Όταν Φύλαγα τ’ Αμπέλια. ( Γ. Φτέρης)

giorgos fteris

Αναπολώ ένα καλοκαίρι της νιότης μου που το πέρασα φυλάγοντας τα αμπέλια. Ήταν η εποχή που τα σταφύλια ωρίμαζαν σιγά-σιγά πάνω στα κλήματα, μέχρι τις ημέρες του τρύγου. Είναι μια στιγμή από τις πιο ελληνικές, η ώρα της Αμπέλου, της γιαγιάς του ελληνικού, όλου του μεσογειακού κόσμου, που μέσα στον πανάρχαιο κύκλο της λειτουργίας της, από το κλήμα ως τον ληνό, έχουν ανθίσει τόσοι μύθοι και τόσα ποιήματα από την εποχή του Διονύσου.

Τους χειμώνες τους περνούσα στην Αθήνα ως φοιτητής, και όταν το θέρος έκλεινε τις πόρτες του Πανεπιστημίου, κατέβαινα στη Μάνη. Θυμάμαι την επιστροφή, γιατί ο φοιτητικός γυρισμός είχε εκείνη την εποχή ένα δικό του χρώμα. Η πρωτεύουσα, με τα τότε μέσα και μέτρα των αποστάσεων, βρισκόταν μακριά. Οι φοιτητές ξεχωρίζαμε από τους τόπους μας – ήμασταν Μωραΐτες, Ρουμελιώτες, Νησιώτες – ακόμα και από τις πολιτείες μας – ήμασταν Καλαματιανοί, Πατρινοί, Βολιώτες, Καρπενησιώτες. Νιώθαμε τη νοσταλγία της ιδιαίτερης πατρίδας μας μόλις έμπαινε το καλοκαίρι, όπως αρχίζαμε να νοσταλγούμε τα Εξάρχεια, τις φοιτητικές μας κάμαρες, τα φοιτητικά μας εστιατόρια, στο τέλος του καλοκαιριού. Παίρναμε ένα μονόδρομο πολύ πρωί, αφού το αυτοκίνητο ήταν άγνωστο τότε, για να προλάβουμε τον ΣΠΑΠ στον σταθμό της Πελοποννήσου. Έπειτα, το παταγώδες ξεκίνημα με τους καπνούς της ατμομηχανής, το πέρασμα του Ισθμού που κοιτάζαμε από ψηλά να δούμε κανένα πλοίο, το κρασί της Νεμέας, ο Αχλαδόκαμπος. Και από την Τρίπολη, είτε με την καρότσα στη Σπάρτη, είτε συνέχεια με το τρένο στην Καλαμάτα, για να φτάσουμε την άλλη, την παράλλη μέρα από τον δρόμο της στεριάς ή της θάλασσας, δηλαδή με καΐκι ή με ζώο, στο τέλος του ταξιδιού.

Στο χωριό, στο ορεινό μου χωριό και σε μια περιοχή ακόμα ψηλότερη, μέσα σ’ ένα γούπατο με τα βουνά γύρω-γύρω, που το λέγανε Ριτσά Πάνω και Κάτω Ριτσά, είχαμε όλοι οι κάτοικοι αμπέλια. Στο δικό μας μάλιστα υπήρχε και μια οικοδομή με πάτωμα στη μέση, ένα μικρό χτίσμα για πρόχειρη εγκατάσταση. Λοιπόν, αυτά τ’ αμπέλια, όταν άρχιζαν να γυαλίζουν τα σταφύλια πάνω στις κληματαριές, έπρεπε να φυλάγονται ώσπου να τρυγηθούν. Όχι για τους κλέφτες – στη Μάνη είναι γνωστό πως δεν κλέβουν, παρ’ όλη τη φτώχεια τους, το ‘χουν για μεγάλη ντροπή, αφού ήταν άγνωστη και η ζωοκλοπή που μαστίζει τόσες άλλες αγροτικές περιοχές στην Ελλάδα. Οι ίδιοι οι παλιοί δικαστικοί βεβαίωναν άλλοτε ότι για τέτοια αδικήματα δε δικάζανε Μανιάτες. Έφτανε πολλές φορές να αφήνουμε αφύλαχτα στα βουνά τα ζώα μας από το θεριστή και να τα μαζεύουμε αρχές του χειμώνα. Όσο για την παράδοση της ληστείας, δεν δημιουργήθηκε ποτέ στη Μάνη, δεν έβγαιναν ληστές. Ούτε και μεταφέρθηκαν στο έδαφός της ξένοι ληστές. Μια φορά διαδόθηκε πως έκανε ένας κάπου την εμφάνισή του και ξεσηκώθηκαν όλοι σαν να το πήραν για προσβολή, έτρεξαν παντού να τον βρουν, να τον πιάσουν το γρηγορότερο. Η φύλαξη των αμπελιών αποτελούσε μια απλή συνήθεια, έτσι για να υπάρχει κάποιος στα αμπέλια, να περνά κοντά τους, να ρίχνει πότε-πότε κυνηγώντας καμιά ντουφεκιά για τ’ αγρίμια, για τις αλεπούδες που μαζεύονται. Επρόκειτο μ’ άλλα λόγια όχι τόσο για φύλαξη όσο για την παράσταση του ανθρώπου. Και για να μην απασχολεί κάθε οικογένεια ένα μέλος της γι’ αυτή τη δουλειά, σε περίοδο που χρειάζονται τ’ ανθρώπινα χέρια, γίνεται η φύλαξη αραδιαστά. Συμφωνούν οι χωριάτες στην εκκλησία, άμα τελειώσει η λειτουργία, να πάει ένας για όλους, να μείνει μερικές ημέρες κι’ ύστερα κάποιος να τον διαδεχθεί ως τον τρύγο, ως τον Σεπτέμβριο.

Εκείνο το καλοκαίρι, στη συνηθισμένη σύσκεψη που έγινε μια Αυγουστιάτικη Κυριακή, πρότεινα να φυλάξω εγώ τ’ αμπέλια της Ριτσάς για ένα χρονικό διάστημα. Την προσφορά μου για ένα τόσο χωριάτικο έργο τη δέχτηκαν όλοι με γελαστή ευχαρίστηση, πιο πολύ γιατί έδειχνε την αγάπη μου στον τόπο, και μαζί μ’ αυτή το ότι ήθελα, γυρίζοντας από την Αθήνα, να τοποθετούμαι στο ίδιο σκαλοπάτι μ’ όλους τους συμπατριώτες μου, κι’ ας έκαναν χοντρές δουλειές. Την άλλη μέρα κιόλας ανηφόρισα στο Σπαρτέα, πέρασα δίπλα στην Πηγάδα, έφτασα στον Άη-Βασίλη με το δέντρο – μια φυτική ομπρέλα στο ξάγναντο – και προτού τραβήξω κατά τη Ριτσά είδα άλλη μια φορά το Σταυροπύργι. Σταυροπύργια λέγονται οι θρησκευτικές σφραγίδες του φόνου, ίσιες πέτρες με το σταυρό χαραγμένο, πελεκημένο στην επιφάνεια και με τ’ αρχικά από ένα ξόρκι που λέει: “Ιησούς Χριστός νικά, όλα τα κακά σκορπά”. Κι’ αυτό το έμβλημα το χτυπούσαν καλά επάνω στην πέτρα, τη χτισμένη στη θέση όπου σκοτώθηκε άνθρωπος, για να μη σκούζει τη νύχτα το αίμα. Επειδή στη Μάνη πιστεύαμε πως σκούζει τη νύχτα το αίμα του σκοτωμένου ζητώντας εκδίκηση, και θα ‘λεγε κανένας, και καθώς αυτή η πατροπαράδοτη πίστη είχε περάσει και στην ακοή μας από τη φαντασία μας, ότι ακούγαμε αληθινά το αίμα να σκούζει. Και μόνον όταν έμπαινε ο σταυρός με το ξόρκι σταματούσε το νυχτερινό σκούξιμο.

Φτάνοντας στη Ριτσά, δεν εγκαταστάθηκα στο σπίτι τ’ αμπελιού, εκεί κοιμόμουν τη νύχτα. Την ημέρα ανέβαινα σ’ ένα τσαρδί, σ’ ένα καλύβι φτιαγμένο από ξερολιθιά στο πιο κατάλληλο γειτονικό ύψωμα, για να μπορούμε από εκεί να ατενίζουμε όλα τ’ αμπέλια. Εκεί βολεύτηκα όπως όπως, εκεί περνούσα την ημέρα και τη νύχτα ως τη στιγμή που κατέβαινα για να πλαγιάσω – την ημέρα, ώσπου βυθίζονταν όλα στο σκοτάδι και τη βαθιά νύχτα, ώσπου ξαναζωντάνευαν όλα μέσα στο φως. Αυτές τις νυχτερινές ώρες έπαιρναν μεγάλη σημασία τα άστρα στον ουρανό, είναι ό,τι κάνει την πιο ελαφριά συντροφιά στον απομονωμένο άνθρωπο, ό,τι μπορεί να συγκεντρώσει την προσοχή του, ξυπνώντας μαζί μέσα του και μία διάθεση πρωτόγονα μεταφυσική, μία περιέργεια για το μυστήριο του κόσμου.

Ζούσα στη μοναξιά, μέσα στην πιο έρημη μοναξιά, δεν έβλεπα άνθρωπο, εκτός από ένα δικό μας, μια φορά την ημέρα, κάποτε τις δύο μέρες, που ερχόταν σταλμένος από το σπίτι για να μου φέρει τα απαραίτητα τρόφιμα, γιατί είχα πάντα άφθονο κυνήγι. Μόνο πότε-πότε άκουγα το γάβγισμα κάποιου σκύλου από μακριά. Και τίποτε ύστερα από την ανθρώπινη φωνή δεν είναι φιλικότερο για τ’ αυτί μου. Αφού κάνω κάποτε την ασέβεια, ακούγοντας το, να θυμάμαι την αναφώνηση του Φιλοκτήτη στη Λήμνο όταν ακούει να του μιλάνε: «Ω φίλτατον φώνημα». Γιατί το γάβγισμα, έστω κι’ αν φτάνει από απόσταση, δίνει την αίσθηση της παρουσίας του ανθρώπου. Όπου ακούσετε σκύλο να γαυγίζει, φαντάζεστε αμέσως κοντά του έναν άνθρωπο, να στέκεται ή να περπατά. Το τραγούδι του πουλιού, που τ’ ακούγαμε επίσης, είχε άλλο ενδιαφέρον, μουσικό, μελωδικό, όμως δεν σας θύμιζε τον άνθρωπο, γινότανε ολωσδιόλου άσχετα μ’ αυτόν. Κι’ εδώ πρέπει να πω ότι μ’ όλη τη μοναξιά μου δεν έπληξα, δε βαρέθηκα ούτε στιγμή, άλλωστε αυτό που ονομάζεται πλήξη, δεν την δοκίμασα ποτέ, γιατί η μοναξιά είναι γεμάτη συντροφιές στο βάθος της.

Είχα πάρει και βιβλία, αλλά τα βιβλία δεν πήγαιναν στο φυσικό και στο ψυχολογικό κλίμα μου. Τα ‘βλεπα σαν ξένα και τ’ άνοιγα, εγώ που αγαπούσα πάντα την ανάγνωση, μόνο όταν δεν είχα τίποτ’ άλλο για ν’ ασχοληθώ. Αντιθέτως τότε βρίσκονταν αμεσότατα κοντά μου, και σαν αντικείμενο και σαν κάτι που ανταποκρινότανε σ’ όλες μου τις νέες ανάγκες, ένα πράγμα που αχρηστεύτηκε, που πάνω-κάτω λησμονήθηκε από κείνον τον καιρό. Το ντουφέκι, ένα δίκαννο ντουφέκι, το πρώτο που έπιασα στα χέρια μου. Και το ντουφέκι στη Μάνη, μετά τους δικούς, τους γονείς και τ’ αδέρφια, είναι η πρώτη οικειότητα που αποκτά ο άνθρωπος. Το πρωί, μόλις ξημέρωνε πήγαινα πάντα κυνήγι για πουλιά.

Η Φύση ως Συντροφιά

Εκτός από το ντουφέκι, τα λίγα βιβλία, τα σπίρτα, ένα σουγιά και λίγα σκεύη που είχα πάρει μαζί μου από το χωριό, όλα τα άλλα, ό,τι μου χρησίμευε, βρισκόταν μέσα στη φύση. Έλειπε σχεδόν ολότελα το τεχνητό, το μηχανικό. Η φύση έμπαινε παντού, δενότανε μ’ όλα, με το ζώο, με το πουλί, με το κλαδί, με το φίδι, με τη μικρή φωτιά που άναβα για να ψήσω πρόχειρα το κυνήγι, με την απόλυτη κυριαρχία του νυχτερινού σκοταδιού, που την ύπαρξη του τεχνητού φωτός, έξω από ένα φανάρι, ούτε την υποψιαζότανε. Δεν είχα ούτε ρολόι, δεν το χρειαζόμουν. Όπως δεν χρειαζόμουν τις μικρές υποδιαιρέσεις του χρόνου. Μου ‘φτανε να ξέρω το χάραμα, το πρωί, τις ώρες του μεσημεριού, το απομεσήμερο, το βράδυ. Και για όλα τούτα ήμουν καλά πληροφορημένος από το φως και από τη θερμοκρασία, από τις εντάσεις τους κι’ από τις αλλοιώσεις τους.

Το Θαύμα της Ομίχλης

Κάποτε έπεσε ομίχλη, κι’ η ομίχλη μαζί με το χιόνι του χειμώνα, ήταν τα πρώτα απρόοπτα που μου έδωσαν την ατμόσφαιρα του θαύματος στην παιδική ηλικία. Την ομίχλη την παρακολούθησα για πρώτη φορά ένα δειλινό, στο γειτονικό λόγγο. Σχεδόν μονομιάς χάθηκαν τα πάντα, έσβησε το περιεχόμενο του τοπίου, όλα τα φυτικά και εδαφολογικά του σχήματα. Ούτε δέντρα, ούτε πέτρες, ούτε λόφοι, ούτε βουνά, κοντινό, ούτε μακρινό, ούτε ύψος, ούτε πλάτος. Όλα εξαφανίστηκαν κάτω από ένα τεράστιο άοσμο άσπρο καπνό, μέσα σε μια ανήσυχη νοτισμένη θολούρα, που αντικατέστησε το συγκεκριμένο με το αφηρημένο κι’ έφερε μια αλλόκοτη αστάθεια, μια διάθεση διαρροής. Δε θυμάμαι πόσο κράτησε. Θυμάμαι μόνο πως κάποτε, επίσης ξαφνικά, όλη αυτή η ανάλαφρη άσπρη ουσία έσπασε, άνοιξε από την ανατολική μεριά και σε μια στιγμή, εκεί που λυτρώθηκε το φως από τη θαμπάδα, έγινε ένα παιχνίδι χρωματισμών, πέρασε μία οπτασία ανοιξιάτικου λουλουδιάσματος, όμοια μ’ αυτές που χαιρόμουν ύστερα από χρόνια στα βιτρώ των γοτθικών καθεδρικών ναών. Σε λίγο όλη η ομίχλη διαλύθηκε, σαν να την φύσηξε μάγος. Και καθώς η ορατότητα, ύστερα από την προσωρινή της σύγχυση, έγινε πιο καθαρή, είδα να λάμπει όλη η κάτω μεριά, ως το Μαλεύρι, ως την Πάνιτσα.

Η Καλοκαιρινή Θύελλα

Ο καιρός περνούσε, η δουλειά που είχα αναλάβει και την παρέτεινα από ευχαρίστηση πήγαινε να τελειώσει, όταν σημειώθηκε απροσδόκητα ένα έκτακτο γεγονός. Κάποιο βράδυ κοιτάζοντας μπροστά μου την έκταση όπου απλώνονταν τ’ αμπέλια, κατάλαβα πως άρχισε να μπαίνει ένα νέο στοιχείο στην ατμόσφαιρα. Και πως την αλλαγή τη συνέλαβε με τις κεραίες του το τοπίο, σαν να μην ήταν από πέτρες, από χώματα, από φυτικά προϊόντα, αλλά ένα ευαίσθητο ζώο, κάτι το ζωντανό. Το βλέπατε, ως και στο ξερό χόρτο, πως ανησυχούσαν τα πάντα, πως φοβόντανε. Τι συμβαίνει;

Από την πόρτα της καλύβας σήκωσα τα μάτια προς τον ορίζοντα. Ο ήλιος κοντοζύγωνε να βασιλέψει, το στερέωμα φαινότανε καθαρό. Μόνο σ’ ένα σημείο υπήρχαν ολίγα σύννεφα μαύρα, μ’ ένα χρώμα έντονα μαύρο που αναδευότανε, που φανέρωνε μία γοργή επιτακτική εκρηκτικότητα. Τόσο που δεν άργησε ν’ απλωθεί στον ουρανό, να τον σκεπάσει. Ερχόταν μια μεγάλη καλοκαιρινή θύελλα. Η πρώτη εκδήλωσή της ήταν η βροχή, αλλά όχι η συνηθισμένη. Άρχισαν να πέφτουν σκόρπιες και σε αραιά διαστήματα σταγόνες χοντρές, σαν να πετροβολούσαν από τα σύννεφα. Ήτανε φανερό πως κοντοζύγωνε η μπόρα, και μια που η στέγη του τσαρδιού, η καμωμένη από ξύλα και κλάδους ριγμένους επάνω, δεν μπορούσε να με προστατέψει, άρπαξα το όπλο, την τσάντα με τα λίγα πράγματα και κατέβηκα στο σπίτι τ’ αμπελιού όπου ήμουν πια προφυλαγμένος. Στο μεταξύ νύχτωσε, η θύελλα σαν να ‘φερε νύχτα, για να εκτελέσει μέσα στο σκοτάδι τα δύο μέρη της, το ηχητικό και το λαμπερό. Το πρώτο με τις βροντές, που αφήνοντας τις αντηχήσεις τους στα καταράχια έκαναν να τραντάζουν, να βογγάνε τα γύρω βουνά. Το δεύτερο με τις αστραπές, τις σχεδόν αλλεπάλληλες, που περνώντας μπρος από το παράθυρο, το ανοιχτό γιατί του έλειπαν τα φύλλα, έμοιαζαν σαν ένα πλήθος ολόχρυσα πουλιά. Μέσα μου ένιωθα ένα φόβο παιδικό, τον ιερό πανάρχαιο φόβο που ένιωθε αναρίθμητα χρόνια ο άνθρωπος απέναντι στις φυσικές δυνάμεις. Ένα φόβο που εξουδετερώνει το θάρρος, το αποκτημένο από τη γνώση, από τη βεβαιότητα ότι επρόκειτο για ένα φαινόμενο απλό, φυσικό, που δεν ήταν δυνατόν να με εκθέσει σε κανένα κίνδυνο, αφού βρισκόμουν κάτω από σίγουρη στέγη.

Όταν ξύπνησα το πρωί, η θύελλα είχε κιόλας λησμονηθεί κι’ ο χώρος απ’ άκρη σ’ άκρη λαμποκοπούσε κάτω από τον πρόσχαρο ήλιο. Κατέβηκα στ’ αμπέλι, οι ρώγες είχανε σφίξει στα κλήματα. Έκοψα ένα τσαμπί και ξαναπήρα τον ανήφορο της καλύβας. Ήταν μία στιγμή από τις δροσερότερες, τις τονωτικότερες της ζωής μου. Και ολόγυρα, είχα την εντύπωση, ύστερα από τη θυελλώδη κυριαρχία του σκοταδιού, πως ξαναγύριζα στη Γένεση, στην πρώτη ημέρα της Δημιουργίας. Στη Βίβλο: «Και είπεν ο Θεός Γεννηθήτω φως και εγένετο φως!»

26/8/1962

Πηγή: Γ.Φτέρης  από το βιβλίο “Μάνη Πατρίδα μου”.Σελ.130-136

0Shares