Ο αέρας της Μάνης σφύριζε αλμυρός στα απόκρημνα βράχια του Μεζάπου, καθώς ο Νικολός Σάσσαρης, ο μονόφθαλμος κουρσάρος, στεκόταν αγέρωχος στο κατάστρωμα της “Ζαργάνας”. Το ένα του μάτι, καλυμμένο με ένα σκούρο δέρμα, έκρυβε την ιστορία μιας άγριας συμπλοκής στα νερά της Άνδρου, όπου το ξίφος ενός Τούρκου πειρατή του είχε στερήσει την όραση, μα όχι την τόλμη. Στο άλλο του αυτί, η χρυσή “τρεμούλα” έλαμπε κάτω από τον ήλιο, μαρτυρώντας τη ζωή του στην αιχμή του ξίφους και του κύματος.
Κάθε πρωί, από το ορμητήριό του στον Μέζαπο, η “Ζαργάνα”, ένα ευέλικτο πλοίο με ρωσική σημαία, έσκιζε τα νερά του Λακωνικού Κόλπου. Ο Νικολός δεν έκανε διακρίσεις – Βενετσιάνικα, Οθωμανικά, όποιο εμπορικό πλοίο τολμούσε να περάσει από τα στενά της Μάνης, γινόταν στόχος. Η φήμη του απλωνόταν σαν φωτιά σε όλο το Αιγαίο, από τα λιμάνια της Κρήτης μέχρι τις ακτές της Μικράς Ασίας. Δεν ήταν απλά ένας ληστής της θάλασσας. Ήταν η ενσάρκωση του ανυπότακτου μανιάτικου πνεύματος, ένας άντρας που ζούσε και πέθαινε με τους δικούς του νόμους, εκείνους της πέτρας και της αλμύρας.
Τα λάφυρά του, χρυσάφι, μετάξια, μπαχαρικά, όλα κατέληγαν σε μια μυστική σπηλιά, κρυμμένη στα δαιδαλώδη ακρογιάλια της Μάνης. Μόνο ο Σάσσαρης γνώριζε το μυστικό της εισόδου, ένα πέρασμα αθέατο στους απλούς θνητούς. Λέγεται πως ο θησαυρός αυτός, προϊόν αμέτρητων επιδρομών, παραμένει ακόμα άθικτος, φυλασσόμενος από τα κύματα και τους ανέμους, περιμένοντας ίσως την ημέρα που η ίδια η Μάνη θα τον χρειαστεί.
Μια μοιραία ημέρα, στα τέλη του 18ου αιώνα, η “Ζαργάνα”, φορτωμένη με τη λεία από ένα γαλλικό πλοίο, έπλεε προς τον Μέζαπο. Ξαφνικά, ο ορίζοντας σκοτείνιασε από τα κατάρτια τουρκικών πλοίων. Ο Σάσσαρης, χωρίς δισταγμό, έδωσε την εντολή για μάχη. Η θάλασσα κοκκίνισε από το αίμα. Τα κανόνια βρόντηξαν, τα ξίφη άστραψαν κάτω από τον μανιάτικο ήλιο. Ο μονόφθαλμος κουρσάρος πολέμησε σαν λιοντάρι, μα ένας πυροβολισμός τον βρήκε στο στήθος. Έπεσε στο κατάστρωμα της “Ζαργάνας”, το πλοίο του να δονείται από τη μάχη.
Το σώμα του Νικολού Σάσσαρη δεν έφτασε ποτέ στη στεριά για να ταφεί στην αγαπημένη του Μάνη. Η θάλασσα, η σύντροφος και ο αντίπαλός του, τον κράτησε για πάντα στην αγκαλιά της. Στον Μέζαπο, η γυναίκα του, η Κανέλλα, με την καρδιά κομμένη στα δύο, μοιρολόγησε τον άντρα της με λόγια που έγιναν θρύλος: “Το μοιρολόι του Κουρσάρου”, ένα άσμα που ακούγεται ακόμα και σήμερα στα μανιάτικα σοκάκια, διηγούμενο τον χαμό του τρομερού, μονόφθαλμου πειρατή, του Νικολού Σάσσαρη.
Και κάθε φορά που ο αέρας αγριεύει στα ακρογιάλια της Μάνης, οι ψαράδες ψιθυρίζουν: “Ο Σάσσαρης αρμενίζει…” γιατί η ψυχή του, λένε, δεν βρήκε ποτέ ανάπαυση, συνεχίζοντας να περιπλανιέται στα νερά που τόσο αγάπησε και τόσο μίσησε, ένας αιώνιος φρουρός των μυστικών της Μανιάτικης θάλασσας.
Ιστορίες Ρούγας
Σχετικό άρθρο:

