Η περίοδος της Κατοχής (1941-1944) σημάδεψε ανεξίτηλα την ελληνική ιστορία, και η Μάνη, με την ιδιόμορφη κοινωνική της δομή και τον ισχυρό χαρακτήρα των κατοίκων της, βρέθηκε στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς δοκιμασίας. Η εισβολή των δυνάμεων του Άξονα και η εγκατάσταση της ιταλικής διοίκησης στην περιοχή επέβαλαν μια νέα κοινωνική πραγματικότητα, ωθώντας τους Μανιάτες σε μια σκληρή μάχη για επιβίωση, αλλά και σε οργανωμένες μορφές αντίστασης, με το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) να αναδεικνύεται σε κυρίαρχο παράγοντα.
Η Εγκαθίδρυση της Ιταλικής Κατοχής και οι Άμεσες Συνέπειες
Μετά τη συνθηκολόγηση της 26ης Απριλίου 1941 και τον βομβαρδισμό της Καλαμάτας από τη Λουφτβάφε, οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Πελοπόννησο. Από τις αρχές του καλοκαιριού του 1941, οι Ιταλοί ανέλαβαν τη διοίκηση ολόκληρης της Πελοποννήσου, εντάσσοντάς την στη σφαίρα επιρροής τους. Στην Καρδαμύλη της Μάνης, δημιουργήθηκε ένα ιταλικό διοικητήριο με περίπου 35 άνδρες. Ο ρόλος τους ήταν διπλός: αφενός να ελέγχουν τις ήδη υπολειτουργούσες διοικητικές δομές του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, αφετέρου να αναζητήσουν συνεργασίες με τοπικές ομάδες πολιτών.
Η βασική και πιο οδυνηρή πολιτική του διοικητηρίου της Καρδαμύλης ήταν η επίταξη τροφίμων για τις ανάγκες του στρατού Κατοχής, κατόπιν εντολών από το Αρχηγείο της Τρίπολης. Αυτή η πρακτική αποτελούσε ένα τεράστιο πλήγμα για το ήδη πενιχρό αγροτικό εισόδημα των μανιάτικων χωριών και είχε δραματικές επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή των κατοίκων. Όπως σημειώνουν και γερμανικές πηγές αναφορικά με την Ιταλοκρατία στην Πελοπόννησο το 1942, η φτώχεια και ο υποσιτισμός κυριάρχησαν. Είναι ενδεικτικό ότι από τους 32 θανάτους που καταγράφηκαν επίσημα στην Αρεόπολη το 1942, η πλειονότητά τους οφειλόταν σε παθολογικά αίτια απόρροια σωματικής αδυναμίας, με αναφορές ακόμα και σε θανάτους από υποσιτισμό. Η αγροτική κρίση της δεκαετίας του 1930, με τη μείωση του αγροτικού εισοδήματος και την αύξηση των χρεών, είχε ήδη προετοιμάσει ένα εύφορο έδαφος για την επιδείνωση της κατάστασης στην Κατοχή.
Στρατηγικές Επιβίωσης και Πρώτες Μορφές Αντίδρασης
Αντιμέτωποι με την πείνα και την πλήρη ένδεια, οι Μανιάτες αναγκάστηκαν να αναπροσαρμόσουν τους κοινωνικούς τους ρόλους και να βρουν τρόπους επιβίωσης:
- Ανταλλαγή Προϊόντων και Ληστεία: Πριν την οργανωμένη δράση του ΕΑΜ, η ανταλλαγή προϊόντων σε επίπεδο κοινότητας και η ληστεία αποτέλεσαν πρόσκαιρες μορφές αντίδρασης. Η ληστεία, μάλιστα, δεν ήταν ένα φαινόμενο ξένο στον μανιάτικο τρόπο ζωής, καθώς εξέφραζε παραδοσιακά την ανδρεία και την παλικαριά. Ενώ την περίοδο Μεταξά είχε μειωθεί, αναζωπυρώθηκε με την εισβολή των δυνάμεων του Άξονα, ιδιαίτερα στην ενδοχώρα της Μάνης με φαινόμενα ζωοκλεψίας.
- Θαλάσσιο Λαθρεμπόριο και Γεωργία/Κτηνοτροφία: Η θαλάσσια λαθρεμπορία (εκμισθώσεις για τη μεταφορά κυνηγημένων Συμμάχων ή σπάνιων για την αγορά προϊόντων) και η γεωργία/κτηνοτροφία (με τις κότες και τα αιγοπρόβατα να αποτελούν πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία) ήταν ζωτικής σημασίας. Οι «λαχανίδες» αποτελούσαν το βασικό διατροφικό μέσο, και σε σύγκριση με τις αστικές περιοχές, η Μάνη βίωσε την πείνα λιγότερο έντονα, χάρη στη δυνατότητα παραγωγής τροφής. Ωστόσο, η Μεσσηνιακή Μάνη, με την μικροϊδιοκτησία ελαιοδέντρων, ήταν πιο εύφορη και πάνω σε αυτό βασίστηκε η αρχική ανάπτυξη του ΕΑΜ.
Η Γέννηση και η Δυναμική Δράση του ΕΑΜ
Μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, άρχισαν οι ζυμώσεις για τη δημιουργία του ΕΑΜ στη Μεσσηνία. Το ΕΑΜ αποτέλεσε την πρώτη οργανωμένη δύναμη που δραστηριοποιήθηκε στην περιοχή, καθώς άλλες οργανώσεις, όπως ο Ελληνικός Στρατός (Ε.Σ.), εμφανίστηκαν αργότερα.
Ο αρχικός προσανατολισμός του ΕΑΜ δεν ήταν η ένοπλη δράση, αλλά η οργάνωση της τοπικής οικονομίας και κοινωνίας και η αντιμετώπιση του φαινομένου της ληστείας. Η ενασχόληση αυτή εντασσόταν στην ευρύτερη προσπάθεια των μελών του να εκσυγχρονίσουν τις τοπικές κοινότητες, εφαρμόζοντας μορφές αυτοδιοίκησης και πολιτικής συμμετοχής, απομακρύνοντάς τις από αρχαϊκές φυλετικές δομές.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ΕΑΜ βρήκε απέναντί του το δίκτυο των συνεργατών της ιταλικής διοίκησης, τους λεγόμενους «ιταλορουφιάνους». Αυτοί οι συνεργάτες, σε μια εποχή οικονομικής ένδειας, φαινόταν να αποκομίζουν οφέλη, προκαλώντας το μένος της τοπικής κοινωνίας. Πηγές επιβεβαιώνουν ακόμα και την επίσημη συνεργασία της Χωροφυλακής με τις ιταλικές δυνάμεις, καθώς και τη συνεργασία κοινοταρχών, που προκαλούσε έντονη δυσαρέσκεια. Υπήρξαν μάλιστα καταγγελίες για προδοσία Άγγλων στρατιωτών από τοπικούς παράγοντες, κάτι που διαψεύδονταν επίσημα, αλλά επιβεβαιώνονταν από προφορικές μαρτυρίες, όπως στην περίπτωση του Mc Nabb.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα συνεργατών που κατήγγειλε το ΕΑΜ ήταν ο ιερέας παπα-Γαϊτάνης από τις Θαλάμες, ο Π. Κοζομπόλης (Δερβένης) από την Καστανέα, και στην περιοχή του Οιτύλου, ο ιερέας Αντώνης Πλαγιαννάκος, ο Δημήτρης Βασιλούνης και ο Κομνηνός Δεμέστιχας.

Οι Πρώτες Ένοπλες Αντιδράσεις και η Εξάπλωση του ΕΑΜ
Το Εξωχώρι της Έξω Μάνης αναδείχθηκε σε βασική εστία αντίδρασης έναντι στην ιταλική διοίκηση, καθώς υπόθαλπε Άγγλους και Κύπριους. Ο Βασίλης Τριβουρέας θεωρείται ένας από τους πρώτους «παράνομους» της Μάνης στην περίοδο της Ιταλοκρατίας, φιλοξενώντας Συμμάχους και αρνούμενος να παραδοθεί στις αρχές.
Οι πρώτες μορφές ένοπλης δράσης κατά των Ιταλών εμφανίστηκαν στη Έξω Μάνη και Μέσα Μάνη το 1942. Το ΕΑΜ, εκτός από την αντιμετώπιση των συνεργατών, προχώρησε και στην εξουδετέρωση ληστών. Ο Αριστομένης Πιερρουτσάκος φέρεται να σκότωσε τον «γκάγκστερ» Στρομπόλη, έναν συνεργάτη των Ιταλών που ασχολούνταν με τη μαύρη αγορά και φέρεται να πρόδιδε Άγγλους στρατιώτες. Ο θάνατός του, σε ενέδρα ανταρτών του ΕΑΜ στην περιοχή Φράγκα, και η παραμονή του πτώματός του για τρεις ημέρες ατάραχο, καταδεικνύουν το κλίμα φόβου και σεβασμού προς τη δράση του ΕΑΜ. Αντίστοιχα, στο Λιμένι της Αρεόπολης, το ΕΑΜ εξόντωσε τον Ηλία Μαυρομιχάλη, γνωστό ζωοκλέφτη.
Στη Μέσα Μάνη, ο Π. Μονέδας και ο θείος του, Χονδροκούκης, επιτέθηκαν σε Ιταλούς και χωροφύλακες με κυνηγετικά όπλα. Την προστασία τους ανέλαβαν οι τοπικές οργανώσεις του ΕΑΜ, βλέποντας στην πράξη τους πολιτικό περιεχόμενο αντίστασης. Ο Μονέδας αργότερα εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ μετά τη «σύσκεψη στο Τουρκολέκα» και τη δραστηριοποίησή του στον Ταΰγετο.
Η δραστηριοποίηση του ΕΑΜ στη Μάνη αυξανόταν αλματωδώς. Ενώ η Επαρχιακή Οργάνωση Λακεδαίμονος (Σπάρτης) αριθμούσε περίπου 500 μέλη, η Επαρχιακή Οργάνωση Γυθείου και Μέσα Μάνης ξεπερνούσε επίσης τους 500 ανθρώπους. Προκηρύξεις του ΕΑΜ, που καλούσαν το λαό να συσπειρωθεί, κυκλοφορούσαν ευρέως. Το κάλεσμα για αντίδραση αγκαλιάστηκε αρχικά από όλο τον μανιάτικο πληθυσμό, γεγονός που επιβεβαιώνεται ακόμα και από αντιεαμικές πηγές και στοιχεία της Χωροφυλακής.
Αντιδρώντας στην αυξανόμενη επιρροή του ΕΑΜ, οι Ιταλοί προχώρησαν σε συλλήψεις και επεμβάσεις. Στο Γύθειο συνελήφθησαν οι Τσουμάκος και Λειβάδης, με τον δεύτερο να οδηγείται στο στρατόπεδο Καλαβρύτων. Στην Κίττα έγιναν συλλήψεις και ξυλοδαρμοί, ενώ στη Λάγια, που υπήρξε καθοδηγητικό κέντρο για την ανατολική Μάνη, συνελήφθη ο Κώστας Βουγιουκλάκης.
Η περίοδος της Κατοχής στη Μάνη, με την πείνα και τις επιτάξεις, αλλά και την αναζωπύρωση παλαιότερων κοινωνικών φαινομένων όπως η ληστεία, δημιούργησε τις συνθήκες για την ανάδυση ενός ισχυρού κινήματος αντίστασης. Το ΕΑΜ, με την οργανωτική του δομή και την αρχική του προσήλωση στην αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων των κατοίκων, κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του μανιάτικου λαού και να αποτελέσει τη βασική δύναμη αντίστασης ενάντια στους κατακτητές.
Κείμενο διαμορφωμένο: Όμορφη Μάνη
Πηγή : Καρακατσιάνης Ιωάννης : “Ο Πόλεμος στη Μάνη. Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος”.Εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη.Γ.Π.Δημακόγιαννης.






