maniatis kinigos

Οι Μανιάτες , ο Γέρο Κώστας και τα αγρίμια.


Όλοι οι Μανιάτες έχουνε μανία με τ’ αγρίμια και τα κυνηγάνε με ό,τι τρόπο μποράνε, με δόκανα με αγκίστρια, με φαρμάκι, μ’ ό,τι άλλο μέσο έχουνε να ντα ξεπαστρέψουνε. Πιο πολύ τους στήνουνε καρτέρι το βράδυ στα περάσματα με το ντουφέκι. Προπαντός οι κυνηγοί έχουνε ψύχωση με τ’ αγρίμια και το ‘χουνε καμάρι τους να λένε πως σκοτώσανε ένα λύκο, μία αλεπού, ένα τσακάλι, ασβό ή κουνάδι. Παλιότερα τα φέρνανε και τα δείχνανε έτσι σκοτωμένα στην πλατέα και άμα ήτανε κανένας επικίντυνος, πολύ ζημιάρης λύκος, τους έδινε ο κόσμος και λεφτά σε κείνους που τονε σκοτώνανε. Σήμερα έχουνε ημερέψει καθόλου τ’ αγριμικά, γιατί ο κόσμος δεν έχει ζωντανά. Οι αλεπούδες περνάνε ούτε εκατό μέτρα μακριά από τη ρούγα, οι ασβοί, τη νύχτα, κάνουνε σουλάτσο στο καντιρίμι του χωριού και τα κουνάδια, σχεδόν μέρα μεσημέρι, σκαρφαλώνουνε στις μουριές του κήπου και τρώνε μούρα και βατεύουνται στα κεραμίδια σαν τα γατιά.

Παλιά για να κυνηγήσεις κουνάδι έπρεπε να πας στα άγρια λαγκάδια ή να ντο φυλάξεις και κείνο νύχτα με το φεγγάρι. Τις πιο πολλές φορές οι κυνηγοί πηγαίνανε στη σπηλιές. Τηράγανε απόξω από τις τρούπες και, άμα βλέπανε νυχιές, καταλαβαίνανε ότι μέσα λούμωνε κουνάδι. Τότε ο ένας άναβε ένα κάβαλο, το ‘βανε απόξω στην τρούπα για να καπνίζει και ο άλλος φύλαε με το δίκαννο απέναντι, άμα βγει κείνο, σκασμένο από τον καπνό, να ντου τη μπουμπουνήξει. Φτωχοί οι Μανιάτες και τα αγρίμια τους υστερούσανε το εισόδεμα και τά ειχανε άχτι. Το περισσότερο όμως είναι που οι Μανιάτες έχουνε μέσα τους αίμα πολεμιστή και βλέπουνε τ’ αγρίμια σαν εχτρούς και σαν αιτία να δουλέψουνε το ντουφέκι τους.

Ακόμη και τα παραμύθια παίζανε ρόλο, που τους λέγανε οι γιαγιάδες τους, όταν ήτανε παιδιά, για τον κακό λύκο, την πονηρή αλεπού, τον ασβό που χαλάει τους κήπους και τα κουνάδια και τις νυφίτσες που λαιμοκαρυδιάζουνε τις κότες και τα κουνέλια. Μπορούσανε να πάνε για μία αλεπού στα άγρια λαγκάδια μεσάνυχτα, που ξέρανε ή φανταζούντανε πως είχε πέρασμα και να ντη φυλάνε με τις ώρες. Παλιότερα πουλάγανε και το αλεποτόμαρο για γούνες και κρατάγανε και τα πόδια τους για δείξη, ότι τις σκοτώσανε και κάτι παίρνανε κι από το δασαρχείο, γιατί είναι επικηρυγμένες.

maniatis kinigos 1

Πιο πολύ μαχόντουσαν τα τσακάλια και τους λύκους, που τους τρώγανε τα γιδοπρόβατα, όντε μεινέσκανε όξω τις νύχτες. Μερικές φορές πηγαίνανε και βαράγανε σμπάρα εκεί που ξέρανε πως έμεινε το ζωντανό τους για να σκιαχτούνε τα τσακάλια και να τσαγκρίσουνε από κει. Λύκοι δεν υπάρχουνε σήμερα. Μερικοί, που ήτανε στα βουνά ισαπάνω, τους ξεπαστρέψανε. Ξαφανιστήκανε και τα τσακάλια, που χαλάγανε τον κόσμο με το διαβολεμένο κλαψουριτό τους, έχουνε τρία τέσσερα χρόνια ν’ ακουστούνε. Μπορεί επειδή δε βρίσκουνε νερό να πίνουνε και φύγανε.

Όλοι οι Μανιάτες λοιπόν έχουνε μανία με τα αγρίμια μα πιο πολύ ο γερο-Κώστας ο Μπαζίγος, που μείνεσκε σ’ ένα ξαμόνι στα Μπαζιγέικα. Κάθε βράδυ έβγαινε να ακρομαστεί την αλεπού και να καταλάβει πού έχει τη φωλιά της. Όταν ήτανε παρέα και κουβεντιάζανε, κείνος ακρομαζότανε όξω, τη φύση. Έσκουζε μία κουκουβάγια. Τους διάκοφτε τη συζήτηση: “Άκου”, έλεγε, “την κουκουβάγια: Τώρα περνάει αλεπού από κει πάνω, κουμπάρα” και τον έπιανε ψύχωση. Μία βραδιά ανακάλυψε μια αλεποφωλέα και άκουγε μέσα να σκούζουνε αλεπόπουλα. Σκέφτηκε πώς να ντα πιάσει. Πιο πολύ ήθελε να κάμει τον αλεπουδιάρη. Να πιάσει ένα αλεπόπουλο, να ντο μεγαλώσει και να ντο γυρίζει σαν αρκουδιάρης και να βγάνει λεφτά —εξόν από την περηφάνεια πο ‘νιωθε που τσάκωσε αγριμικό.

Πήγε λοιπόν στο σπήλιο με τα αλεπόπουλα μία μέρα και, πράγματις, περιάδραξε ένα από δαύτα. Την άλλη μέρα τονε ρωτάγανε πως τα κατάφερε και το τσάκωσε. “Μπήκα μέσα στη σπηλαία”, τους λέει, “ξεντύθηκα, ξαπλώθηκα μπροστά στην αλεπότρουπα να μυρίσει κρέας· κείνο ήρθε κοντά μου και με μυριζότανε”. “Και δε σε δάγκασε, ρε κουμπάρε;” “Πώς δε με δάγκασε, τρεις φορές, εδώ στην κιουλιά. Το μπαγλάρωσα όμως”. Τό είχε δέσει από μία αλυσίδα και το ‘σουρνε κοντά του, όπου πάγαινε, και το ‘δειχνε. Τό είχε πάει και στην Αθήνα, μία φορά πού είχε ανέβει και το σιριάναγε εδώ και κει. Προς τα κάτω, μάλιστα, ως τη Μάνη, ήρθε και με τα πόδια, φέρνοντας στον ώμο του ένα τσικούρι, που αγόρασε στο Μοναστηράκι, να σχίζει ξύλα. Αρχαίος Έλληνας ο Κώστας.

Μία μέρα ήτανε για κυνήγι με το γιο του μ’ ένα παλιομπροστογιόμι και κάτι τις είχε πιάσει τις αλεπούδες και είχανε βγει όξω από τις φωλιές τους και βόσκανε σαν πρόβατα. Ψηλός, ξερακιανός, με τις μουστάκες κατά πέρα και κάτι μακριά αριά δόντια, με τα κατάμαυρα μαλλιά του σηκωμένα κατά πάνω σαν πρόκες, γύριζε ο Κώστας στα χωράφια. Κυνηγός λυκοβουνίου ο Κώστας. Προχωράνε λίγο, τηράνε ένα αλεπόπουλο και κάτι τσαλαμαχιότανε μέσα στο άγριωμα του Κατάκου. Πάει παραμονευτά ο Κώστας, ακουμπάει τσαγανά τσαγανά το ντουφέκι σε μία ράμα, σηκώνει τον κόκορα, πατάει τη σκαντάλη —είχε βάλει άκαπνη στη ριξιά— ξουφ, σπορίζει το κάτω μέρος της κάννης τον παίρνει ένα κομμάτι σίδερο, στα γιομάτα, από κάτω από το μάτι. Κιουράγανε τα αίματα το κατηφόρι. Ο γιος του τον τήραζε και δεν έκανε τίποτα. “Μάσα σπάκα, ρε αντίχριστο!” του φώναξε τότε ο Κώστας όλο νεύρα.

Το Κεντρικό Νόημα

Η ιστορία του γερο-Κώστα δεν είναι απλώς ένα χρονικό κυνηγιού, αλλά μια ακτινογραφία της μανιάτικης ψυχής. Σε έναν τόπο όπου η επιβίωση ήταν καθημερινός πόλεμος, η σχέση του ανθρώπου με τα «αγρίμια» δεν ήταν ποτέ μονοδιάστατη. Ήταν μια σχέση μίσους για τη ζημιά, αλλά και βαθιάς αναγνώρισης μιας κοινής μοίρας: της ανάγκης για επικράτηση μέσα σε ένα περιβάλλον σκληρό και ανυπότακτο. Ο Μανιάτης, βλέποντας το αγρίμι ως «εχτρό», στην πραγματικότητα έβλεπε έναν αντάξιο αντίπαλο, έναν καθρέφτη της δικής του αδάμαστης φύσης που τον κρατούσε σε εγρήγορση, με το ντουφέκι πάντα γεμάτο και τις αισθήσεις του σε απόλυτη ένταση.

Γλωσσάρι της Ιστορίας

  • Αγριμικό / Αγρίμι: Το άγριο ζώο του βουνού (λύκος, αλεπού κ.λπ.).

  • Ακρομάζομαι / Ακροκρούομαι: Ακούω με μεγάλη προσοχή, στήνω αυτί.

  • Αλεπουδιάρης: Αυτός που εκπαιδεύει αλεπούδες (κατά το “αρκουδιάρης”).

  • Βατεύουνται: Ζευγαρώνουν (για ζώα).

  • Γιδοπρόβατα: Τα αιγοπρόβατα, το κοπάδι.

  • Δόκανο: Παγίδα για ζώα.

  • Επικηρυγμένα: Ζώα που η εξόντωσή τους αμειβόταν από το κράτος λόγω των ζημιών που προκαλούσαν.

  • Θέτω / Μεινέσκω: Μένω, κατοικώ ή διανυκτερεύω.

  • Κάβαλο: Ξερό χόρτο ή άχυρο που χρησιμοποιούσαν για να βγάζουν καπνό (κάπνισμα φωλιάς).

  • Καντιρίμι: Το λιθόστρωτο δρομάκι του χωριού.

  • Κιουλιά: Η περιοχή των οπισθίων (λαϊκή έκφραση).

  • Κιουράω: Τρέχω με ορμή, κυλάω (για υγρά).

  • Κουνάδι: Το κουνάβι.

  • Λαιμοκαρυδιάζω: Πνίγω (πιάνω από τον λαιμό).

  • Λουμώνω: Κρύβομαι, λουφάζω περιμένοντας.

  • Ντα / Ντο / Ντη: Ιδιωματικές αντωνυμίες (τα, το, τη).

  • Ντουφέκι: Το όπλο.

  • Ξαμόνι: Απόμερο μέρος, ερημιά, εξοχή.

  • Παλιομπροστογιόμι: Παλιό εμπροσθογεμές όπλο (που γεμίζει από την κάννη).

  • Περιαδράχνω: Πιάνω σφιχτά, γραπώνω.

  • Ράμα: Πέτρινο πεζούλι ή άκρη χωραφιού.

  • Ρούγα: Το στενό δρομάκι ή η γειτονιά.

  • Σιριάνημα: Η βόλτα, η περιφορά.

  •  Σμπάρα: Πυροβολισμοί (συνήθως στον αέρα για εκφοβισμό).
  • Τσαγκρίζω: Φεύγω τρομαγμένος, τρέπομαι σε φυγή.

  • Τσαλαμαχιέμαι: Κινούμαι με θόρυβο μέσα στα ξερόκλαδα ή τα άγρια χόρτα.

  • Τρούπα: Η τρύπα, η φωλιά.

  • Υστερώ: Στερώ, λιγοστεύω (εδώ: μειώνω το εισόδημα).

  • Φυλάω: Παραμονεύω στο καρτέρι.

Επεξεργασία-φωτό: Όμορφη Μάνη

Πηγή :” Παραμύθια Μύθοι & Θρύλοι της Μάνης” Γιάννη Μανιατέα . Εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη. Γ.Π Δημακόγιαννης

Visited 1 times, 1 visit(s) today

Θα χαρούμε να σχολιάσετε