Στις πληγωμένες από τον πόλεμο και διχασμένες εσχατιές της Ελλάδας, όπου η αδελφοκτόνος σύρραξη άφησε πίσω της ένα τοπίο γεμάτο μίσος και αίμα, οι ιστορίες που ακολουθούν δεν είναι απλώς αναμνήσεις, αλλά κατηγορίες. Κατηγορίες ενάντια στη φρίκη του Εμφυλίου, στην τυφλή βία που στράφηκε αδελφό προς αδελφό, στην απώλεια κάθε ίχνους ανθρωπιάς στο όνομα ιδεολογιών. Σε αυτές τις σκοτεινές σελίδες της ιστορίας, ο ηρωισμός στέκεται δίπλα στην πιο άγρια βαρβαρότητα, και η δικαιοσύνη συχνά θυσιάζεται στον βωμό της εκδίκησης. Ας ακούσουμε τις φωνές αυτών που έζησαν και υπέφεραν, ας γίνουμε μάρτυρες των ακροτήτων, για να μην λησμονηθεί ποτέ το τίμημα του διχασμού.
Στα άγρια, πετρώδη εδάφη της Μάνης και στους θεαματικούς, αλλά τότε επικίνδυνους, ορεινούς όγκους της Αλβανίας, η ανθρώπινη ψυχή δοκιμάστηκε στα άκρα. Ιστορίες ανδρείας έρχονται αντιμέτωπες με την ωμή βία, η ανάγκη για επιβίωση σμίγει με την τραγική απώλεια, και ο διχασμός αφήνει ανεπούλωτα τραύματα.
Στην καρδιά της μάχης στην Αλβανία, φανταστείτε τον Παντελέο, τα δύο του αδέλφια από τη Βάθεια να στέκουν ψηλά. Ο ένας με το πονυβόλο να βρυχάται στα χέρια του, εκτοξεύοντας βροχή από σφαίρες. Όταν η διαταγή του Νταβάκη για υποχώρηση έσχισε τον αέρα, ο Παντελέος έμεινε ακίνητος. Στα μάτια του ίσως έβλεπε την ντροπή της υποχώρησης, ίσως η καρδιά του αρνούνταν να λυγίσει. Και τότε, μόνος αυτός, συνέχισε να σφυροκοπά τον εχθρό με το πολυβόλο, μια πράξη αδιανόητης αυταπάρνησης. Ο Νταβάκης, έκπληκτος από την αντίσταση, διέταξε νέα επίθεση, και η ορμή του Παντελέου έμελλε να κρίνει τη μάχη. Η αναγνώριση ήρθε με τον βαθμό, αλλά η ζωή του έσβησε άδικα στην Αθήνα από τα χέρια του εμφυλίου. Και ο αδελφός του, ο πρώτος άντρας της Δημούς, υπέστη φρικτά βασανιστήρια, τα χέρια και τα πόδια του σημαδεύτηκαν για πάντα από την ομάδα του Παυλάκου.
Στην κατεχόμενη Αρεόπολη, το 1942, ο εντεκάχρονος Γιαννάκος ένιωθε την τραχιά πέτρα κάτω από τα γυμνά του πόδια καθώς περπατούσε προς το Γυμνάσιο-φυλάκιο. Οι πατούσες του, σκληρές σαν δέρμα ελέφαντα από την ξυπολυσία, τράβηξαν την αρρωστημένη περιέργεια των Ιταλών. Εκείνοι, με ένα κυνικό χαμόγελο, τον διέταζαν να σβήσει τα τσιγάρα τους στην πατούσα του. Για κάθε τσιγάρο, μια πανιότα, ένα λιγοστό κομμάτι ψωμί. Έτσι, ο μικρός Γιαννάκος, με μια πικρή γεύση στο στόμα και καψίματα στο δέρμα, εξασφάλιζε την επιβίωσή του.

Στον Αγερανό, ο Γιάννης Κουτσιλάκος, μόλις δεκαεννιά χρονών, με το μυαλό γεμάτο τις γνώσεις του Γυμνασίου, δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχος. Μαζί με τον Κώστα Κοτσιφάκο, οργάνωσαν μια μικρή εστία αντίστασης. Όμως, η δράση τους έληξε άδοξα. Ο Γιάννης πιάστηκε και η εικόνα του να κρέμεται από ένα τσιγκέλι στα Λεβέτσοβα, ένα φρικτό θέαμα, σφράγισε την τραγωδία της κατοχής. Ο θάνατός του, πέρα από τους δικούς του, έμεινε σχεδόν άγνωστος, χαμένος στην επερχόμενη θύελλα του Εμφυλίου.
Στον Πάλυρο, μετά την αποχώρηση των Ιταλών, η φήμη για κρυμμένα όπλα άνοιξε τον ασκό του Αιόλου. Σπίτια άνοιγαν, έρευνες γίνονταν, και παλιές έχθρες έβρισκαν πρόσφορο έδαφος. Άνθρωποι κατέδιδαν γείτονες, χαρακτηρίζοντάς τους «αριστερούς», και οι Εθνοφύλακες, συχνά νεαροί και άπειροι, εκτελούσαν «καθήκοντα» χωρίς δισταγμό. Η εξουσία στα χέρια ακαλλιέργητων ανθρώπων, γεμάτα πάθος και μίσος, έφερε βαρβαρότητες. Δεν ήταν μόνο οι νεκροί και οι ξυλοδαρμοί, αλλά και η άγρια αρπαγή των περιουσιών. Και για κάποιους, ήταν απλώς ένα διεστραμμένο παιχνίδι.
Ο αυτόπτης μάρτυρας θυμάται τον εαυτό του το 1945, μόλις δεκαεννιά χρονών, με την ευθύνη των μικρότερων αδελφών να βαραίνει τους ώμους του. Βρέθηκε μπροστά σε ένα τρομερό σταυροδρόμι: να στιγματιστεί ως αριστερός και να θέσει σε κίνδυνο την οικογένειά του, ή να ενταχθεί στις ομάδες του καπετάν Γιάννη. Επέλεξε το δεύτερο, αλλά στο ημερολόγιό του κατέγραψε με πικρία τις «βρωμιές», τα «πλιάτσικα», τους «φόνος» και τις «αισχρότητες» που είδε, μαρτυρίες που παρέμειναν κλειδωμένες στις σελίδες του.
Στην Πετρίνα, η ύπαρξη ανταρτών στα βουνά οδήγησε σε μια τραγική αλυσίδα αίματος. Ο Κ. και ο Καρα…όπουλος έφτασαν και άρπαξαν τους γονείς των ανταρτών, αθώους ανθρώπους που πλήρωσαν με τη ζωή τους την επιλογή των παιδιών τους. Η απάντηση των ανταρτών ήταν άμεση και σκληρή: εξήντα Πυργιανοί οδηγήθηκαν σε μια λούρα και εκτελέστηκαν χωρίς δίκη. Σήμερα, το κενοτάφιο στέκει βουβό, και τα παιδιά πηγαίνουν να ακούσουν μια ιστορία, μια αφήγηση που συχνά παραβλέπει την πολυπλοκότητα του πόνου και τις ευθύνες και των δύο πλευρών.
Με πηγές από το βιβλίο του Κυριάκου Δ. Κάσση :”Ξεχασμένοι και ζωντανοί Θρύλοι του Ταινάρου”

