Στα μέσα της Ελληνικής Επανάστασης, το 1825, μια νέα, σκοτεινή απειλή εμφανίστηκε στον ορίζοντα: ο Ιμπραήμ Πασάς της Αιγύπτου. Με έναν καλά εκπαιδευμένο στρατό, οργανωμένο από Γάλλους αξιωματικούς (όπως τον Σεβ, με το ψευδώνυμο Σουλεϊμάν Πασάς), ο Ιμπραήμ αποβιβάστηκε στη Μεθώνη στις 24 Φεβρουαρίου 1825, με τέσσερις χιλιάδες πεζούς και 500 ιππείς. Στη συνέχεια, από την Κρήτη έφερε άλλες έξι χιλιάδες πεζούς, πεντακόσιους ιππείς και ισχυρό πεδινό πυροβολικό, ξεκινώντας μια καταστροφική εκστρατεία που έμελλε να δοκιμάσει τα όρια της ελληνικής αντίστασης. Στις 21 Μαρτίου 1825, ο στρατός του είχε ήδη στρατοπεδεύσει έξω από το Ναυαρίνο.
Η Εσωτερική Διχόνοια και το Τραγικό Μανιάκι

Η άφιξη του Ιμπραήμ βρήκε τους Έλληνες επαναστάτες σε απελπιστική κατάσταση. Η φαγωμάρα μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, οι προσωπικές φιλοδοξίες και η ανικανότητα της ηγεσίας, όπως αυτή του Γεωργίου Κουντουριώτη, είχαν διαιρέσει τον αγώνα. Ο ιστορικός Φίνλεϋ περιγράφει γλαφυρά την ακαταλληλότητα της τότε κυβέρνησης, με τους στρατιώτες να πληρώνονται αλλά να μην μπορούν να συγκεντρωθούν. Χαρακτηριστικά αναφέρει:
«Σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή της Επανάστασης, ο Πρόεδρος της Ελλάδας Γεώργιος Κουντουριώτης, αποδείχτηκε ολωσδιόλου ανάξιος της μεγάλης αποστολής που του είχε εμπιστευθεί το Έθνος, και ο Κωλέττης αδαής και ανίκανος. Η Ελληνική Κυβέρνηση επί ολόκληρους μήνες πλήρωνε τριάντα χιλιάδες άνδρες που ονομάζονταν στρατιώτες. Όταν τώρα παρουσιάστηκε η ανάγκη να βαδίσουν κατά των εισβολέων του Μωριά, δεν μπόρεσαν να συγκεντρωθούν ούτε δέκα χιλιάδες.»
Ο ίδιος ο Κουντουριώτης, παρακινούμενος από τους κόλακές του, ανέλαβε τη διοίκηση του στρατού, αναχωρώντας από το Ναύπλιο με μεγάλη μεγαλοπρέπεια, καβάλα σε πλούσια στολισμένο άλογο, «πού στη ράχη του κρεμότανε σαν ένα τσουβάλι άχυρο». Η έλλειψη στρατιωτικής εμπειρίας και η αδυναμία λήψης αποφάσεων ήταν εμφανείς, όπως φάνηκε από την πρότασή του να πολιορκήσει την Πάτρα, όταν η πραγματική απειλή βρισκόταν αλλού.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η ανάγκη για έναν αληθινό ηγέτη έγινε επιτακτική. Ο λαός του Μοριά απαίτησε την απελευθέρωση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του “Γέρου του Μοριά”, ο οποίος είχε φυλακιστεί λόγω των εμφύλιων διαμαχών. Για την απελευθέρωσή του αγωνίστηκε και ο Παπαφλέσσας, ο Αρχιμανδρίτης Δικαίος, τότε Υπουργός Εσωτερικών, ο οποίος έμελλε να βρει τραγικό θάνατο την ίδια ημέρα της αποφυλάκισης του Κολοκοτρώνη.
«Αδελφοί! Εάν μετά τήν μάχην ταύτην δέν
ανταμωθώμεν θέλομεν ανταμώσει είς τόν Άδη. Εκεί, ενώπιον του υψίστου θέλομεν
ομολογήσει ότι εξεπληρώσαμεν το πρός την ΠΑΤΡΙΔΑ και τήν ΠΙΣΤΗΝ χρέος μας!»
(Αρχιμανδρίτης
Γρηγόριος Δικαίος – Παπαφλέσσας)
Ο Ιμπραήμ, εν τω μεταξύ, προχωρούσε ακάθεκτος, καταλαμβάνοντας το Ναυαρίνο με συνθηκολόγηση (21 Μαρτίου 1825), αφού τρεις μέρες νωρίτερα είχε καταλάβει τη νήσο Σφακτηρία. Μετά την αποφυλάκισή του, ο Κολοκοτρώνης ανέλαβε ξανά την ηγεσία για να απωθήσει τον Ιμπραήμ. Παράλληλα, ο Παπαφλέσσας, επικεφαλής στρατιωτικού τμήματος, οχυρώθηκε στο Μανιάκι (ανατολικά των Γαργαλιάνων) με περίπου 700 πολεμιστές, ανάμεσά τους και αρκετοί Μανιάτες με επικεφαλής τον Βοϊδή Μαυρομιχάλη. Παρά τις επιφυλάξεις του έμπειρου Βοϊδή για την ακαταλληλότητα της θέσης, ο Παπαφλέσσας επέμενε, αφήνοντας μάλιστα να εννοηθεί πως ο Βοϊδής φοβήθηκε. Η απάντηση του Βοϊδή ήταν αγέρωχη: «Εγώ δεν ξέρω τί θα πή φόβος, αλλά λυπάμαι γιατί θα χαθούμε όλοι χωρίς να κάμωμε ζημιά».
Στην άνιση μάχη της 1ης Ιουνίου 1825, οι Έλληνες πολέμησαν σαν λιοντάρια, αλλά η αριθμητική και οργανωτική υπεροχή των Αιγυπτίων ήταν συντριπτική. Ο Παπαφλέσσας και ο Βοϊδής έπεσαν ηρωικά στο πεδίο της μάχης, αφήνοντας πίσω τους μια κληρονομιά γενναιότητας, αποθανατισμένη στα λαϊκά μοιρολόγια που ακούγονται ακόμα και σήμερα:
ΤΟΥ ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑ – (Γρηγ. Δικαίου)
Σήμερα κλαίει κι᾿ ο Θεός και ο αφέντης ο Χριστός,
τι εσκοτώθη κληρικός ο Παπαφλέσσας ο αητός.
Κει στο Μανιάκι στην κορφή έγινε μάχη φοβερή
και πέσασι πολλοί νεκροί και Λαϊκοί και Κληρικοί.
Εκεί το δείξασι καλά τα παλληκάρια του Μωρηά
τί πολεμούν για Λευτεριά και δεν φοβούνται την Τουρκιά!
Ο Παπαφλέσσας μπροστινός κρατεί στο χέρι το Σταυρό
και σαν λιοντάρι φτερωτό ορμά απάνου στον οχτρό.
Από κοντά του κι᾿ ο Βοϊδής κι᾿ άλλοι Μανιάτες γιαλεχτοί,
ορμήσασι με το σπαθί στη φάλαγγα την Τουρκική.
Οι Τούρκοι ήσανε πολλοί κι’ η μάχη έγινε σκληρή,
κι’ επέσασι πολλά κορμιά κι’ Ελληνικά και Τουρκικά.
Το γιόμα και το δειλινό έπεσε και ο κληρικός
έμειν’ αιώνιος φρουρός στο Κάστρο το Ιστορικό.
Έ ρασοφόρε πονηρέ και μαχητή ηρωϊκέ,
εσύ που άναβες φωτιές μεσ’ στις ψυχές και στις καρδιές,
Ο Χάρος ζ’ έκαμε κιστή γιατί ζου πήρε το σπαθί
ζ’ αφαίρεσε και τη φωνή και δε θα περδικολαλής!
“Ε Παπαφλέσσα τολμηρέ της εκκλησίας σταυραητέ,
εσύ που μπήκες μπροστινός για του ραγιά το λυτρωμό
τώρα θα πας στην κάτου Γη γιομάτος δόξα και τιμή!
ΤΟΥ ΒΟ·Ι·ΔΗ (Πιέρρου Μαυρομιχάλη)
Τώρα θ᾽ ανοίξου το χαρτί και θα διαβάσου το ψηφί
από το άρφα ως το με που μολογά για το Βοϊδή.
Άκουσο Καπετάν Βοϊδή που διάης κι’ έστησες τσαρδί
απα στη γυάλινη κορφή για να χτυπάς τον Ιμπραήμ.
Πάντεχες τ᾽ είναι η Πρέβεζα οι Τούρκοι της Καρύταινας
, μα ήταν ο Μπραήμπασας κι’ είχε χιλιάδες δώδεκα!
Ανάθεμά τη τη Βουλή που ζ᾽ έκαμε χιλίαρχο
κι᾿ εβγήκες ώξου στο Μωριά πέρα στα Μωθοκόρωνα.
Μεσ’ στο Μανιάκι το χωριό σ’ ένα αλογάκι κόκκινο,
ρίξασι μία κουμπουριά και ζ’ ηύρε μέσα στην καρδιά!
Κι᾿ ο Παπαφλέσσας εκειδά ηύρε το Χάρο στα μπροστά
επέσασι πολλά κορμιά από τα τούρκικα σπαθιά.
Κι᾿ ο Καπετάνιος ο Βοϊδής έσκουξε δυνατή φωνή:
«Πούστε Μανιάτες μπιστικοί και Μπουλουξήδες του Βοϊδή
Πάρτε το έρημο σπαθί – το καρυοφίλι το μακρύ,
τη δόξα μου και την τιμή που είχα σ’ όλη τη ζωή,
Δώστε τα στη γυναίκα μου στα Μαυρομιχαλιάνικα
πέστε της τί παντρεύτηκα κι’ εκείνη την αρνήθηκα!
Πέστα της ν’ ανασκουμπωθή και ν’ αναστήση το παιδί,
να παραλάβη το πλούσιο σπαθί και στο ποδάρι του να βγη!
Η Καταστροφική Προέλαση του Ιμπραήμ και η Ατσάλινη Απάντηση του Κολοκοτρώνη

Μετά τη νίκη του στο Μανιάκι, ο Ιμπραήμ συνέχισε την προέλασή του στην Πελοπόννησο, καταστρέφοντας τα πάντα και απειλώντας με αφανισμό. Είχε μάλιστα ειδικό σώμα που έκαιγε τα σπίτια και έκοβε τα δέντρα, αφήνοντας πίσω του ερημιά. Το κείμενο παραθέτει την αγέρωχη απάντηση του Κολοκοτρώνη στον Ιμπραήμ, ο οποίος τον καλούσε να προσκυνήσει:
«Αυτό όπου μας φοβερίζεις να μας κόψης και να μας κάψης τα καρποφόρα δέντρα μας, δεν είναι της πολεμικής έργον, διότι τα άψυχα δένδρα δεν εναντιώνονται σε κανέναν, μόνον οι άνθρωποι που εναντιώνονται έχουνε στρατεύματα και σκλαβώνεις, και έτσι είναι το δίκαιο του πολέμου. Με τους ανθρώπους και όχι με τα άψυχα δέντρα, όχι τα κλαριά να μας κόψης, όχι τα δένδρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, μόνο πέτρα απάνω στην πέτρα να μη μείνη, εμείς δεν προσκυνούμε. Τί τα δένδρα μας αν τα κάψεις και τα κόψεις, την Γην δεν θέλει την σηκώσεις, η ίδια η Γης που τα έθρεψε μένει: δική μας και τα ματακινάει. Μόνον ένας Έλληνας να μείνη, πάντα θα πολεμούμε και μην ελπίζει πως την γην μας θα την κάμης δική σου, βγάλτο από το νου σου». (Διήγησις, σελ. 161).

Αυτά τα λόγια αντηχούν ακόμα ως σύμβολο της ελληνικής ψυχής. Ωστόσο, η φρίκη του πολέμου και η απειλή της ολοκληρωτικής καταστροφής οδήγησαν κάποιες περιοχές σε υποταγή. Ακόμα χειρότερα, εμφανίστηκαν προδότες, όπως ο Καπετάν Μπενέκος από τα Σαγέϊκα της Πάτρας, που όχι μόνο προσκύνησε τον Ιμπραήμ, αλλά εκβίαζε και τους χωρικούς να προσκυνήσουν. Η απάντηση του Κολοκοτρώνη ήταν άμεση και σκληρή, μια διαταγή-μήνυμα προς τους προδότες: «Βάλτε φωτιά και τσεκούρι, στήστε φούρκα και παλούκι για τους προσκυνημένους!».
Το Μεσολόγγι και ο Στόχος: Η Ατίθαση Μάνη
Παράλληλα με τις εξελίξεις στον Μοριά, ο Ρεσίτ Πασάς (Κιουταχής), που είχε διακριθεί στην καταστρεπτική μάχη του Πέτα, προήλασε στην Ακαρνανία και στις 27 Απριλίου 1825 στρατοπέδευσε με έξι χιλιάδες άνδρες μπροστά από τα τείχη του Μεσολογγίου, το οποίο και πολιορκούσε. Ο Ιμπραήμ έσπευσε να ενισχύσει τον Κιουταχή στην πολιορκία του Μεσολογγίου, μετά από συμφωνία του Σουλτάνου με τον Μωχάμετ Αλή. Έτσι, στα τέλη του 1825, ο Ιμπραήμ βρισκόταν και στο Μεσολόγγι. Μετά την ηρωική Έξοδο και την πτώση της «Ιερής Πόλης» τον Απρίλιο του 1826, ο Ιμπραήμ επέστρεψε στην Πελοπόννησο, την οποία είχε υποτάξει δια πυρός και σιδήρου, με έναν ξεκάθαρο στόχο: να υποτάξει την ατίθαση Μάνη, το μοναδικό κομμάτι ελληνικής γης που παρέμενε ελεύθερο και απροσκύνητο.
Ο Ιμπραήμ, με την αλαζονεία του νικητή, επιθεώρησε τον στρατό του στην Πάτρα και κατέλαβε ένα μικρό τμήμα της Αχαΐας. Συνέχισε τις καταστροφές, συλλαμβάνοντας όσους δεν προσκυνούσαν και στέλνοντάς τους στα σκλαβοπάζαρα. Ο Φίνλεϋ σημειώνει πως η καταστροφή του Μοριά ήταν ολοκληρωτική, με πολλούς χωρικούς να πεθαίνουν από την πείνα. Ωστόσο, η Μάνη παρέμενε αλώβητη.
Ο αλαζών Ιμπραήμ έστειλε επιστολή στον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη στις 29 Μαΐου 1826, διατάσσοντάς τον να προσέλθει μαζί με όλους τους προκρίτους της Μάνης για να τον προσκυνήσουν, αλλιώς θα την αφάνιζε. Η απάντηση του Μαυρομιχάλη ήταν μια λακωνική, αλλά εκκωφαντική διακήρυξη ελευθερίας:
«Ελάβομεν το γράμμα σου, εις το οποίον είδαμε να μας φοβερίζης ότι αν δεν σου προσφέρομεν την υποταγήν μας θέλεις εξολοθρεύσεις τους Μανιάτες και την Μάνην. Δια τούτο και ημείς σε περιμένομεν με όσας δυνάμεις θελήσης».
Η Εποποιία της Μάνης: Βέργα, Διρός, Πολυάραβος

Η απάντηση αυτή εξόργισε τον Ιμπραήμ. Στις 22 Ιουνίου 1826, ξεκίνησε την εκστρατεία του με 8.000 πεζούς και ιππείς από την Καλαμάτα, με σκοπό την υποταγή και τιμωρία της ατίθασης Μάνης. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια σειρά από επικές μάχες που έμελλαν να γραφτούν με χρυσά γράμματα στην ελληνική ιστορία, όπως περιγράφονται από τον καθηγητή Δικ. Βαγιακάκο:
- Η Μάχη της Βέργας (Αλμυρού): Την αυγή της 22ας Ιουνίου 1826, ο αιγυπτιακός στρατός κινήθηκε προς τη Βέργα (Αλμυρού). Εκεί, περίπου 1.500 Μανιάτες, οχυρωμένοι σε ένα πρόχειρο ξερολίθινο τείχος ύψους ενός μέτρου και μήκους άνω του χιλιομέτρου, το οποίο είχαν χτίσει οι ίδιοι μέσα σε μια νύχτα, περίμεναν τον εχθρό. Οι Μανιάτες απέκρουσαν επανειλημμένες επιθέσεις του αιγυπτιακού στρατού, ακόμα και του τακτικού στρατού με Γάλλους αξιωματικούς επικεφαλής. Όταν τα πολεμοφόδια τελείωναν, ένας ανώνυμος, αλλά λεοντόκαρδος Μανιάτης οπλαρχηγός από τα Σκυφιάνικα, με είκοσι παλικάρια, αποφάσισε να δώσει τέλος στη μάχη. Έρποντας, έφτασε απαρατήρητος στα νώτα του εχθρού και άρχισε να πυροβολεί, προκαλώντας πανικό και γενική φυγή. Οι ελληνικές εφημερίδες της εποχής εξήραν την ανδρεία των Σπαρτιατών: η εφημερίς «ο Φίλος του Νόμου της Ύδρας» έγραφε: «επί τέλους οι ανδρείοι Σπαρτιάται, τους οποίους μετά βίας εκρατήσαμεν έως τότε, ώρμησαν έξω της θέσεως και εδίωξαν αρκετήν ώραν τους εχθρούς, οι οποίοι υπεχώρουν φεύγοντες και φωνάζοντες αναφανδόν: «Εύγε σας, Σπαρτιάται, δέκα έξ μήνας περιτρέχομεν την Πελοπόννησον και τοιούτον πόλεμον ακόμη δεν είδομαν!»».

- Η Μάχη του Διρού: Δύο μέρες μετά τη Βέργα, στις 24 Ιουνίου 1826, ο αιγυπτιακός στόλος αποβίβασε δυνάμεις (με 14 μεταγωγικά πλοία) στον όρμο του Διρού, με σκοπό να δημιουργήσει προγεφύρωμα στα μετόπισθεν των Μανιατών που μάχονταν στη Βέργα. Ωστόσο, η είδηση έφτασε γρήγορα, χάρη στον πρωτοσύγγελο Ρηγανάκο. Οι Αιγύπτιοι πυρπόλησαν μερικά σπίτια και σκότωσαν γέροντες, αλλά βρήκαν σθεναρή αντίσταση. Σε αυτή τη μάχη, οι γυναίκες της Μάνης έγραψαν τη δική τους ένδοξη σελίδα. Οπλισμένες με δρεπάνια, μαζί με γέροντες και εφήβους, απέκρουσαν τις αιγυπτιακές δυνάμεις. Η μάχη ήταν ομηρική, με τις Μανιάτισσες να φωνάζουν θουρίους:
«Τούρκοι, Τούρκοι δεν ντρεπώστε με γυναίκες να μαλωστέ; Οι γιάντρες μας δεν είν’ εδώ, λείπουν όλοι στ’ Αλμυρό. Τα δρεπάνια μας κρατούμε, τα κεφάλια σας πετούμε.»
Η άφιξη ενισχύσεων από τη Βέργα με τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, μετά από 15ωρη πορεία, ολοκλήρωσε τον θρίαμβο. Η σύγχυση και η αταξία των υποχωρούντων Αιγυπτίων οδήγησε σε σφαγή, με τη θάλασσα του Διρού, σύμφωνα με μαρτυρίες, να «εκοκκίνησε από τα έκχυτα αίματα των εχθρών». Μόνο το ένα τρίτο των αποβιβασθέντων σώθηκε στα πλοία, τα οποία μετέφεραν στον Ιμπραήμ τα λείψανα του στρατού του και την είδηση της καταστροφής.
- Η Μάχη του Πολυάραβου: Παρά τις απανωτές ήττες, ο Ιμπραήμ δεν το έβαλε κάτω. Επιχείρησε νέες επιθέσεις στον Κότρωνα (άγνωστη μέχρι σήμερα αποβατική επιχείρηση) και στον Πολυάραβο (26-28 Αυγούστου 1826), αλλά και πάλι οπισθοχώρησε κατησχυμένος. Η Εφορία της Σπάρτης έγραφε θριαμβευτικά στις 14 Σεπτεμβρίου 1826: «πάλιν κατησχυμένος οπισθοχώρησεν ο υπερήφανος Ιμπραήμης φοβερίζοντάς μας… έχει αμετάθετον απόφασιν ή να αφήση τα κόκκαλά του εις την Σπάρτην ή να την σηκώση εν νεφέλαις αέρων. Και κατά τούτο είμεθα σύμφωνοι με την απόφασίν του, ότι και ημείς την αυτήν απόφασιν έχομεν ή να γίνη ο τάφος του εις την Σπάρτην και να δοξασθή η Σπάρτη ως πάλαι ποτέ ή να μη μείνη ψυχή ζώσα από την Σπάρτην». Οι εφημερίδες της εποχής, όπως ο «Φίλος του Νόμου» και η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος», επαναλάμβαναν τον θρίαμβο: «Ιδού η Σπάρτη εθριάμβευσε και πάλιν και εταπείνωσε την επερμένην αφρόν του Ιμπραήμη».
Η Λησμονημένη Κληρονομιά και η Δικαίωση
Οι μάχες της Βέργας, του Διρού και του Πολυάραβου δεν ήταν απλώς τοπικές νίκες. Ήταν το «Βατερλώ» για τον Ιμπραήμ και η «σανίδα σωτηρίας» για την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ήταν αυτές οι μάχες που έσωσαν την επανάσταση από την πλήρη καταστολή, με τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου να έρχεται απλώς να επικυρώσει τη σωτηρία της. Η 23η Ιουνίου 1826, ημερομηνία της μάχης της Βέργας, μαζί με την 23η Μαρτίου 1821, όπου καθαγιάστηκαν τα όπλα Μανιατών και Μεσσηνίων στην Καλαμάτα, αποτελούν σφραγίδες του γεωγραφικού και ιστορικού δεσμού Λακωνίας και Μεσσηνίας.
Παρά την κομβική τους σημασία, οι ιστορικοί συχνά παραμελούν ή αποσιωπούν αυτά τα γεγονότα. Ακόμη και ο Κολοκοτρώνης, στα απομνημονεύματά του, δεν αναφέρει λεπτομερώς τη σημασία αυτών των μαχών. Ο Δικ. Βαγιακάκος, συμπατριώτης καθηγητής και συγγραφέας, επισημαίνει ότι αυτές οι μάχες δικαίως μπορούν να καταλάβουν θέση δίπλα σε μάχες όπως του Βαλτετσίου και των Δερβενακίων. Η Μάνη, με τους σκληροτράχηλους κατοίκους της, υπήρξε η μήτρα της Επανάστασης και η ασπίδα της. Χωρίς την ελεύθερη Μάνη, είναι αμφίβολο αν θα υπήρχε καν Επανάσταση.
Οι Μανιάτες δεν ζητούν επαίνους ή υλικά ανταλλάγματα για τις ανυπέρβλητες θυσίες τους. Ζητούν όμως την ελάχιστη ηθική αμοιβή: αναγνώριση της ιστορικής τους προσφοράς. Γιατί να μην υπάρχουν Ηρώα στη Βέργα, στο Διρό, στον Πολυάραβο, αντίστοιχα με αυτά που τιμούν άλλες ηρωικές πράξεις, όπως το Μαυσωλείο των Σουλιωτισσών; Γιατί να μην τιμηθούν οι Μανιάτισσες του Διρού, που όχι μόνο δεν υποχώρησαν, αλλά σφαγίασαν τους εισβολείς με τα δρεπάνια τους;
Οι Μανιάτες έδωσαν άφθονο αίμα στην Επανάσταση του ’21 (μόνο η οικογένεια Μαυρομιχάλη μέτρησε 63 νεκρούς) και συνέχισαν να προσφέρουν σε όλες τις μεταγενέστερες εθνικές εξορμήσεις, από τον Μακεδονικό Αγώνα (με δυναμικούς οπλαρχηγούς όπως οι Τσοτάκος, Αναγνωστάκος, Δεμέστιχας) μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους (με τρομακτικές απώλειες σε μάχες όπως Σαρανταπόρου, Γιαννιτσών, Κιλκίς), τη Μικρασιατική εκστρατεία και το Έπος της Αλβανίας (με τον Συνταγματάρχη Δαβάκη και τον Ταγματάρχη Μαντούβαλο). Η ιστορία τους είναι μια διαρκής υπενθύμιση της ανδρείας, της αυτοθυσίας και της ακλόνητης αγάπης για την ελευθερία.
Είναι καιρός να αποδοθεί η δέουσα τιμή σε αυτή την ανεξίτηλη κληρονομιά. Πώς μπορούμε, ως κοινωνία, να διασφαλίσουμε ότι αυτές οι ηρωικές πράξεις δεν θα λησμονηθούν ποτέ;
Με πηγή: Το βιβλίο του Πάνου Ι. Καλλιδώνη ” Η Θρυλική Μάνη”



