Δεσφίνα Μάνης : Στα χνάρια του Πύργου της Σιωπής και της Φλόγας.
H ερημωμένη πλέον Δεσφίνα Μάνης (ή αλλιώς Τσεσφίνα / Τζεσφίνα), ένας τόπος χόρτων και ερειπίων που κρύβει πίσω του μια από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες της Ελληνικής Επανάστασης.
Λίγα χιλιόμετρα δυτικά από τα Κόκκινα Λουριά Λακωνίας, ακολουθώντας έναν ανηφορικό χωματόδρομο τριών περίπου χιλιομέτρων στην καρδιά της παλιάς Μπαρδούνιας, η σύγχρονη σιωπή διαδέχεται την ιστορική μνήμη. Εκεί βρίσκεται η ερημωμένη πλέον Δεσφίνα Μάνης (ή αλλιώς Τσεσφίνα / Τζεσφίνα), ένας τόπος χόρτων και ερειπίων που κρύβει πίσω του μια από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες της Ελληνικής Επανάστασης.
Ήταν Αύγουστος του 1826. Ο ακαταπόνητος, σαρωτικός στρατός του Ιμπραήμ Πασά, αφού είχε σπείρει τον όλεθρο στην υπόλοιπη Πελοπόννησο, έστρεφε τα βλέμματα του στην ανυπότακτη Μάνη. Η φάλαγγα του Χουσνήμπεη κατηφόριζε απειλητικά με στόχο να σπάσει την άμυνα των Μανιατών. Κατά την προέλασή της, πέρασε μέσα από τον οικισμό της Δεσφίνας.
Advertisement
Εκεί ακριβώς, ορθωνόταν ο οχυρός πύργος του Θεοδωρή Σταθάκου (Ροζάκη). Ολιγάριθμοι υπερασπιστές της οικογένειας, πλαισιωμένοι από αλύγιστες γυναίκες, αρνήθηκαν να υποκύψουν στα κελεύσματα και τις υποσχέσεις προσκυνήματος.
Στην καρδιά αυτής της άμυνας ξεχώρισε η Λιουνίτσα Σταθάκου, η νύφη της οικογένειας. Κόρη καπετάνιου και γέννημα-θρέμμα της Μάνης, διέθετε σπάνια γενναιότητα. Όταν ο πεθερός της ζήτησε από τις γυναίκες να φύγουν από τον πύργο πριν την πολιορκία για να σωθούν, η Λιουνίτσα αρνήθηκε κατηγορηματικά, απαντώντας με περηφάνια πως δεν υπήρχε καλύτερος θάνατος από αυτόν για την πατρίδα. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης της φάλαγγας του Χουσνήμπεη, ήταν εκείνη που ετοίμασε το καριοφίλι της και στάθηκε ψυχρά δίπλα στους πολεμιστές.
Όταν οι απεσταλμένοι του Ιμπραήμ πλησίασαν ζητώντας παράδοση, τα όπλα μίλησαν. Για ώρες, ο πύργος μετατράπηκε σε φρούριο ηρωισμού. Ο Σταθάκος και οι σύντροφοι του κράτησαν καθηλωμένη ολόκληρη την εχθρική φάλαγγα, πολεμώνοντας μέχρις ότου σωθούν και τα τελευταία βόλια. Η αντίσταση αυτή δεν ήταν απλώς μια πράξη απελπισίας, αλλά ένα στρατηγικό ορόσημο: η πολύτιμη καθυστέρηση που προκάλεσαν οι υπερασπιστές της Δεσφίνας έδωσε τον αναγκαίο χρόνο στους υπόλοιπους Μανιάτες να οργανωθούν, να πάρουν τα θέρετρα και να οχυρωθούν στα στενά του Πολυάραβου.
Όταν ο πύργος τελικά έπεσε επειδή εξαντλήθηκε το πολεμικό υλικό, η Λιουνίτσα συνελήφθη αιχμάλωτη και οδηγήθηκε μπροστά στον Ιμπραήμ. Αψηφώντας τις απειλές και τις υποσχέσεις του πασά, στάθηκε αγέρωχη αρνούμενη κάθε συμβιβασμό. Έζησε έπειτα από τα γεγονότα αυτά στη Δεσφίνα μέχρι το 1867 που απεβίωσε σε ηλικία 64 ετών, σημαδεμένη από τη θυσία αλλά παραμένοντας σύμβολο του ηρωισμού.
Λίγες μέρες μετά την ηρωική αντίσταση στον πύργο, στις 26 Αυγούστου 1826, οι δυνάμεις του Ιμπραήμ γνώρισαν την οριστική και πανηγυρική συντριβή στη ιστορική μάχη του Πολυάραβου, γράφοντας έναν από τους πιο λαμπρούς επιλόγους της τοπικής λεβεντιάς.
Σήμερα, στον έρημο αυτό δρόμο της Λακωνίας, τα απομεινάρια του πύργου στενάζουν κάτω από τη φθορά του χρόνου. Ωστόσο, η πέτρα και το χώμα της Δεσφίνας συνεχίζουν να ψιθυρίζουν την ιστορία μιας χούφτας ανθρώπων και της αλύγιστης Λιουνίτσας, που τίμησαν μέχρι τέλους το «Μη Παρέδω».
Ο Πύργος της Τσεσφίνας και η Λύκαινα της Μάνης: Η Άγνωστη Θυσία της Λιουνίτσας Σταθάκου
Λιουνίτσα Σταθάκου
Χρονικό του Γιάννη Χ. Ρουμελιώτη
Το συγκλονιστικό άρθρο που ακολουθεί και αναφέρεται σε μία άγνωστη Μανιάτισσα Ηρωίδα το αλιεύσαμε από το παλαιό περιοδικό «ελληνικη δημιουργια» Τεύχος 39, της 15 Σεπτεμβρίου 1949! Η Λιουνίτσα Σταθάκου δεν είναι τραγικό πρόσωπο αλλά χαρακτήρας Έπους. Του Έπους της Μάνης…
12 Αυγούστου 1826
Ο Μπραΐμης, ο τρομερός αράπης, αφού σκόρπισε τον όλεθρο σ’ ολάκερο το Μωριά, έφτασε τώρα και στην πόρτα της Μάνης. Μονάχα σε τούτη την ανυπόταχτη χώρα δεν μπόρεσε να πατήσει το πόδι του. Τώρα όμως έχει πάρει την απόφαση: Πρέπει να σκλαβώσει τους Μανιάτες. Οι καμπίσοι άφησαν τα σπίτια τους και πήραν τα βουνά. Και τα φουσάτα του Μπραΐμη, τρία μερόνυχτα κουρσέβουν τα Μπαρδουνοχώρια. Έκλεψαν, λήστεψαν, έκαψαν, αφάνισαν. Έτσι πίστεψε ο αράπης πως θα λυγίσει την μανιάτικη ψυχή. Μα λάθεψε. Τίποτα δεν μπορούσε να τους τρομάξει. Γι’ αυτό, άνδρες και γυναίκες μαζεύτηκαν στο Πολυάραβο, πάνω στον Ταΰγετο, να υπερασπίσουν τη λευτεριά τους. Θα πολεμήσουν και τα παιδιά.
Ο Μπραΐμης ωστόσο κατάφερε κι αυτός κάτι: Ένας από τους μικρούς καπετανέους της Μάνης, ο Μπόσινας, προσκύνησε, όπως ο Νενέκος. Και τώρα είναι οδηγός του. Έχει τάξει στον πασά, πως θα τον πάει και ο Μπραΐμης θα τον κάνει Μπέη του τόπου. Έτσι χάιδευε τα φιλόδοξα όνειρα του προδότη.
Μα ο δρόμος που διάλεξε ο Μπόσινας για να πάει τους αραπάδες στον Πολυάραβο, αναγκαστικά πέρναγε από την Τσεσφίνα, λίγο πιο πάνω από τα Κόκκινα Λουριά, όπου στέκονταν ο πύργος των Σταθάκων.

Ο Σταθάκος, που ήταν και του Μπόσινα συμπέθερος, άμα έμαθε πως ήταν απ’ εκεί να περάσει ο στρατός του Μπραΐμη, πήρε στη στιγμή την απόφαση να μην αφήσει τον πύργο, μα να τον υπερασπίσει γερά, για να δώσει καιρό σ’ αυτούς που ήταν στο Πολυάραβο, να ταμπουρωθούν καλά και να τους έρθει και βοήθεια από τη μέσα Μάνη. Γι’ αυτό προσκάλεσε συγγενείς και φίλους, όσοι βρίσκονταν εκεί, άντρες και γυναίκες και τους είπε:
– «Ξέρω καλά πως θα πολεμήσουμε με πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις. Κι ίσως πεθάνουμε. Έχουμε όμως και γυναίκες, που δεν είναι σωστό να μείνουν. Όποιος θέλει να ζήσει, ας φύγει μαζί τους, στον Πολυάραβο. Απόψε όμως – γιατί αύριο θα είναι αργά».
Και κοίταξε, έναν – έναν, όλους τους συντρόφους του. Μα σε κανενός το πρόσωπο δεν είδε φόβο. Κανένας δεν δέχθηκε να φύγει. Κάποια στιγμή τα μάτια του σταμάτησαν στη νύφη του Λιουνίτσα, τη γυναίκα του δεύτερου γιου του.
– Πρέπει να φύγεις, της είπε σιγά.
– Να φύγω; Αποκρίθηκε. Γιατί; Τάχα δεν είμαι άξια κι εγώ να πεθάνω για την πατρίδα; Γιατί με πληγώνεις έτσι, πατέρα; Τάχα δεν είναι ο καλύτερος θάνατος που μπορώ να ελπίζω, όταν, πολεμώντας για τη λευτεριά πεθάνω κοντά στους συγγενείς μου; Κι ύστερα… εσύ το ξέρεις αν μπορώ να πολεμήσω. Όχι! δε θα φύγω.
Ο Σταθάκος δε μίλησε. Δέχτηκε την απόφασή της. Μονάχα που βούρκωσαν τα μάτια του. Η όμορφη Λιουνίτσα, γεννημένη από πατέρα Καπετάνιο, είχε αδέρφια παλικάρια, που τόχανε δείξει σε πολλές μάχες με τους Τούρκους. Όχι μονάχα η ομορφιά της, μα και η λεβεντιά της την έφεραν νύφη στον Πύργο της Τσεσφίνας κι από την πρώτη μέρα κιόλας αγαπήθηκε απ’ όλους τους συγγενείς. Ο άντρας της ορκιζόταν στ’ όνομά της. Όταν, την άλλη μέρα το πρωί – 12 Αυγούστου 1826 – φάνηκε από μακριά ν’ ανηφορίζει κατά την Τσεσφίνα τ’ αράπικο ασκέρι με τον προδότη Μπόσινα, η Λιουνίτσα πρώτη απ’ όλους άρπαξε το καρυοφύλι κι έτρεξε στις πολεμίστρες πλάι στον πεθερό της και τον άντρα της.
Οι αραπάδες όλο και ζύγωναν. Κάποτε ξεχωρίζει από τους στρατιώτες κάποιος, στέκει στο ξάγναντο, τηρώντας τον πύργο και τους φωνάζει βάζοντας τα χέρια γύρω στο στόμα για ν’ ακουστεί καλύτερα:
– Συμπέθερε Σταθάκο, παραδοθείτε στον αφέντη της Μάνης, θα χαθείτε ούλοι! «Να παραδοθούμε», μουρμούρισε ο Σταθάκος κοιτάζοντας τους άλλους, για να μαντέψει το στοχασμό τους. Όλα τα μάτια ξεφώνιζαν «όχι». Της νύφης του, της Λιουνίτσας λέγαν ήσυχα: «θάνατος στον προδότη». Τότες φώναξε του Μπόσινα:
– Και ποιος μας λέει, μωρέ ότι δε θα πάθουμε τίποτα, εάν προσκυνήσωμε;
– Εγώ! αποκρίθηκε ο Μπόσινας.
– Κοίταξε να μη μας φάνε με μπαμπεσιά…
– Μη φοβάσαι, συμπέθερε, εγώ σου δίνω λόγο, εγώ σε παίρνω στο λαιμό μου, αποκρίθηκε ο προδότης.
– Σε πιστεύω, καμώνεται ο Σταθάκος. Έλα να πάρεις τ’ άρματά μας.
Οι σύντροφοι βλέπουν με κρυφή λαχτάρα το Μπόσινα που ζυγώνει στον πύργο. Η Λιουνίτσα έχει ορθό τον κόκκορα του καριοφυλιού της και σιάζει την τσακμακόπετρα.
Κι όταν ο Μπόσινας φτάνει κάτω απ’ τον πύργο, μια μπαταρία ξαφνική τραντάζει τον τόπο και μια γυναικεία φωνή ακούγεται σα σάλπισμα: «Πάρε προδότη»! Δύο μπάλλες δέχεται στο στήθος του ο Μπόσινας σωριάζεται στον τόπο. Ο Σταθάκος γύρισε τη ματιά στη νύφη του- είδε ακόμα το καρυοφύλι της που κάπνιζε. Είχανε συνεννοηθεί.
Μα σε λίγο κυκλώνεται ο πύργος από τους αράπηδες και ο αξιωματικός τους, ο Χουσνίμπεης προστάζει γενικό γιουρούσι. Οι άπιστοι ρίχνονται με λύσσα. Από τον πύργο τους δέχονται με πυκνή φωτιά. Καμμιά ντουφέκια δεν πάει χαμένη. Ώρες πολλές βαστάει τούτος ο πόλεμος. Κοντοζυγώνει μεσημέρι. Και τα γιουρούσια δε λένε να κατακαθίσουν.
Κάποτε η φωνή της Σταματούλας Σταθάκου, πεθεράς της Λιουνίτσας, ακούγεται σιγανή. «Σωθήκανε τα μπαρουτόβολα!». Σα σπαθιά πέρασε τα σπλάχνα των παλικαριών:
– Και τώρα; Ρωτάνε με ματιές, ο ένας τον άλλον. Χωρίς κουβέντα τραβούν τα γιαταγάνια, ανοίγουν τις πόρτες του πύργου και βάνοντας τις γυναίκες στη μέση, ορμούν να σπάσουν την εχθρική γραμμή. Τρεις πέφτουν νεκροί: Μια γυναίκα και δύο άντρες. Οι άλλοι πιάνονται και μαζί τους ο Σταθάκος, τα δυο παιδιά του κι η νύφη του η Λιουνίτσα. Τους πάνε δεμένους στον Μπραΐμη:
– Προσκυνάτε, αν θέλετε το κεφάλι σας!…
– Χίλιες φορές ο θάνατος! Βρίζουν τον Μπραΐμη την ώρα που προστάζει να τους χαλάσουν. Κανένας δε λυγάει· μονάχα ο άντρας της όμορφης Λιουνίτσας γυρίζει και με μια ματιά που ρίχνει στη γυναίκα του προδίνει όλη την τρικυμία που δέρνει την ψυχή του. Ο Μπραΐμης νοιώθει το στοχασμό του και, για να τον κάνει να υποφέρει περισσότερο, της λέει:
– Σε σένα χαρίζω τη ζωή, θα σε πάρω μαζί μου.
– Άτιμε! ούρλιαζε ο άντρας της, που τον τραβούσαν για τον θάνατο.
Μα λάθεψε και τούτη τη φορά ο Μπραΐμης. Η Λιουνίτσα Σταθάκου δεν ήταν για χαρέμι. Όταν ο στρατός των Αραπάδων νικημένος στον Πολυάραβο, γύριζε ντροπιασμένος για την Τρίπολη, περνώντας απ’ τη Σπάρτη, μέσα του Σεπτέμβρη, τα παλικάρια της Μάνης τον καρτερούσαν στο Βρουλιά. Καρτέρι δυνατό, μάχη σκληρή. Η Λιουνίτσα δε χάνει ούτε στιγμή: σκοτώνει τον αράπη που την φυλάει, φορεί τα ρούχα του, παίρνει τ’ άρματά του και, πολεμώντας σαν πέντε άντρες, περνάει στο στρατόπεδο των Ελλήνων. Μα δεν το χάρηκε το κατόρθωμά της: Στην ίδια μάχη σκοτώθηκε κι ένας της αδελφός, πρωτοπαλίκαρο, από την ξακουσμένη Άρνα.
Έτσι γύρισε, πικραμένη, στην Τσεσφίνα κι έζησε μαυροφορεμένη, αφιερωμένη στη μνήμη των δικών της, που κάθε μέρα πήγαινε και τους άναβε τα καντήλια στα έξη μνήματά τους. Πέθανε εξήντα οχτώ χρόνων στο ίδιο μέρος, που είχε ξαπλώσει τόσους νεκρούς, πολεμώντας για τη λευτεριά της πατρίδας – λησμονημένη κι αυτή, όπως και τόσες άλλες ηρωίδες του μεγάλου αγώνα.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΜΑΝΗ» Μάρτιος – Απρίλιος 1999, τ.2
Πηγή: mani.org
Η Γνώμη σας μετράει , πατήστε : Σας άρεσε το άρθρο ; Όχι ; Πως το κρίνετε;
Like
Love
Happy
Haha
Sad







