Ξεκινώντας την εξερεύνησή μας στο Γύθειο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει κανείς μια νέα πόλη. Η πρώτη εντύπωση έχει καθοριστική σημασία. Αντιπαραβάλλουμε, για παράδειγμα, την απογοητευτική άφιξη στην Κωνσταντινούπολη μέσω του αεροδρομίου, που οδηγεί σε θλιβερές γειτονιές, με την επιβλητική αποκάλυψη μιας πόλης όταν την πλησιάζει κανείς από τη θάλασσα. Σκεφτόμαστε, επίσης, για τις μικρότερες πόλεις, όπου ίσως μια «νυχτερινή» άφιξη, σαν διακριτική παραβίαση, θα προστάτευε την αρχική, ανόθευτη εικόνα.
Για εμάς, η προσέγγιση στο Γύθειο είναι διαφορετική. Η άφιξή μας, διασχίζοντας τον πλατύ παραλιακό δρόμο και νιώθοντας τη ζωντάνια των καταστημάτων, μας γεμίζει με μια προσμονή που συνήθως συνδέεται με την άφιξη σε μια μεγάλη πόλη. Η φαντασία μας ταξιδεύει, οραματιζόμενοι το Γύθειο στολισμένο με μεγαλουπόλεις και μουσεία. Ακόμη και η απλότητα μιας διαμονής, παρατηρώντας τις λεπτομέρειες ενός δωματίου, μπορεί να προκαλέσει έναν απροσδόκητο θαυμασμό.
Ας εξερευνήσουμε τώρα την πλούσια ιστορία του Γυθείου. Παρόλο που ο Όμηρος δεν το αναφέρει, ο Παυσανίας συνδέει την ίδρυσή του με τον Ηρακλή και τον Απόλλωνα. Άλλοι θρύλοι το αποδίδουν στον Κάστορα και τον Πολυδεύκη. Η πόλη υπήρξε σημαντικό κέντρο εξόρυξης πορφύρας από τους Φοίνικες και τους Λάκωνες. Στην πορεία, έγινε το κύριο λιμάνι της Σπάρτης και σκηνή πολλών πολιορκιών, με γνωστές αναφορές στον Τολμίδη, τον Αλκιβιάδη και τον Επαμεινώνδα. Η ιστορία του είναι γεμάτη από κατακτήσεις και ανακατατάξεις, από τον Μακεδόνα Φίλιππο τον Ε’ και τον τύραννο Νάβη, μέχρι τη βίαιη απόσπασή του από τον τελευταίο από τον Ρωμαίο στρατηγό Τίτο Κουίντο Φλαμίνιο, ο οποίος, παραδόξως, τιμήθηκε σαν θεός στην πόλη. Υπό ρωμαϊκή κυριαρχία, το Γύθειο γνώρισε ειρήνη και ευημερία, με την ανάπτυξη της παραγωγής και της εξαγωγής πορφύρας και του κόκκινου αρχαίου μαρμάρου.
Ωστόσο, η ευημερία του Γυθείου υπό τους Ρωμαίους δεν ήταν αιώνια. Το τέλος αυτής της περιόδου παραμένει κάπως μυστηριώδες. Αναρωτιόμαστε αν η πόλη υπέστη καταστροφή από τους μεγάλους σεισμούς που έπληξαν τη νότια Πελοπόννησο, αν ερημώθηκε από τους Γότθους του Αλάριχου, την ίδια εποχή με τη Σπάρτη, ή αν χάθηκε στην επέλαση των Σλάβων Εζεριτών που εγκαταστάθηκαν αργότερα στην κοιλάδα του Ευρώτα. Η ιστορία δεν μας δίνει σαφείς απαντήσεις, και πολλές αρχαίες πόλεις έπεσαν θύματα επιδρομών και αμέλειας, αφήνοντας πίσω τους λίγα περισσότερα από τα ονόματά τους.
Όταν το κέντρο του ελληνικού κόσμου μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αυτές οι περιοχές μαράζωσαν, μετατρεπόμενες σε απομακρυσμένες επαρχίες. Η αρχαία τους λάμψη έσβησε, αφήνοντας μόνο αμυδρές αναφορές σε αυτοκρατορικά διατάγματα και εκκλησιαστικά έγγραφα. Για λίγο, η περιοχή έζησε ξανά κατά την περίοδο του Δεσποτάτου των Παλαιολόγων και των Καντακουζηνών, για να χαθεί και πάλι με την τουρκική κατάκτηση του Μυστρά.
Παραδόξως, αυτή η τραγωδία της τουρκικής κατάκτησης έφερε τελικά το Γύθειο πίσω στη ζωή. Η ίδια η πόλη φάνηκε να εξαφανίζεται προσωρινά, καθώς δεν αναφέρεται ούτε με το αρχαίο ούτε με κάποιο δημοτικό όνομα κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας. Φαίνεται πως δεν υπήρχε τίποτα εκεί, παρόλο που το όνομα «Γύθειον» χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει τα γύρω χωριά της Μάνης, γνωστά για την άγρια και αποτελεσματική τους άμυνα στα σύνορα. Η περιοχή ήταν γεμάτη ελληνορωμαϊκά ερείπια ανάμεσα σε μουριές και χωράφια, ίσως και μερικές ψαράδικες καλύβες στην ακτή.
Η αναγέννηση ήρθε το δεύτερο μισό του δέκατου όγδοου αιώνα, με την άνοδο της οικογένειας Γρηγοράκη, και ιδιαίτερα του Τζανέτμπεη. Θυμόμαστε τις αναφορές σε αυτόν. Μετά την προδοτική κρεμάλα του θείου του στην Τρίπολη, ο Τζανέτμπεης ηγήθηκε μιας εκδικητικής επίθεσης, διώκοντας τους Τούρκους από τις πεδιάδες γύρω από το Γύθειο και μετατρέποντας την περιοχή σε μια οικογενειακή επαρχία, την οποία και οχύρωσε με ισχυρούς πύργους. Έγινε πλούσιος και ισχυρός, αναγνωρισμένος ως ηγέτης της βορειοανατολικής Μάνης. Παρόλο που αρχικά αρνήθηκε το Μπεϊλίκι της Μάνης, αναγκάστηκε να το δεχτεί όταν δύο από τους γιους του κρατήθηκαν όμηροι στην Κωνσταντινούπολη.
Εγκαταστάθηκε στο Μαραθονήσι (Κρανάη), απέναντι από το κέντρο του Γυθείου, από το οποίο η περιοχή πήρε και το δημοτικό της όνομα για κάποιο διάστημα. Αν και η πόλη επανέκτησε το αρχαίο της όνομα, για πολλές γενιές ήταν γνωστή ως Μαραθονήσι. Ο Τζανέτμπεης έχτισε ένα ισχυρά οχυρωμένο κάστρο εκεί και αφιέρωσε την ηγεμονία του στην υπόθεση της ελληνικής ελευθερίας, καθιστώντας τη Μάνη κέντρο συνάντησης και οπλοστάσιο για τους κλέφτες και τους θαλασσοκαπεταναίους. Οι διαπραγματεύσεις του με τους Ρώσους και τον Ναπολέοντα μαρτυρούν τον ευρύτερο ρόλο του. Τελικά εκθρονίστηκε, αλλά το κάστρο του άντεξε πολλές πολιορκίες και η γενναιοδωρία του έμεινε θρυλική. Πέθανε φτωχός.
Όταν ο Ληκ επισκέφθηκε την περιοχή, υπό την ηγεσία του διαδόχου του Τζανέτμπεη, το Γύθειο δεν έμοιαζε ακόμη με μια οργανωμένη πόλη. Περιγραφόταν να αποτελείται από περίπου εκατό λιθόκτιστα, φτωχικά σπίτια, συγκεντρωμένα γύρω από μια μεγάλη εκκλησία με ένα καμπαναριό όπου κρεμόταν μια μοναδική καμπάνα. Το καλύτερο σπίτι είχε πατημένο χωμάτινο δάπεδο. Παρόλα αυτά, υπήρχε μια αίσθηση ζωντάνιας. Οι στενοί δρόμοι ήταν γεμάτοι από Μανιάτες, έτοιμους για μάχη, με μακριά μαλλιά και μουστάκια που έφταναν σχεδόν στους ώμους τους, και τις ζώνες τους γεμάτες πιστόλια. Η μακριά προκυμαία, με τα αγκυροβολημένα καράβια, τα καταστήματα και τα λίγα ξενοδοχεία, είχαν μια κάποια απλοϊκή γοητεία, παρόλο που εδώ κι εκεί υπήρχαν οι άδειες προσόψεις νεότερων κτιρίων.
Σήμερα, η εικόνα είναι αυτή ενός γοητευτικού προορισμού που συνδυάζει την πλούσια ιστορία με μια αυθεντική ατμόσφαιρα. Περπατώντας στους δρόμους του, συναντάμε ζωντανά μαγαζάκια που προσφέρουν τοπικά προϊόντα, ενώ η παραλιακή οδός προσκαλεί για χαλαρωτικούς περιπάτους δίπλα στη θάλασσα. Τα αμφιθεατρικά χτισμένα σπιτάκια σκαρφαλώνουν στις πλαγιές, δημιουργώντας μια γραφική εικόνα. Ιδιαίτερα το σούρουπο, η πόλη σφύζει από ζωή και κίνηση. Ανεβαίνοντας στον λόφο, η θέα της πόλης και του περιβάλλοντος, με τα αρχαία ερείπια να θυμίζουν το ένδοξο παρελθόν, είναι μαγευτική.
Συνολικά, το Γύθειο σαγηνεύει τον επισκέπτη με τον μοναδικό συνδυασμό της ιστορίας του και της αυθεντικής του γοητείας. Από τα αρχαία του λείψανα μέχρι τη γραφική προκυμαία, τα γοητευτικά του σοκάκια, τη ζεστή φιλοξενία και τα πανέμορφα αμφιθεατρικά του σπίτια, προσφέρει ένα ταξίδι στην καρδιά της Λακωνίας, όπου το παρελθόν συναντά το παρόν.
Με πηγές από το βιβλίο του Πατρικ Λη Φέρμορ Μάνη. Σελ. 398-405.”To Λιμάνι της Λακεδαιμονίας”.




