Είναι μια κρύα νύχτα του 1821, λίγο πριν την άλωση της Τριπολιτσάς. Οι δύο άνδρες κάθονται έξω από μια σκηνή, με τη φωτιά να τρεμοπαίζει στα πρόσωπά τους. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, με την περικεφαλαία ακουμπισμένη δίπλα του, ξύνει το χώμα με ένα κλαδί ελιάς. Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, επιβλητικός και σοβαρός, τυλίγει την κάπα του πιο σφιχτά.
Η Συνομιλία των Γιγάντων
«Πετρόμπεη,» ξεκίνησε ο Γέρος του Μοριά, δίχως να σηκώσει το βλέμμα του από τη φωτιά. «Βλέπεις αυτές τις σπίθες; Χάνονται στον αέρα πριν προλάβουμε να τις μετρήσουμε. Έτσι είναι και οι ζωές μας. Μια σπίθα μες στη νύχτα της σκλαβιάς.»
Ο Μαυρομιχάλης έγνεψε αργά. «Αλλά η φωτιά μένει, Θοδωράκη. Κι αυτή η φωτιά που ανάψαμε στον Μοριά δεν σβήνει με το φύσημα του ανέμου. Οι δικοί μου στη Μάνη λένε πως το αίμα που χύνεται για τη λευτεριά δεν ποτίζει το χώμα, αλλά γίνεται ατσάλι.»
Ο Κολοκοτρώνης σταμάτησε να ξύνει το χώμα και τον κοίταξε στα μάτια. Το βλέμμα του ήταν βαρύ, γεμάτο από τα χρόνια της κλεφτουριάς.
«Το ατσάλι θέλει τέχνη, Μπέη μου. Αν το χτυπήσεις στραβά, σπάει. Αν το αφήσεις να κρυώσει πριν την ώρα του, λυγίζει. Εδώ δεν πολεμάμε μόνο τον Σουλτάνο. Πολεμάμε και τους εαυτούς μας. Την ανυπομονησία μας, τη διχόνοια που καραδοκεί σαν το φίδι κάτω από την πέτρα.»
«Φοβάσαι το μετά;» ρώτησε ο Πετρόμπεης.
«Φοβάμαι πως αν δεν γίνουμε μια γροθιά, οι σπίθες μας θα σβήσουν μια-μια και το σκοτάδι θα γυρίσει πιο βαρύ. Θέλω να δω έναν τόπο που ο καθένας θα ορίζει το αλέτρι του και τη μοίρα του. Χωρίς αφέντη στο κεφάλι του, ούτε Τούρκο, ούτε… δικό μας.»
Ο Πετρόμπεης σηκώθηκε όρθιος, κοιτάζοντας προς τα φώτα της Τριπολιτσάς στο βάθος. «Όταν θα πέσει το κάστρο, ο κόσμος θα αλλάξει. Οι Μανιάτες μου είναι έτοιμοι. Εσύ δίνεις το σχέδιο, εγώ δίνω το σπαθί.»
Ο Κολοκοτρώνης σηκώθηκε κι αυτός, ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του Μπέη και χαμογέλασε πικρά. «Τότε ας δώσουμε στην Ιστορία κάτι να θυμάται. Κι αν χαθούμε, ας λένε πως τουλάχιστον πεθάναμε κοιτάζοντας τον ήλιο, κι όχι το χώμα.»
Πηγή: Ιστορική Μυθοπλασία / Ελεύθερη διασκευή ιστορικών διαλόγων.






