pedia sto gerolimena

Τα… σερνικά παιδιά στην Μάνη!


Στην έγκυο γυναίκα οι Μανιάτες εύχονταν ” Καλή λευτεριά και με τον διάδοχο”. Η ευχή αυτή φανέρωνε τη μεγάλη αξία της αρρεγογονίας.

Για τα παιδιά τα σερνικά οπόταν γεννηθούσι

χυλόπιτες μοιράζουσι για να τα ευχηθούσι.

Στην πόρτα όλοι τρέχουσι και ντουφεκιές βαρούσι

και όλοι τους φωνάζουσι: καλώς ήρθε να ζήση

καλός να γίνει στ΄άρματα και

τους οχθρούς να σβήσει.

Γι΄αυτό , λέγεται μια ιστορία που σατιρίζει τη νοοτροπία των Μανιατών: ” Το Χριστό τον πίασασι , τον εμαστιγώσασι, τον εξευτελίσασι, γιατί δεν είχε αδερφό να τον εκδικηθεί.”

Στην Μάνη η γέννηση του σερνικού παιδιού αναγγελόταν από τον πατέρα με μια τουφεκιά. Όταν ρωτούσαν έναν Μανιάτη που είχε τρία τέκνα, δύο αγόρια και ένα κορίτσι, πόσα παιδιά έχει, απαντούσε : “δύο σερνικά (ή δύο παιδία) και μια κοπέλα”

   Κι οι καλομοίρες λέγουσι, καλώς ήρθε να ζήσει

να γένη καλό στ΄άρματα και τους εχθρούς να σβήσει,

να μεγαλώσει, ν΄αξιωθεί και τον σαρμά να ζαλωθεί

να κυνηγήσει τον φονιά, απ΄γκρεμό κι από βουνά

το γδίκιο μας να γδικιωθεί, το αίμα του πατέρα του.

    Στις πρώτες οκτώ ημέρες της λεχώνας οι συγγενείς που την επισκέφτονταν της έφερναν φαγώσιμα και οι γυναίκες μπαμπάκι και ψωμί, που το μπαμπάκι συμβόλιζε την ευχή το νεογέννητο να γεράσει και να ασπρίσουν τα μαλλιά του όπως το μπαμπάκι , ενώ το ψωμί είχε τη σημασία της ευτυχισμένης ζωής.

Η κουμπαριά είναι ο θεσμός που συναντιέται σ΄όλες τις κοινωνίες. Η σχέση κατά τη βάφτιση είναι τριμερής προς του γονείς και προς το βαπτισμένο παιδί τους που είναι ο νονός, δηλαδή ο πνευματικός του πατέρας ούτω το παιδί καλείται βαφτιστήρι ή αναδεξιμίδι.

Μυθοπλαστικά αναφέρεται ότι κάποιος ιεραπόστολος ήρθε στη Μάνη και στην συνάντηση του με τους γεροντάδες έβγαλε από τα θυλάκια του (τις τσέπες του) τρεις εικόνες: του Εσταυρωμένου Χριστού, της Θεοτόκου κρατώντας τον Χριστό βρέφος και του Ιωάννη του Βαπτιστή να βαφτίζει τον Χριστό. Οι γεροντάδες όταν παρατήρησαν την εικόνα του Βαπτιστή , που τον έδειχνε ξυπόλυτο, αποστράφηκαν την εικόνα με μορφασμό απαξίωης και με μια φωνή είπαν:

” Τι κρίμα! Τι κρίμα! Μα τι οργή!

Χάθησα τόσαις γενηαίς στη Μάνη,

να διαλέξη ένανε η κυρά Παναγία για κουμπάρο της.

Μα τι στην οργή!

Πως γελάστηκε και έβαλε να βαφτίση τον αφέντη

τον Χριστό ένας ξυπόλητος”.

Το αρσενικό παιδί έμενε μέχρι τα εφτά του χρόνια στα χέρια της μάνας. Η μητέρα του ενέπνεε την αγάπη για την πατρίδα, τον σεβασμό στους γέροντες , την πίστη στους φίλους και προπάντος τη φιλοξενία για τους φτωχούς και τους ξένους. Η μάνα δεν παρέλειπε να αναφέρει τους δεσμούς και τις φιλικές σχέσεςι ή την έχθρητα με άλλες οικογένειες.

Μετά τα επτά χρόνια , ο πατέρας αναλαμβάνει την αγωγή του παιδιού. Το μαθαίνει να γράφει και να διαβάζει να συνηθίζει στις αγροτικές εργασίες , ώσπου να δέσουν τα μέλη του. Το εξασκούσε στη χρήση των όπλων, μέχρις ότου μπορέσει να πάρει μέρος στις νεανικές ασκήσεις, στην πάλη, στην άρση βαρών, στη εξακόντιση μεγάλων λίθων, στο πήδημα και τέλος στο κολύμπι. Παράλληλα, εκτός από τη φροντίδα του πατέρα, τη διαπαιδαγώγηση έπαιρνε , όπως έλεγαν η ” Γεροντική” δηλαδή οι γέροι συγγενείς και οι γέροντες του φιλικού κύκλου….

Όσο για τα κορίτσια; Αυτά εγκαταλέιπονταν στην φροντίδα της μητέρας τους, με σκοπό να εκμάθουν τις οικιακές εργασίες και να γίνουν καλές οικοκυρές.

Πηγή: Ιωάννης Π. Λεκκάκος-Βιβλίο ” Μάνη” σε εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη.

Ο Ιωάννης Π. Λεκκάκος, με καταγωγή από την Μάνη, υπήρξε πτυχιούχος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και σπουδές στη Φιλολογία και τη Νομική του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Θα χαρούμε να σχολιάσετε