1) Το Κάστρο Μαΐνης ἢ Μεγάλης Μάΐνης βρίσκεται στο φυσικό λιμενοβραχίονα τοῦ Μεζάπου ποὺ λέγεται Τηγάνι. Ἐκεῖ σώζονται ἐρείπια φρουρίου καὶ οἰκοδομῶν καὶ στέρνες που εἶναι τοῦ φραγκικού φρουρίου τῆς Μεγάλη Μάϊνης, τὸ ὁποῖον ἔχτισεν ὁ Βιλλαρδουίνος στα 1248 καὶ τὸ ὁποῖον παράδωσε στα 1262 τοὺς Βυζαντινούς μετὰ τὴν αἰχμαλωσία του στη μάχη τῆς Πελαγονίας (1259).

Στὴν ἀρχὴ τοῦ Τηγανιοῦ καὶ σὲ ἀπόσταση 1000 περίπου μέτρων (σὲ εὐθεία) προς Δ βρίσκεται σήμερα ἡ ἐκκλησία ̔Αγήτρια (Οδηγήτρια). Στο μέρος αὐτὸ καὶ στὴ μέση τοῦ κρημνοῦ ὑπάρχει οριζόντια σχισμή τοῦ βράχου ἡ ὁποία σχηματίζει μέγα σπήλαιο σε μάκρος, βάθος καὶ ὕψος, ἀκριβῶς ὅπως καὶ στὸ Μέγα Σπήλαιο των Καλαβρύτων. Στὴν ἀνατολικὴ ἄκρη τῆς σπηλιᾶς αὐτῆς εἶναι χτισμένη ἡ ἀναφερμένη ἐκκλησιὰ τῆς Παναγίας τῆς Οδηγήτριας. Στη σπηλιά τρέχει και λίγο νερό. Αὐτὴ εἶναι ἡ σπηλιά που αναφέρει τὸ χρονικὸ τοῦ Μορέως:
«Κ ̓ ἐπέρασε τὸν Πασσαβᾶν κ ̓ ἐδιάβη εἰς τὴν Μάΐνην·
Ἐκεῖ ηὗρεν σπήλαιον φοβερὸν εἰς ἀκρωτήρι ἀπάνω.
Διατὶ τοῦ ἄρεσεν πολλὰ ἐποίησεν ἕνα κάστρον
Καὶ Μάϊνην τὸ ὠνόμασε, οὕτως τὸ λέγουν πάλιν»
Τὸ Κάστρο είναι χτισμένο στὴν ἄκρη βράχου πανύψηλου καὶ κάθετου πρὸς τὴ θάλασσα. Μὲ τὴν ξηρὰ συνδέεται με χαμηλό βραχίονα, γι ̓ αὐτὸ καὶ ἡ φαντασία τοῦ λαοῦ τὸ παρομοίωσε με τηγάνι καὶ τ ̓ ὀνόμασε ἔτσι. Φαίνεται ὅτι ἀπὸ τὸ χαμηλό μέρος ἔκοψαν τὶς πέτρες γιὰ νὰ χτίσουν τὸ Κάστρο. Στὸ μέρος αὐτὸ πήζουν ἁλάτι σήμερα.
Διηγοῦνται ὅτι τὸ Κάστρο αὐτὸ τὸ εἶχε κάποια βασιλοπούλα, καὶ ὅταν ἕνας δυνατὸς βασιλιὰς ἦρθε μὲ τὸ στόλο του καὶ τὸ κυρίεψε, αὐτὴ πήδησε μὲ τὸ ἄλογό της στη θάλασσα ἀπὸ τὸ τρομερὸ ἐκεῖνο ὕψος καὶ γλύτωσε. Δείχνουν μάλιστα ἐπάνω στὰ βράχια τὰ ἴχνη τῶν πετάλων τοῦ ἀλόγου! Αλλη παράδοση ἀναφέρει ὅτι τὸ Κάστρο αὐτὸ τὸ εἶχε ὁ ἀντρειωμένος Μαυροειδής, καὶ σ ̓ αὐτὸ εἶχε βάλει τὴν κόρη τοῦ βασιλιᾶ ποὺ τὴν πῆρε γιὰ νὰ τὴν κάμη γυναῖκα του. Ο Χάρος ὅμως ἔρχεται νὰ πάρη τὴ βασιλοπούλα κι ὁ ἀντρειωμένος τὸν ἐμποδίζει. Μονομαχοῦν οἱ δυό τους σὲ σιδερένιο αλώνι, κι ὁ Χάρος νικᾶ καὶ παίρνει καὶ τὸ Μαυροειδῆ μὲ τὴ βασιλοπούλα. Τὴν παράδοση αὐτὴ τὴν ἱστορεῖ τὸ παρακάτω ποίημα:
Ο Χάρος κι᾿ ὁ Μαυροειδής
Θέ μου, καὶ τί νὰ γίνησα τοῦ κάστρου οἱ ἀντρειωμένοι,
ἤτε σε γάμο φαίνονται ἤτε σε μυρολόϊ,
διάησα να κουρσέψουσι τοῦ βασιλιᾶ τὸ κάστρο,
ὑπ᾿ ἔχει τὴν πεντάμορφη καὶ μαυρομάτα κόρη,
5 ποὺ ὁ Μαυροειδής τὴν ἀγαπᾶ καὶ θέλει νὰ τὴν πάρη
διάησα καὶ τὴν πήρασι, τὴ φέρνουν στὸ καράβι,
δόνουσι δρόμο καὶ κινοῦν, καὶ φτάνουσι στη Μάνη,
πέρα στὴν ἄκρη τοῦ γιαλοῦ, στὴν ἄκρη τοῦ πελάου,
ὅπου ‘ναι σπήλια καὶ γκρεμοί, κ᾿ ἡ θάλασσα ‘ναι μαύρη,
10 καὶ κάστρο θεμελιώνουσι ἀπάνου στο Τηγάνι.
Φέρνουσι ἀπὸ τὴ Φραγκιὰ τὸ σίδερο τ᾿ ἀτσάλι,
τὸ κρούσταλλο ἀπ’ τὴ Βενετιὰ καὶ τὸ μαργαριτάρι,
κι’ ἀπὸ τὴν Πόλη μάρμαρο, καὶ τὸ χρυσὸ ψαράκι,
κάνουσι πύργο γυάλινο, ἡ κόρη νά ‘ναι χώρια,
15 καὶ χωριστὸς βιγλάτορας, τὴν κόρη νὰ φυλάη,
τὸ κάστρο ἀποτελειώνουσι, καὶ κλείνοντ’ ὅλοι μέσα,
καὶ νάσου ὁ Χάρος ἔφτασε, ὁ μαῦρος καβαλλάρης,
τὴν κόρη ἀναγυρεύοντα τοῦ βασιλιᾶ νὰ πάρη,
κι’ ἀπὸ μακριὰ τοὺς χαιρετᾶ, κι’ ἀπὸ κοντὰ τοὺς λέει:
20 Καλῶς τὰ κάνετ᾽ ἄρχοντες, καλῶς τὰ πολεμᾶτε.
Καλῶς ὁρίζεις, Χάρο μου, καλῶς τὴν ἀφεντιά ζου.
Κάτσε νὰ φᾶς κάτσε νὰ πιῆς, κάτσε ν’ ἀνιστορήσης.
Χάρο μου, ποῦδεν ἔρχεσαι; γιὰ ποῦ θενά τραβήξης;
Ἐγὼ δὲν ἦρθα γιὰ φαΐ, οὔτε ν’ ἀνιστορήσου,
25 μον’ ἦρθα τὴν πεντάμορφη, τὴν κόρη γιὰ νὰ πάρου.
Η κόρη εἶναι στὸν πύργο της, ὁ Μαυροειδής τὴν ἔχει,
καὶ δὲ ζὲ τήνε δόνομε, ἄ δὲ μᾶς ἐνικήσης,
τ’ ἔχομε κάστρο δυνατό, κι’ εἴμαστε ἀντρειωμένοι.
Κι’ ὁ Χάρος, ὅπου τ’ ἄκουσε, πολὺ τοῦ κακοφάνη,
30 καὶ βάνει ἄγρια τὴ φωνή, καὶ θυμωμένος λέει:
ποιός ἔχει ἀτσάλινο σπαθί; σίδερο βρακοζούνι;
Ποιός ἔχει στῆθος μάρμαρο; τὸ Χάρο νὰ νικήση;
Κι᾿ ὁ Μαυροειδής, σὰν τ’ ἄκουσε, ποὺ ἦταν ἀπὰ στὸν πύργο,
τοῦ κακοφάνηκε πολύ, καὶ παρατᾶ τὴν κόρη,
35 καὶ κατεβαίνει θαρρετά, καὶ χολιασμένος λέει:
Ἐγὼ ᾽χου ἀτσάλινο σπαθί, σίδερο βρακοζούνι,
Ἐγώ ᾽χου στῆθος μάρμαρο καὶ ᾿γὼ θὰ ζὲ νικήσου,
Χάρο, ἂν εἶσαι δυνατός, κι᾿ ἂν εἶσαι παλληκάρι,
ἔλα ᾿πὰ νὰ παλαίψωμε, στὸ σιδερένιο ἁλώνι,
40 ὁπόχει πάτο δυνατό, καὶ γῦρον ἀτσαλένιο.
Ἑφτὰ βολὲς ὁ Μαυροειδὴς ἐνίκησε τὸ Χάρο,
κι’ ἀπάνου στὶς ὀχτώ βολές, ὁ Χάροντας θυμώνει,
βάνει ὅλη του τὴ δύναμη, τὸ νέο ξαρματώνει,
κι’ ἀπ᾿ τὰ μαλλία τὸν βουτᾶ, χάμου τὸν ἐξαπλώνει.
45 “Ασε με, Χάρο, ἄσε με, τί ἐγὼ εἶμ’ ἀντρειωμένος,
τώρα ποὺ μὲ ξαρμάτωσες, λογιοῦμαι νικημένος,
καὶ δὲν τὴ θέου τὴ ζωή, εἰς τὸν ᾿Απάνου Κόσμο,
μον’ δείξε μου τη στράτα ζου, κι’ ἔρχομαι μὲ τὴν κόρη.
Κι’ ὁ Χάρος ἀναμπαίζοντα, λέει τοῦ ἀντρειωμένου:
50 Ποῦ ‘ν’ τ’ ἀτσαλένιο ζου σπαθί, ποῦ ‘ναι τὸ βρακοζούνι,
Ποῦ ‘ν’ ἡ παλληκαρία ζου στο σιδερένιο ἀλώνι;
Ποῦ ‘ναι τὰ στήθη μάρμαρο, τὸ Χάρο νὰ νικήσης;
Φέρε την κόρη ὀλήγορα, καὶ σὺ θὲ ν’ ἀγκλουθήσης
τη στράτα τη θαλασσινή· πίζου μαϊτά μὴ ρίξης.
55 Μόν’ βλέπε κεῖνο τὸ βουνό, κάτου στὸν πέρα κάβο,
mὲ τὰ γκρεμὰ καὶ τὶς σπηλιές, ποὺ ἡ θάλασσα τὸν δέρνει,
ἐκεῖ ‘ναι ἐμένα ἡ στράτα μου, καὶ λίγο πάρα κάτω
ἐκεῖ ‘ναι καὶ τὸ σπήλιο μου, ποὺ πάει στὸν Κάτου Κόσμο,
ποὺ πάει στὰ Τάρταρα τῆς γῆς, μὲ τοὺς ἀποθαμένους.
60 Κι᾿ ὄντες θὰ ἰδῆς τὴν πόρτα του, λαχτάρα θὰ ζὲ πχιάση,
τί εἶν᾿ ἀπομέσα σκοτεινή, κι’ ἀπόξ᾽ ἀραχνιασμένη,
μὲ τὰ κουφάιρα τῶν ἀντρῶν τὴν ἔχου ὅλη χτισμένη,
μὲ τὰ μαλλιὰ τῶν κοριτσιῶν τὴν ἔχου σκεπασμένη.
2) Τὸ κάστρο τῆς Ὡριᾶς εἶναι στὴν ᾿Ανωπούλα ἢ Μακρινά. Ἡ ᾿Ανωπούλα εἶναι τὸ στηθαῖο τῆς Ἐμπρὸς στὸ Μεσσηνιακό κόλπο. Ἔχει μάκρος 5 1/2 χιλιόμ. καὶ πλάτος 200-500 μέτρα. Τὸ ὕψος της ἀπὸ τὴ θάλασσα εἶναι 350 μέτρα, καὶ ἀπὸ τὴν ξηρά (τὸ Κατωπάγγι) πλέον ἀπὸ 100 μέτρα. Καὶ ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρές εἶναι βράχος κάθετος καὶ ἀπάτητος. ᾿Απὸ τὴν ξηρὰ ὅμως ἀφίνει μερικές μπατές στὰ χωριά Νοχιά, Κοῦνο, καὶ Κηπούλα. Στὴ μέση περίπου τῆς ᾿Ανωπούλας στὴν ἀνατολικὴ πλευρά ὑπάρχουν ἐρείπια φρουρίου καὶ κατοικιῶν, τὰ ὁποῖα οἱ κάτοικοι τῆς Ἐμπρὸς ὀνομάζουν Κάστρο τῆς Ὡριᾶς. Τὸ ἔδαφος ἐδῶ εἶναι ὁλοτρύπητο ἀπὸ πολυάριθμες στέρνες οἱ περισσότερες τῶν ὁποίων εἶναι βαθειές. Πλησίον στὸ μέρος αὐτὸ εἶναι ἕνας λόφος ποὺ μοιάζει με πυραμίδα. Αν ὁ λόφος εἶναι τεχνητός, ὅπως γράφει ὁ Λήκ, ἔχει ἱστορικὴν ἀξία καὶ πρέπει νὰ ἐρευνηθῆ. Ἐμεῖς μ᾿ ὅλον ὅπου ἔχομε ἀνέβη πολλές φορές στο λόφο αὐτὸ στὴ μικρή παιδική μας ἡλικία, δὲ θυμούμεθα τίποτε ἄλλο ἀπὸ σπερδούκλια καὶ θυμάρια ποὺ σκέπαζαν τὶς πέτρες του.

Μαρτυρίες δὲν ἔχομε, ἂν τὸ κάστρο αὐτὸ χτίστηκε στην ἀρχαία ἢ στὴ βυζαντινὴ ἐποχή. Δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε δηλ. ἂν τὸ κάστρο Μαΐνης ποὺ ἀναφέρει ὁ Πορφυρογέννητος ἦταν τὸ κάστρο τῆς Ὡριᾶς, ἢ ἦταν τὸ κάστρο τοῦ Τηγανιοῦ καὶ τὸ ὁποῖον ὁ Βιλλαρδουΐνος ἁπλῶς ἐπισκεύασε στὰ 1248. Πιστεύομε ὅμως ὅτι ὁ Βιλλαρδουΐνος ἐπεσκέφτη τὸ Κάστρο αὐτὸ τῆς ῾Ὡριᾶς, ἀφοῦ εἶναι τὸ ὑψηλότερο σημεῖο τῆς Ἐμπρός, τὴν ὁποίαν ἐπεσκέφτη καὶ ἐρεύνησε, μὲ τόση προσοχὴ ὥστε νὰ ἀνακαλύψη τὴ φοβερή σπηλιά τῆς ῾Αγίτριας. Δὲν τὸ προτίμησε ὅμως, πιθανῶς γιὰ τὴ μεγάλη ἔκτασή του, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ πολυάριθμη φρουρά νὰ τὸ φυλάξη, καὶ τὴν ἀπόκεντρη τοποθεσία του.
Ἔπειτα τὴν ̓Ανωπούλα τὴ δέρνουν ἰσχυρότατοι ἄνεμοι ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη, καί, καθὼς εἶναι ἐντελῶς γυμνή, ἐπίπεδη καὶ στενή, δὲν μπορεῖ νὰ σταθῆ εὔκολα τὸ χειμῶνα ἐκεῖ ἐπάνω ἄνθρωπος. Εἶναι ἀπόκεντρη και μακριὰ ἀπὸ τὶς συγκοινωνίες τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θάλασσας (Μέζαπο, Γερολιμένα) καὶ τὶς κατοικίες τῶν ἀνθρώπων (Νυκλιάνικο, Πεντάδα). Γιὰ ὅλα αὐτὰ πιστεύομε ὅτι τὸ Κάστρο τῆς Ὡριᾶς χρησίμευε ὡς καταφύγιο σὲ ἐπιδρομὲς πειρατῶν. Γιὰ καταφύγιο εἶναι πολὺ κατάλληλο, γιατὶ οἱ πειρατές πήγαιναν νὰ ἁρπάξουν ὅ,τι ἔβρισκαν μπροστά τους : ἀνθρώπους γιὰ νὰ τοὺς πουλήσουν για δούλους καὶ πράματα. Δὲν μποροῦσαν ὅμως νὰ μείνουν μέρες, οὔτε ν’ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὰ πλοῖα τους καὶ νὰ τ ̓ ἀφίσουν σὲ ἀλίμενα μέρη καὶ τρικυμισμένη πάντα θάλασσα, καὶ νὰ τρέξουν νὰ πολιορκήσουν τὴν Ανωπούλα.
Ἕνα, λοιπόν, μικρό τεῖχος στις μπατὲς τῆς ̓Ανωπούλας έκανε ἀπρόσβλητο τὸ μέρος ἀπὸ πειρατὲς καὶ ἀσφαλισμένο καὶ εὔκολο καταφύγιο γιὰ ἀνθρώπους καὶ ζῶα. Καὶ πιστεύομε ὅτι ἕνα τέτοιο καταφύγιο μᾶλλον ἦταν παρὰ μόνιμο στρατιωτικό φρούριο κατὰ τὰ πρὸ τῆς Φραγκοκρατίας τουλάχιστον χρόνια τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.
3) Το Κάστρο τοῦ Πόρτο Κάγιου. Τὸ κάστρο αὐτὸ νομίζουν ἐσφαλμένως πολλοὶ ἱστορικοὶ ὅτι εἶναι τὸ Κάστρο τῆς Μαΐνης. ̓Απὸ τὴν ἱστορία ἰδοὺ τί γνωρίζομε γι’ αὐτό :
α) 1570. Η Βενετία κατέχει την Κρήτη καὶ τὴν Κύπρο. Η Τουρκία τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴ Μ. Ασία. Οἱ Τοῦρκοι τῶν μερῶν αὐτῶν παραπονοῦνται, γιατὶ τὰ παράλιά των υπόφεραν ἀπὸ πειρατὲς χριστιανοὺς τῆς Βενετίας, καὶ γιατί, ὅταν πήγαιναν με πλοῖα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο στη Μ. Ασία, τοὺς ἔπιαναν πειρατὲς ἔξω ἀπὸ τὰ παράλια τῆς Κύπρου. Μ’ αὐτὴ τὴν πρόφαση ἡ Τουρκία ἀποφάσισε να πάρη την Κύπρο ἀπὸ τὴ Βενετία καὶ ἄρχισε νὰ ἑτοιμάζεται για πόλεμο. Μιὰ δὲ ἀπὸ τὶς προπαρασκευὲς τοῦ πολέμου της ἦταν νὰ ἐμποδίση τὴ συγκοινωνία στους στόλους τῆς Βενετίας μὲ τὰ μεγάλα αὐτὰ νησιά. Στὶς ἀρχὲς λοιπὸν τοῦ 1570 ἔχτισε ἕνα φρούριο στο Πόρτο-Κάγιο και μέσα σ ̓ αὐτὸ ἔβαλε στρατό και 24 κανόνια γιὰ νὰ προστατεύουν τα τουρκικά πλοῖα ποὺ ἀπὸ τὸ καλὸ αὐτὸ λιμάνι θὰ κυνηγοῦσαν τὰ πλοῖα τῆς Βενετίας. Η Βενετία όμως, ποὺ εἶχε μὲ τὸ μέρος της τούς Μ. Μανιάτες, ειδοποιήθηκε ἀπ ̓ αὐτοὺς καὶ ἔστειλε ἀπὸ τὰ Χανιὰ τὸν κολπάρχη Μάρκο Κουερίνη με πλοῖα καὶ χτύπησαν το φρούριο. Οἱ Βενετοὶ ἀπὸ θάλασσα καὶ οἱ Μ. Μανιᾶτες ἀπὸ τὴν ξηρά, τὸ κυρίεψαν καὶ τὸ ἀνατίναξαν μὲ ὑπονόμους, ἀφοῦ ἔπιασαν αἰχμάλωτους τοὺς Τούρκους ποὺ τὸ ὑπεράσπιζαν.

β) 1670. Οταν τέλειωσε ὁ κατὰ τῆς Κρήτης πόλεμος (1669), ὁ Μέγας Βεζύρης ἔστειλε ἀπὸ τὴ Χίο γράμμα στοὺς Μανιᾶτες καὶ τοὺς ἔγραφε ὅτι τοὺς δίνει ἀμνηστία γιὰ τὴ βοήθεια που δώσαν στοὺς Κρητικούς, ὅτι τοὺς χαρίζει τοὺς φόρους ποὺ καθυστερούσαν καὶ τοὺς προσκαλοῦσε νὰ ὑποταχθοῦν, γιατὶ ἀλλοιῶς θὰ τοὺς σφάξη ὅλους. Σύγχρονα μὲ τὸ γράμμα αὐτὸ ἔστειλε καὶ τὸν Κεζέ ̓Αλή πασά με 6.000 ἄντρες, καὶ ἀποβιβάστηκε στὴ Ζαρνάτα, κ’ ἔχτισε φρούρια στὸ Βοίτυλο καὶ Κελεφά, καὶ ἄλλο στὸ Πόρτο Κάγιο, ἀλλά, γιὰ νὰ μὴ ἐρεθίση τοὺς Μανιᾶτες, διάδοσε μὲ τοὺς πράχτορες του ὅτι τὰ φρούρια χτίζονταν γιὰ νὰ προστατέψουν τὴν ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου καὶ ὄχι γιὰ κατοχὴ τοῦ τόπου.
γ) 1792. Ο Λάμπρος Κατσώνης, ὁ ὁποῖος ἦταν χιλίαρχος τῆς Ρωσσίας, ὅταν ἔμαθε ὅτι ἡ Ρωσσία ἀναγκάστηκε νὰ ὑπογράψη εἰρήνη μὲ τὴν Τουρκία, γιατὶ τὴν ἐγκατάλειψε ἡ Αὐστρία, ἀποφάσισε νὰ ἐξακολουθήση μόνος του τὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν Τούρκων. Κατὰ τὸ ἔτος λοιπὸν τοῦτο (1792) παράλαβε καὶ τὸν ̓Ανδρούτσο, ἦρθε στο Πόρτο Κάγιο, ἔχτισε ἕνα μικρό φρούριο καὶ τὸ ἔκαμε ὁρμητήριό του. Τὴν πληροφορίαν αὐτὴ τὴν ἐνισχύει καὶ ἄλλη πηγή, ἡ ὁποία γράφει : «Ὅτε δὲ ὁ Τουρκικός στόλος κατεδίωκε τὸν Μαγιόρ Λάμπρον, ὅστις ἔκτισε εἰς ̓Αχίλλειον (Πόρτο Κάγιο) μικρόν φρούριον, κατὰ τὴν ἐντολὴν ἣν εἶχεν ἀπὸ τὴν Ρωσσικὴν Κυβέρνησιν…». Το φρούριο αὐτὸ τοῦ Κατσώνη δὲν εἶναι τὸ παραπάνω φρούριο τῶν Τούρκων τῶν ἐτῶν 1570 καὶ 1670. Εἶναι ἄλλο, χτισμένο παρακάτω ἀπὸ τὸ τουρκικό αὐτό φρούριο, στὴν ἄκρη τοῦ σημερινοῦ χωριοῦ Μοναστήρι. Στο φρούριο αὐτὸ εἶναι κολλημένα σήμερα τὰ σπίτια τῶν Μπουρδιάνων τοῦ Μοναστηριοῦ.
δ) 1805. Ο Αγγλος περιηγητὴς Λὴκ λέγει, ὅτι εἶδε δυὸ φρούρια : Τὰ ἐρείπια ἑνὸς μεγάλου τετραγώνου φρουρίου ΒΑ τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ἕνα ἄλλο μικρό στο Μοναστήρι. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ φρούρια τὰ ἀναφέρει ἔτσι καὶ ἡ γαλλικὴ ἐπιστημονικὴ ἀποστολὴ ἡ ὁποία πῆγε στο Μοναστήρι στα 1829. Καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ φρούρια σώζονται στὴν ἴδια κατάσταση καὶ σήμερα.
̓Απὸ ὅλες λοιπόν αυτές τις πληροφορίες γίνεται φανερὸν ὅτι τὸ φρούριο τοῦ Πόρτο Κάγιου δὲν εἶναι τὸ φρούριο τῆς Μαΐνης. ̓Αλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν πληροφορία τοῦ χρονικοῦ τοῦ Μουρέως, φαίνεται καθαρά, ὅτι τὸ φρούριο τοῦ Πόρτο Κάγιου δὲν εἶναι τὸ φρούριο τῆς Μαΐνης, γιατὶ τὸ φρούριο Μαΐνης τό χτισε ὁ Βιλλαρδουΐνος στα 1258 «για να δουλώση τὰ Σκλαβικά» δηλ. τοὺς Μελιγγοὺς ποὺ κατοικοῦσαν τὸν κυρίως Ταΰγετο (τοὺς πρώην Δήμος Λεύκτρου, Καρδαμύλης καὶ ̓Αβίας). Με φρούριο δὲ στὸ Πόρτο Κάγιο δὲν μποροῦσε νὰ δουλώση τὰ Σκλαβικά, γιατί ἦταν πάρα πολύ μακριὰ ἀπὸ δαῦτα.
Πηγή: “Οι Νυκλιάνοι” Δημήτριος. Β. Δημητράκος Μεσίσκλης.Σελ.81-87

