Στην καρδιά της Έξω Μάνης , στο γραφικό Εξωχώρι, δεσπόζει ένας επιβλητικός ναός που μετρά πάνω από έναν αιώνα ζωής: ο Ιερός Ναός της Υπαπαντής του Σωτήρος. Από τα εγκαίνιά του το 1916, αυτό το μεγαλοπρεπές οικοδόμημα, διαστάσεων 21×14 μέτρων, αποτελεί ένα ζωντανό μνημείο της πίστης, της συλλογικής δράσης και της απαράμιλλης θέλησης των κατοίκων του Εξωχωρίου. Χτισμένος εξ ολοκλήρου με ντόπια πέτρα και μάρμαρα, ανακηρύχτηκε το 1960 διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού, επιβεβαιώνοντας την ιστορική και αρχιτεκτονική του αξία.
Ένα όραμα που γεννήθηκε στα μαγαζιά
Η ιδέα για την ανέγερση ενός τόσο μεγάλου ναού δεν γεννήθηκε τυχαία. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το Εξωχώρι, με τους πέντε οικισμούς του (Πρίπιτσα, Χώρα, Κολυμπέτου Νίκοβα, Εξωχώρι) έσφυζε από ζωή, φιλοξενώντας 1700 έως 2000 μόνιμους κατοίκους. Λέγεται ότι η πρωτοβουλία ξεκίνησε από τους ντόπιους μαγαζάτορες. Οι εκκλησίες αποτελούσαν κεντρικό σημείο συνάντησης, και μετά τη λειτουργία, οι πιστοί συνήθιζαν να συγκεντρώνονται στα μαγαζιά. Η τοποθεσία της Υπαπαντής επιλέχθηκε στρατηγικά, κοντά σε όλα τα καταστήματα, δημιουργώντας έναν πόλο έλξης για την κοινότητα.
Ο χώρος όπου σήμερα στέκεται ο ναός ήταν άλλοτε ένα “θαυμαστό νταμάρι”, κομμένο στα δύο από ένα ρέμα. Όπως αφηγείται ο Αντρωμένος, ο εκβραχισμός του νταμαριού απέφερε τόση πέτρα, που όχι μόνο χτίστηκε η Υπαπαντή, αλλά και δύο ακόμη χαμένα καμίνια! Ένας εντυπωσιακός άθλος, που μαρτυρά την εκτεταμένη προετοιμασία του εδάφους.
Η συμβολή του μηχανικού και ο μαέστρος της πέτρας
Η αρχιτεκτονική μελέτη του ναού ανατέθηκε στον πολιτικό μηχανικό Νίκο Φιλέρη (που αρχικά ονομαζόταν Βασίλης Θαλαμής και μετέπειτα Φαλερέας), ο οποίος είχε αναλάβει το σχέδιο της Υπαπαντής της Καλαμάτας. Το καλοκαίρι του 1902 ή του 1903, κατά την τελευταία του επίσκεψη στο χωριό της καταγωγής του, η εκκλησιαστική επιτροπή του ζήτησε να σχεδιάσει ένα μεγαλοπρεπές ναό σε σχήμα “αλ”, παρόμοιο με την εκκλησία της Καλαμάτας.
Ο θεμέλιος λίθος του ναού τέθηκε το 1904 ή το 1906, και το έργο ανέλαβε ο φημισμένος μαρμαρογλύπτης Νικόλαος Βιδάλης από τα Υστέρνια της Τήνου. Ο Μαστρο-Νικόλας, αν και δεν διέθετε δίπλωμα μηχανικού, ήταν ένας “υπερμάχης” στην τέχνη του. Η ιστορία της παρουσίας του στην απομακρυσμένη Μάνη παραμένει αντικείμενο έρευνας, αλλά το αποτέλεσμα της δεκαετούς έως δωδεκαετούς εργασίας του μιλά από μόνο του.
Όταν ο Μαστρο-Νικόλας έφτασε στο Εξωχώρι, διαπίστωσε ένα κρίσιμο πρόβλημα: το σχέδιο του Φιλέρη δεν “χωρούσε” στο οικόπεδο, φτάνοντας επικίνδυνα στον γκρεμό. Οι Εξωχωρίτες, με τον ενθουσιασμό τους, είχαν ξεκινήσει την προετοιμασία σαν τον “Χίντζα από την σκεπή”, χωρίς να έχουν προσαρμόσει το οικόπεδο στο σχέδιο. Ο Μαστρο-Νικόλας, με την ασύγκριτη εμπειρία του, μίκρυνε τον ναό κατά δύο μέτρα “με το μάτι”, χωρίς να χρειαστεί νέο σχέδιο, και κατάφερε να φέρει το έργο σε πέρας χωρίς κανένα λάθος.

Το μυστικό της μανιάτικης πέτρας και οι Τηνιακοί μάστορες
Για την ανέγερση της Υπαπαντής χρησιμοποιήθηκαν έξι με εφτά χιλιάδες ντόπια μάρμαρα, που εξορύχθηκαν από δύο λατομεία: το ένα στου Καντηρία το λαγκάδι, κάτω από τον ναό, και το άλλο στον Σφυριχτή, νοτιοδυτικά του Εξωχωρίου. Όλες οι μαρμαροδουλειές, από τα αγκωνάρια έως τους κίονες του νάρθηκα με τα περίτεχνα κορινθιακού ρυθμού κεφαλόκιονα, φιλοτεχνήθηκαν από τον Μαστρο-Νικόλα και τους Τηνιακούς πελεκάνους που τον συνόδευαν.
Η εντύπωση που άφησε ο Τηνιακός πρωτομάστορας ήταν τόσο βαθιά, που ο παπα-Ναπολέων (πρώην εφημέριος της Υπαπαντής) αφηγείται χαρακτηριστικά: «Έβγαζε ένα μάρμαρο, το τετραγώνιζε, το τρυπούσε με παραμίνα στο κέντρο, το στερέωνε σ’ έναν πάγκο για να περιστρέφεται και κάθιζε και το δούλευε. Έκανε δώδεκα μέρες το κάθε κεφαλόκιονο. Έπαιρνε πέντε δραχμές την ημέρα, ήταν έξι οκάδες λάδι, ο αρχιμάστορας. Οι άλλοι μάστορες παίρνανε μιάμιση δραχμή – δύο, αλλά αυτός το άξιζε, ήτανε άριστος».
Για το χτίσιμο της πέτρας, ο Μαστρο-Νικόλας συγκέντρωσε όλους τους καλούς χτίστες και μαρμαράδες της περιφέρειας, από το Πραστίο, τα Τσέρια, και φυσικά το Εξωχώρι (όπως οι Γαληναίοι, οι Πετρουλαίοι, οι Καλλέργηδες, οι Ζαμπραίοι, οι Αποστολαίοι, ο γερο-Γιάννης ο Σκοπετέας). Οι καλύτεροι μάστορες έχτιζαν την εξωτερική όψη, ενώ οι μέτριοι την εσωτερική, καθώς η τελευταία προοριζόταν για σοβάτισμα και αγιογράφηση. Ευτυχώς, ο ναός δεν σοβατίστηκε ποτέ, διατηρώντας το αυθεντικό του χτίσιμο, που αποτελεί έναν από τους λόγους που ανακηρύχτηκε διατηρητέο μνημείο. Ο Κουτσοδράκος εκτιμά: «Τέτοιο χτίσιμο της Υπαπαντής δεν μπορεί να κάνει σήμερα κανείς. Οι παλαιοί την ξέρανε την τέχνη της πέτρας. Δεν είναι ότι βάζανε μόνο τη φάτσα της πέτρας, τη δένανε την πέτρα, ξέρανε δηλαδή να χτίσουνε για στερεότητα. Την Παπαντή μπορείς να την τσουλήσεις και να μην χαλάσει, τόσο καλά!».
Η επίβλεψη του Μαστρο-Νικόλα ήταν υποδειγματική. «Γύριζε», αφηγείται ο παπα-Ναπολέων, «σ’ όλους τους μαστόρους που χτίζανε και τους επέβλεπε. Έφτασε σε έναν: Μαστροβαγγέλη, του λέει, αυτή την πέτρα δεν την έβαλες καλά. Δεν πειράζει, του λέει, Μαστρονικόλα. Α, του λέει, μάζεψε τα ζεμπίλια σου και φύγε. Το δεν πειράζει δεν μου το έχει πει μάστορας εργάτης μέχρι σήμερα. Για σένα δεν πειράζει, του λέει, για μένα πειράζει που φεύγεις δύο χιλιοστά δω κάτω, κει πάνω στις κολώνες θα φτάσομε στα είκοσι χιλιοστά και πειράζει πάρα πολύ για μένα, του λέει». Ακόμη και ο νομομηχανικός από τη Σπάρτη, όταν επισκέφτηκε το έργο για επιθεώρηση, θαύμασε την εργασία και αναφώνησε: «Τι με φέρατε εδώ εμένα; Εγώ κρατώ τη θεωρία, αυτός κάνει την εφαρμογή, έχει την τέχνη. Προχώρα, μάστορά μου, λέει, και δεν ξανάρχομαι, δεν χρειάζεσαι επίβλεψη, του λέει. Και προχώρησε ακάθεκτα».
Η ανιδιοτελής προσφορά μιας κοινότητας
Η ανέγερση της Υπαπαντής αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα εθελοντισμού και συλλογικής προσπάθειας. Οι Εξωχωρίτες συνέβαλαν με την προσωπική τους εργασία και την προσφορά υλικών από τη φύση της Μάνης.
Κάθε Κυριακή, σύσσωμο το χωριό κουβαλούσε τα μάρμαρα που είχαν εξορύξει οι μαρμαράδες κατά τη διάρκεια της εβδομάδας. Ο Κουτσοδράκος και ο παπα-Ναπολέων αφηγούνται συγκλονιστικές ιστορίες: «Έβλεπες γυναίκες να ανεβάζουν από του Καντρέα το λαγκάδι μάρμαρα ογδόντα εκατό οκάδες, η Στάθω, μια δρακογυναίκα, η Χριστακόνυφη που είχε γάμπες σταβάρια, μια Κατσικού, όλες οι νέες γυναίκες, εκατό γυναίκες τότε». Ακόμη και τα ποριά για τη στέγη και τους θόλους μεταφέρθηκαν από γυναίκες, από τη Στάρα. Ο γερο-Κυριακούλης, παππούς του παπα-Ναπολέοντα, έφερνε μία γίδα από τα διακόσια κεφάλια του κοπαδιού του, την έβραζαν και έτρωγαν όλοι, ενώ τον καθίζανε πάνω σε μάρμαρα πεντακοσίων έως χιλίων κιλών για να “πακινείται ο κόσμος”, να τους δίνει δηλαδή κίνητρο και δύναμη.
Η ανάγκη για άμμο, ως συνδετικό υλικό με τον ασβέστη, ήταν τεράστια. «Εκατό μουλάρια την ημέρα κουβαλούσανε άμμο από τις σπηλιές που είναι στο Βγαλμένο Λιθάρι και το Τσέτσοβο», αναφέρει ο Κουτσοδράκος. Ο ασβέστης παράγονταν επί τόπου, με τρία μεγάλα καμίνια που έβγαζαν δύο χιλιάδες καντάρια (δώδεκα χιλιάδες κιλά) ασβέστη το καθένα. Για την καύση του ασβέστη απαιτούνταν δέκα με δώδεκα χιλιάδες «γουμάρια» (ό,τι μπορούσε να ζαλώσει μια γυναίκα) ψιλό ξύλο και πενήντα φορτώματα χοντρό ξύλο. Οι καμπάνες χτυπούσαν καθημερινά, καλώντας δέκα, είκοσι, τριάντα γυναίκες και άντρες με μουλάρια να κουβαλούν ξύλα, ώστε το καμίνι να καίει μέρα νύχτα.
Χρηματοδότηση και εφευρετικότητα
Η προσωπική εργασία και η δωρεά υλικών μείωσαν σημαντικά το κόστος, όμως χρήματα χρειάζονταν για τα μεροκάματα των Τηνιακών και των ντόπιων μαστόρων. «Στείλανε από την Αμερική λεφτά», λέει ο παπα-Ναπολέων, «βοηθούσανε και από δω». Τα πρώτα χρόνια, οι κάτοικοι προσέφεραν σε είδος: ντενεκέδες λάδι, γεννήματα, στάρια, λούπινα. Μια ακόμη ευρηματική πηγή εσόδων ήταν οι πλειστηριασμοί ρούχων: «Δένανε το σχοινί στην πλατεία από τη μία άκρη στην άλλη και γέμιζε ρούχα ενδύσεως, ύπνου. Μετά τα βγάζανε στον πλειστηριασμό και μαζεύανε πολλά λεφτά».
Η ανέγερση της Υπαπαντής στο Εξωχώρι της Μάνης δεν είναι απλώς η ιστορία ενός κτιρίου. Είναι η ιστορία μιας κοινότητας που, με όραμα, ανιδιοτέλεια και σκληρή δουλειά, κατάφερε να υλοποιήσει ένα έργο που φαινόταν αδύνατο, αφήνοντας πίσω της μια κληρονομιά που συνεχίζει να εμπνέει.
Κείμενο διαμορφωμένο: Όμορφη Μάνη
Πηγή Κειμένου: Μαρία Θεοχάρη-Πετρουλέα- Λακωνικό Ημερολόγιο 2018
Πλούσιο φωτογραφικό υλικό εδώ:






