξής:

V

Ριγούσες καθώς έψαυε το κορμί σου το αεράκι. Είχες λυμένα τα μαλλιά και το αίμα σου ανέβαινε για να σιμώσει τον ήλιο.

Η χούφτα δεν χώραγε την καυτή άμμο και συ, καλοκαιριάτικη αμαρτία, στέναζες κατά το Νοτιά μαζί με τα γλαροπούλια και τα κύματα.

Πράυνες τα πεύκα της ακρογιαλιάς χωρίς να ξεστομίζεις λέξη τους έδινες ελπίδες και το αλάτι στα βράχια πανηγύριζε.

Έπνιγες την κραυγή με τα ένοχα χέρια σου.

Μαζί σου αγαπώ τα χαμένα λιμάνια.

Δικό μου σιωπηλό κοχύλι.

Ο Πρόωρος Θάνατος και η Σιωπή που Ακολούθησε

Ο Ιωάννης Λεοντακιανάκος πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου 1974 από συγκοπή καρδιάς, πάσχοντας από παιδική ηλικία από μυοπάθεια. Η είδηση του θανάτου του, μόλις στα 21 του χρόνια, προκάλεσε συζητήσεις στους ποιητικούς κύκλους της Αθήνας, οδηγώντας σε γρήγορη εξάντληση των δύο συλλογών του.

Ωστόσο, παρά την αρχική αίσθηση που προκάλεσε ο θάνατός του και την αναγνώριση του ταλέντου του από κριτικούς όπως ο Κ. Μιχαήλ και αργότερα ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος, ο Λεοντακιανάκος λησμονήθηκε γρήγορα. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος, στο υμνητικό του σημείωμα «Ιωάννης Λεοντακιανάκος: Ισχυρή μισοτελειωμένη χειρονομία» (1987), εξέφρασε τον θαυμασμό του για την κλασική παιδεία του, την ικανότητά του να αποδίδει τη ζοφερή εποχή του 1970 και την αξιοθαύμαστη ωριμότητα του έργου του. Παρομοίασε την περίπτωση του Λεοντακιανάκου με άλλους ποιητές που χάθηκαν πρόωρα, όπως ο Νίκος Λαδάς και ο Κώστας Μίχος.

Παρά τις ενθαρρυντικές κριτικές και τις προσπάθειες του Κώστα Κουλουφάκου να στρέψει την προσοχή στο έργο του, ο Ιωάννης Λεοντακιανάκος παρέμεινε ένα «σκοτεινό μετέωρο» στην ελληνική ποίηση. Το μικρό σε έκταση έργο του, περίπου εκατό σελίδες, περιμένει ακόμα μισόν αιώνα μετά τον θάνατό του, την οριστική του ταξινόμηση και κριτική αποτίμηση σε έναν τόμο των «Απάντων» του. Η ιστορία του Λεοντακιανάκου αποτελεί μια υπενθύμιση για πολλούς νέους και ταλαντούχους ποιητές που έφυγαν πρόωρα, πριν η φωνή τους ολοκληρωθεί πλήρως.

Aπό το βιβλίο Λακωνικό Ημερολόγιο 2018. Του Συμεών Γρ.Σταμπουλού.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ