Μάνη Συνάντηση στον Άγιο Αθανάσιο

Τα «Ξόρκια» της Μάνης: Η Άλλη Ιατρική που Κρατούσε τη Ζωή.


Στη Μάνη, πριν φτάσει ο γιατρός — κι όταν έφτανε ήταν ακριβός και ξένος — υπήρχε η γυναίκα που ήξερε. Δεν τη φώναζαν μάγισσα. Τη φώναζαν «η θεια», «η μαμή», «αυτή που διαβάζει». Η πρακτική της ήταν η Παραδοσιακή Ελληνική Ιατρική, με ρίζες στον Ιπποκράτη και τον Διοσκουρίδη, αλλά με προφορά μανιάτικη: σκληρή, λιτή, αποτελεσματική.

Αυτό δεν ήταν δεισιδαιμονία. Ήταν σύστημα υγείας ανάγκης. Και τα «ξόρκια» ήταν το φάρμακο.

1. Η Φιλοσοφία: Το σώμα, η ψυχή και το «κακό μάτι»

Για τη Μανιάτισσα πρακτική, η αρρώστια δεν ήταν μόνο μικρόβιο. Ήταν τρία πράγματα μαζί:

  1. Φυσικό: Κρύωμα, πληγή, σπασμένο κόκαλο.
  2. Ψυχικό: Φόβος, λύπη, «βάρος στην καρδιά».
  3. Εξωτερικό: Μάτι, γλωσσοφαγιά, κατάρα.

Γι’ αυτό η θεραπεία συνδύαζε βότανο, τελετουργία και λόγο. Το «ξόρκι» δεν ήταν μαγεία — ήταν ιατρική επίκληση. Λέξεις που ηρεμούσαν το νευρικό σύστημα, σε εποχές που δεν υπήρχε ψυχολόγος.

2. Τα Εργαλεία της Μανιάτισσας «Γιατρίνας»

Α. Τα «Διαβάσματα» — τα μυστικά λόγια

Τα ξόρκια μεταδίδονταν μόνο προφορικά, από γυναίκα σε γυναίκα, και μόνο δύο μέρες τον χρόνο: τη Μεγάλη Πέμπτη ή τα Θεοφάνεια. Αν τα έλεγες άλλη μέρα, «χανόταν η δύναμή τους». Αν τα έγραφες, «πάγωναν».

Για το «κακό μάτι» / βασκανία:

  1. Το αμίλητο νερό: Πριν βγει ο ήλιος, πήγαινες σε τρεις βρύσες χωρίς να μιλήσεις σε άνθρωπο. Μάζευες νερό.
  2. Η διάγνωση: Έριχνες μέσα τρία κάρβουνα κι έσταζες λάδι. Αν το λάδι διαλυόταν και «βούλιαζε», είχε μάτι. Αν έμενε στην επιφάνεια σαν ματάκια, δεν είχε.
  3. Τα λόγια: Η γιαγιά σκύβοντας πάνω από το νερό ψιθύριζε. Οι στίχοι αλλάζουν από χωριό σε χωριό, αλλά το νόημα είναι ίδιο:

    «Αν είναι από άντρα, να σβήσει. Αν είναι από γυναίκα, να σβήσει. Αν είναι από παιδί, να σβήσει. Όπως σβήνει το κάρβουνο στο νερό, να σβήσει το κακό από τον/την…»

  4. Η θεραπεία: Ράντιζε τον άρρωστο τρεις φορές σταυρωτά και του έδινε να πιει τρεις γουλιές. Το υπόλοιπο νερό το έχυνε σε μέρος που δεν πατιέται — συνήθως στη ρίζα ενός δέντρου.

Για τον φόβο/«τρόμαγμα» στα παιδιά:
«Έδεναν το παιδί με κόκκινη κλωστή που την είχαν διαβάσει. Αν είχε τρομάξει, του έδιναν να πιει νερό που είχε μείνει όλη νύχτα κάτω απ’ τα άστρα». Η κόκκινη κλωστή «έδενε» την ψυχή που τρόμαξε και έφυγε. Το αστρόνερο την «ξανάφερνε».

Μανιάτισσες στην Αρεοπολη
Μανιάτισες σε ρούγα στην Αρεόπολη.Φωτό Γ.Βουρλίτης

Β. Οι Βεντούζες — οι «κοφτές»

Βασική πρακτική για πόνους, κρυώματα, πνευμονία.

Πώς γίνονταν:

  1. Ζέσταιναν μικρά γυάλινα ποτηράκια με φλόγα από βαμβάκι βουτηγμένο σε οινόπνευμα.
  2. Τα «κολλούσαν» στην πλάτη ή στο στήθος. Το κενό αέρος τράβαγε το δέρμα μέσα.
  3. «Ρούφαγε το κακό αίμα», έλεγαν. Σήμερα ξέρουμε ότι ήταν βεντουζοθεραπεία — βελτίωνε την κυκλοφορία και ανακούφιζε τον πόνο.
  4. Αν ο πόνος ήταν «βαρύς», έκαναν και «χαρακιές» — μικρά χαράγματα πριν τη βεντούζα για να βγει λίγο αίμα.

Γ. Οι Βδέλλες

Για πρηξίματα, φλεγμονές, πονοκεφάλους. Τις μάζευαν από τα ποτάμια και τις έβαζαν πάνω στο πρησμένο σημείο. «Έπιναν το χαλασμένο αίμα». Ήταν η μανιάτικη αντιβίωση.

Δ. Τα Βότανα — το φαρμακείο του Ταΰγετου

Η Μανιάτισσα ήταν και εθνοβοτανολόγος. Ήξερε κάθε πλαγιά:

Το πρόβλημα

Το βότανο της Μάνης

Η χρήση

Πληγές/κοψίματα

Δίκταμο, «έρωντας»

Το έλιωναν και το έβαζαν πάνω. Αντισηπτικό-επουλωτικό.

Στομαχόπονος

Φασκόμηλο, μέντα

Αφέψημα.

Πυρετός

Χαμομήλι, τίλιο

Ρόφημα, εντριβές.

Βήχας/κρύωμα

Ρίγανη, θυμάρι σε μέλι

Το «αντιβιωτικό» της Μάνης.

Πόνοι περιόδου

Αψιθιά

Επικίνδυνο — ήθελε δόση. Μόνο οι έμπειρες.

Δηλητηρίαση φιδιού

«Φιδόχορτο»

Το έδεναν στο σημείο και έλεγαν ξόρκι.

3. Οι Ειδικές Γυναίκες της Μάνης

  1. Οι Μαμές: Δεν ξεγεννούσαν μόνο. Ήταν γυναικολόγοι, παιδίατροι, ψυχολόγοι. Ήξεραν να «γυρίσουν» το παιδί, να κόψουν τον ομφάλιο, να φροντίσουν τη λεχώνα 40 μέρες.
  2. Οι Βικογιατροί: Οι άντρες που έδεναν σπασμένα κόκαλα με ξύλα και πανιά. Είχαν «χέρι».
  3. Οι «Διαβασμένες»: Αυτές που ήξεραν τα λόγια. Συνήθως χήρες, μεγάλες σε ηλικία, που είχαν «περάσει πολλά». Τις σέβονταν και τις φοβόνταν.
Βάθεια Εργασία στο αδράχτι
Βάθεια Εργασία με το αδράχτι. Γ.Βουρλίτης

4. Το Ξόρκι του Γδικιωμού — η πιο σκοτεινή πλευρά

Υπήρχαν και ξόρκια όχι για να γιατρέψουν, αλλά για να «δέσουν» ή να καταραστούν. Τα έλεγαν χαμηλόφωνα, νύχτα, σε ξωκλήσια.

«Να μην μπορεί να κοιμηθεί, να μην μπορεί να φάει, μέχρι να ξεπληρώσει το αίμα».

Αυτά δεν τα έλεγαν εύκολα. Γιατί «το κακό που στέλνεις, γυρίζει πίσω διπλό». Η ίδια γυναίκα που ξόρκιζε για το μάτι, μπορούσε να «δέσει» έναν άντρα να μην παντρευτεί άλλη. Η ηθική ήταν δική της ευθύνη.

5. Γιατί Χάθηκαν — και τι Έμεινε

Τα ξόρκια άρχισαν να σβήνουν με τρεις τρόπους:

  1. Οι γιατροί: Όταν ήρθε το αγροτικό ιατρείο, η πρακτική έγινε «οπισθοδρομική».
  2. Η ντροπή: Τα παιδιά που σπούδαζαν στην Αθήνα ντρέπονταν να πουν ότι η γιαγιά τους «ξεμάτιαζε».
  3. Ο θάνατος: Οι γιαγιάδες πέθαιναν χωρίς να προλάβουν να μεταδώσουν τα λόγια. Γιατί αν δεν τα πεις τη Μεγάλη Πέμπτη, πάνε χαμένα.

Τι έμεινε σήμερα:

  • Οι βεντούζες έγιναν «cupping therapy» στα spa.
  • Το δίκταμο μπήκε σε ακριβά καλλυντικά.
  • Το «ξεμάτιασμα» το κάνουμε ακόμα, έστω για πλάκα. Αλλά όταν το παιδί έχει πυρετό και κλαίει, η μάνα ακόμα ψιθυρίζει κάτι που της έμαθε η γιαγιά της.
  • Η Παραδοσιακή Ελληνική Ιατρική διεκδικεί πλέον αναγνώριση ως Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά.

Η Αξία της Προφορικής Μαρτυρίας

Στα γραπτά βρίσκεις νόμους και ημερομηνίες. Στις γιαγιάδες βρίσκεις τον «ιδιωτικό λόγο»: τον φόβο να μην πεθάνει το παιδί, την ενοχή του γδικιωμού, την περηφάνια που κράτησες το σπίτι όρθιο με βότανα και προσευχές.

Αυτός είναι ο λόγος που τα ξόρκια είναι μεγαλείο. Γιατί ήταν η Μάνη που δεν παραδόθηκε ούτε στον θάνατο ούτε στον πόνο. Τον ξόρκισε.

Πηγή: “Οι Νυκλιάνοι” Δημήτριος Β.Δημητράκος-Μεσίσκλης.Σελ.36-37

Θα χαρούμε να σχολιάσετε