Τηγάνι στο Μέζαπο

” Εδώ στην Μάνη δεν μένει κανείς….”


     “Ο αδιάκοπος χορός των σταγόνων στις πετρόχτιστες επάλξεις του πύργου έμοιαζε με επίμονο ψίθυρο, μια υγρή μελωδία που η βροχή ύφαινε αδιάκοπα από τις πρώτες πρωινές ώρες. Έξω, ο βοριάς, αόρατος γίγαντας, αγκάλιαζε τον λιτό μου καταφύγιο με ένα λυσσαλέο μουγκρητό, έναν ατελείωτο θρήνο που σκέπαζε κάθε άλλο ήχο. Στη μικρή, χαμηλοτάβανη καμάρα μου, όπου η ευωδιά των σιγοκαίγελων ξύλων μπλεκόταν με τη μυρωδιά των παλιών σελίδων ενός βιβλίου, χανόμουν σε κόσμους φανταστικούς, αφήνοντας όμως κλεφτές ματιές να δραπετεύσουν από το μικρό, πετρόχτιστο παράθυρο. Το βλέμμα μου χάιδευε τις μουντές, γκρίζες πλαγιές που κατηφόριζαν υγρά, αναζητώντας στον ορίζοντα την αγέρωχη σιλουέτα της οροσειράς της Άνω Πούλας, που υψωνόταν σαν σκιερός φρουρός στα δυτικά, στην άγρια και απομονωμένη καρδιά της Μέσα Μάνης.

kolpos tainarou
Κόλπος Ταινάρου

Στην ζεστή αγκαλιά της πέτρινης στόφας, τα κούτσουρα σιγοτρεμόντουσαν, απελευθερώνοντας ένα μεθυστικό άρωμα ρητίνης και καπνού που απλωνόταν σαν πέπλο στο λιτό δωμάτιο, συνεπαίρνοντάς με σε μια γλυκιά νάρκη. Ο χειμώνας στην τραχιά Μάνη είναι μια αληθινή δοκιμασία. Ο βοριάς, σχεδόν καθημερινός και ανεπιθύμητος επισκέπτης, μαστιγώνει την πέτρα και την αλμυρή αύρα της θάλασσας, και το αναστεναγμικό του βουητό, καθώς αντηχεί στα στενά περάσματα, παίρνει μια αίσθηση αρχέγονου φόβου, ξυπνώντας σκιές και δοξασίες για σκοτεινά πλάσματα και άγριους φουσάτους. Φαντασιώσεις γεννιούνται στο νου, πλάσματα που, έλεγαν οι παλιοί, κατοικούσαν αυτόν τον σκληρό, άνυδρο τόπο, ίσως και λόγω της θρυλούμενης εγγύτητας του μυστηριώδους Κάτω Κόσμου, εκεί στο απόμακρο, εσχατιανό ακρωτήρι του Ταινάρου.

Βυθισμένος σε αυτές τις σκέψεις, ένιωσα ξαφνικά μια αλλαγή. Η βροχή είχε σιγήσει, αφήνοντας πίσω της μια ατμόσφαιρα βαριά από υγρασία. Βγαίνοντας στο λιακό του πύργου μου, με τύλιξε μια βαθιά, γήινη ευωδία, το μεθυστικό άρωμα της βρεγμένης πέτρας και του υγρού χώματος που αναδυόταν από κάθε πόρο της γης. Σε πλήρη αντίθεση με την πολύβουη και ασφυκτικά δομημένη πόλη, εδώ η φύση έμοιαζε να μου ψιθυρίζει αρχαία μυστικά. Η ατμόσφαιρα καθάριζε αργά, και το τοπίο, λουσμένο σε ένα αχνό, μετα-βροχερό φως, έδειχνε σαν να αναστέναζε ύστερα από μια μεγάλη κρίση, κουρασμένο από την άγρια μανία των στοιχείων που το είχαν χτυπήσει αλύπητα για ώρες.

pirgos stin koita
Πύργος στην Κοίτα

Η απόφασή μου για μια βόλτα προς τον Γερολιμένα είχε ήδη ωριμάσει. Διασχίζοντας τα χωριά που οδηγούσαν στον πύργο μου, η χειμωνιάτικη ερημιά, σαν παγωμένη ανάσα, τύλιγε τα πέτρινα σπίτια. Κάποτε, αυτά τα σοκάκια αντηχούσαν από παιδικές φωνές, από το θόρυβο των εργαλείων, από τις ζωηρές συζητήσεις των γυναικών και των αντρών στις ρούγες, που απλώνονταν σαν πολύχρωμες κορδέλες ανάμεσα στους πύργους. Τώρα, μόνο ο άνεμος σφύριζε ανάμεσα στις χαραμάδες των κλειστών παραθυριών, και η σιωπή φαινόταν πιο βαριά από την πέτρα που έχτιζε τα σπίτια.

Το πέρασμά μου από την Κοίτα ξύπνησε μνήμες για τη “χώρα” των Νυκλιάνων – αυτών των σκληρών, ατρόμητων αλλά και ηρωικών ανθρώπων, που κάποτε έσφυζαν από ζωή και έδιναν καθημερινά μάχη για την αξιοπρέπειά τους και την τιμή της οικογένειάς τους, συχνά με τρόπους που ξέφευγαν από τα συνηθισμένα. Τότε, οι δεκάδες των ψηλών, λιθόκτιστων πύργων δεν ήταν απλώς σιωπηλοί φρουροί μιας περήφανης ιστορίας, αλλά έστεκαν γεμάτοι φωνές και οικογένειες. Σήμερα, στέκουν άδειοι, θλιβεροί σκελετοί ενός ένδοξου παρελθόντος. Δίπλα τους, οι διάσπαρτες μικρές εκκλησίες, ταπεινά μνημεία της βαθιάς θρησκευτικής ευλάβειας κάθε οικογένειας, μοιάζουν να ψιθυρίζουν προσευχές για μια εποχή που χάθηκε.

gerolimenas
Γερολιμένας

Η φύση είχε πια ηρεμήσει, και στον καθαρό σαν κρύσταλλο ορίζοντα, ένα ουράνιο τόξο έλουζε τον ουρανό με μια ιριδίζουσα παλέτα χρωμάτων, μια φανταστική εικόνα σαν βγαλμένη από τον καμβά ενός μεγάλου ζωγράφου. Η θάλασσα του Γερολιμένα, όπως την αντίκριζα από ψηλά, απλωνόταν γαλήνια, με απαλά κυματάκια που λαχταρούσαν την ανθρώπινη παρουσία, σαν να με καλούσαν να πλησιάσω, να γευτώ την αλμύρα της. Κατεβαίνοντας προς τον οικισμό, ο Γερολιμένας φάνταζε μοναχικός. Λιγοστά φώτα τρεμόπαιζαν καθώς η νύχτα έριχνε το σκοτεινό της πέπλο, φώτα που έρχονταν από τους εναπομείναντες λιθόκτιστους πύργους, σιωπηλούς μάρτυρες μιας άλλης εποχής. Να φυλάξουν άραγε ποιον και τι; Η Μάνη βιώνει μια βαθιά απαξίωση και μια σιωπηλή ερήμωση. Και οι ελάχιστοι γέροντες που έχουν απομείνει δεν έχουν πια τη δύναμη να της ξαναδώσουν ζωή.

Γερολιμένας
Γερολιμένας

Ο Γερολιμένας… Το καλοκαίρι, η καρδιά του χτυπά δυνατά από τις φωνές των νέων, το γέλιο των επισκεπτών, τη ζωντάνια μιας κοινωνίας που γιορτάζει. Ο χειμώνας όμως τον μεταμορφώνει σε ένα σιωπηλό φάντασμα. Τα πολύχρωμα καφέ και ταβέρνες που σφύριζαν από ζωή είναι τώρα ερμητικά κλειστά, και τα λιγοστά φώτα που τρεμοπαίζουν μοιάζουν με άστρα που σβήνουν στην παγωμένη νύχτα. Πουθενά δεν αντηχεί ανθρώπινη φωνή, μόνο ο αχός των κυμάτων στην άδεια ακτή. Στο όμορφο και φιλόξενο καφενείο του Μπεκάκου, λίγοι θαμώνες συζητούσαν χαμηλόφωνα γύρω από μια μεγάλη, ζεστή σόμπα, ενώ ο μώλος του Γερολιμένα, βυθισμένος σε απόλυτη ηρεμία, έμοιαζε να κοιτάζει θλιμμένα την ερημιά. Η νύχτα έπεσε γρήγορα. Πρόλαβα να απολαύσω έναν αχνιστό καφέ και, αφού έκανα μια σύντομη στάση στο μοναδικό μαγαζί που στεγαζόταν στην καρδιά ενός παλιού πύργου, πήρα τον σκοτεινό και μοναχικό δρόμο της επιστροφής. Τα χωριά που προσπερνούσα ήταν σιωπηλά, βυθισμένα στο σκοτάδι. Εδώ στη Μάνη, η απουσία ζωής ήταν σχεδόν αισθητή. Μόνο κάποια μακρινά ουρλιαχτά τσακαλιών έδιναν μια ψευδαίσθηση κίνησης.

Φτάνοντας στο δικό μου χωριό, το βαθύ κουκούρισμα μιας κουκουβάγιας ήταν η σιωπηλή μου υποδοχή. Μπήκα στην πέτρινη καμάρα μου, αναζητώντας τη ζεστασιά της στόφας σαν παλιό φίλο. Οι φλόγες χόρευαν απαλά, διώχνοντας για λίγο την παγωνιά της νύχτας. Ξαναπιάνοντας το βιβλίο, η σκέψη ήρθε αβίαστα, σαν απότοκος όλων όσων είχα δει και νιώσει στην σημερινή μου περιπλάνηση… Εδώ στην Μάνη δεν μένει κανείς.

Κείμενο-Φωτό Όμορφη Μάνη

Θα χαρούμε να σχολιάσετε