Σ’ όλες τις κρίσιμες ανθρώπινες ώρες, τότε που χρειάζεται να παρθεί μια ανέκκλητη απόφαση, για τη ζωή και για το θάνατο, για ό,τι ονομάζουμε τιμή και ντροπή, η Μανιάτισσα όσο και να φορούσε γυναικεία, σκεφτότανε και φερνότανε σαν να’ κρυβε μέσα της έναν άντρα. Δε φοβότανε τη μεγάλη ευθύνη, ούτε περιόριζε το ενδιαφέρον της σε ό,τι θα την εξυπηρετούσε πρακτικά. Ξεπερνώντας το δεδομένο της φτώχειάς της, που θα τσάκιζε, θα ταπείνωνε κάθε άλλη, εκείνη, με το να μάθει από τη μάνα της, κι από τη μάνα της μάνας της κι απ’ όλες τις γριές της γενιάς της να χρησιμοποιεί στις ριζικές να πούμε αξιολογήσεις της άλλα κριτήρια, σε τίποτε δεν εμποδιζότανε να νιώθει περηφάνεια για τη θέση της κοντά στους άλλους, έστω κι αν φόραγε ένα πάμφθηνο πολυμεταχειρισμένο φουστάνι, κι αν έτρωγε ένα ξερό κομμάτι ψωμί. Αλλού τοποθετούσε την αξία. Η Μανιάτισσα ήταν η κλώσσα του πατροπαράδοτου ήθους, ο θεματοφύλακας, ένα πρόσωπο που με το να στέκεται πιο κοντά στην παιδική ηλικία, έπαιρνε και διεβίβαζε ασφαλέστερα τα προστάγματα σ’ όλο το σόι, από τη μια γενιά στην άλλη γενιά. Ο άντρας σκότωνε, σκοτωνότανε, φυγοδικούσε, πήγαινε χρόνια στη φυλακή, στο Παλαμήδι, στη Στενή του Μιλτιάδη, στο Νιόκαστρο. Πήγαινε στην Κρήτη να πολεμήσει και δεν εγύριζε. Η γυναίκα έπρεπε να μείνει στο ποδάρι του, να πάρει το τιμόνι. Κι’ αν σκότωσαν τον άντρα της, να μεγαλώσει τα παιδιά με τον ιδρώτα της, με την ψυχή στο στόμα, με ξένα μεροκάματα στο «Έλος και στο Ντουραλή», και να κρατήσει μέσα στην καρδιά της αναμμένο πάντα το κάρβουνο του γδικιωμού, που για τα ήθη εκείνης της εποχής εσυμβόλιζε την κάθαρση, αποτελούσε τον ύψιστο νόμο. Αυτές οι Μανιάτισσες, που λαχταρούσαν όλες από τα κοριτσίστικα χρόνια τους τις αντρίκιες πράξεις, οι γριές ιδίως Μανιάτισσες, οι «κυράδες», οι στεγνές, οι λιανές οι «ξερές φραγκοσυκιές» όπως παρομοιάζουν οι ίδιες τον εαυτό τους – η Λιού, η Πετρού, η Δημητρού, η Ληγορού, η Σταυριανού, η Κυριακαίνα, η Κυριακούλαινα, η Κλαπόθαινα, η Καπετανόνυφη, η Κοσονόνυφη είναι όλη η Μάνη. Με τους πόνους τους, με τα μοιρολόγια τους, με τα έργα τους, με τις ευκές τους και με τις κατάρες τους, με την αλύγιστη πίστη τους σε ό,τι εκφράζει το χρέος και την τιμή.

Αυτή την αλύγιστη πίστη στο χρέος και στην τιμή, την έδειξαν στη μάχη του Διρού, τη δίδυμη αδερφή της μάχης της Βέργας, στον Αλμυρό. Να το ιστορικό της σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει ο ίδιος Μανιάτης ιστοριοδίφης, ο Δικαίος Βαγιακάκος:
Φαίνεται πως ο Ιμπραήμ όταν αποφάσισε να υποτάξει τη Μάνη, προβλέποντας τις δυσκολίες που θα συναντούσε η προσπέλαση από τη στεριά, εσχεδίασε και μια άλλη αιφνιδιαστική ενέργεια από τη θάλασσα, στο εσωτερικό της Μάνης. Έτσι οι Μανιάτες που προασπίζανε τον τόπο από τη μεριά του Αλμυρού κρατώντας κλειστή τη δυτική είσοδο, θα μάθαιναν άξαφνα πως έχουν στα νώτα τους τους Αραπάδες. Κι’ επίστευε ο Ιμπραήμ ότι αυτός ο αιφνιδιασμός θα πετύχαινε, αφού ο στρατός του θα αποβιβαζόταν σε αφρούρητο, σε απροστάτευτο μέρος, μια που όλα τα ντουφέκια, δηλαδή οι άντρες που αποτελούσαν το μάχιμο πληθυσμό, είχαν μαζευτεί στη Βέργα για ν’ αποκρούσουν την επίθεση. Αποφάσισε λοιπόν να κάμει απόβαση στο Διρό, ένα μικρό απόμερο όρμο ανάμεσα στο μανιάτικο Πύργο και την Τσίμοβα, την Αρεόπολη, που έγινε τώρα με τα σπήλαια ευρύτατα γνωστός. Λένε μάλιστα πως μέσα σ’ ένα από τα αιγυπτιακά πλοία βρισκότανε κι’ ο ίδιος ο Ιμπραήμ, για να παρακολουθήσει την επιχείρηση. Πάντως το γεγονός είναι ότι μια νύχτα του Ιουνίου του 1826, μαζί με την επίθεση εναντίον της Βέργας ή αμέσως μετά την αποτυχία της, έφτασαν στον ερημικό όρμο του Διρού δύο αιγυπτιακά πολεμικά και δεκατέσσερα μεταγωγικά, με 1500 πάνω-κάτω Αραπάδες – ο Α. Φραντζής τους ανεβάζει σε 3.800 και ο Π. Κουτήφαρης σε 4.500. Επρόκειτο για ένα τμήμα οργανωμένου στρατού, σημαντικό τότε, που σύμφωνα με τη διαταγή που έλαβε έπρεπε αμέσως να βγει και να καταλάβει τα γειτονικά μανιάτικα χωριά, να εξοντώσει, να ρημάξει κατά τη συνήθεια των Αιγυπτίων την περιοχή, και να μπορέσει ύστερα να χτυπήσει τους Μανιάτες που αντιστέκονταν στον Αλμυρό, από το πίσω μέρος. Η απόβαση έγινε χωρίς καμιά δυσκολία, γιατί δεν την πήρε χαμπάρι, δεν την υποψιάστηκε κανείς. Ωστόσο οι Αραπάδες φοβήθηκαν να προχωρήσουν τη νύχτα, γιατί εμεσολάβησε το εξής: Μαζί με την απόβαση έφτασαν ταχυδρόμοι απ’ το Αλμυρό και χτυπούσαν τις καμπάνες για να συγκεντρωθούν οι κάτοικοι, επειδή ήθελαν να τους αναγγείλουν τα νέα και να τους πουν πως όσοι μπορούν να κρατήσουν όπλο πρέπει να φύγουν για τη Βέργα το γρηγορότερο. Οι Αιγύπτιοι νομίζοντας πως οι ντόπιοι χτυπούν τις καμπάνες για να κάμουν γνωστή την απόβασή τους, έφτιαξαν ένα οχύρωμα παραπάνω από την ακτή και περίμεναν για τα περαιτέρω να ξημερώσει. Την ίδια νύχτα με κάποιο από τα πλοία τους εχτύπησαν τα Μαυρομιχαλιάνικα στο γειτονικό Λιμένι, για να στρέψουν προς τα εκεί την προσοχή του γειτονικού πληθυσμού, από το Βοίτυλο και τ’ άλλα κοντινά σημεία, ώστε να μείνουν απερίσπαστοι στην προέλασή τους αυτοί που αποβιβαστήκανε στο Διρό.
Ποιες ήταν εκείνη τη στιγμή οι αμυντικές δυνατότητες της Μάνης; Μας το λέει το περίφημο ιστορικό τραγούδι: «Η μάχη του Διρού».
… Οι άντρες όλοι ελείποσι τ’ ήταν στη Βέργα τ’ Αλμυρού όπου Τρωάδα ο πόλεμος επάαινε δυο μερόνυχτα. Μόνο τα γυναικόπαιδα και γέροντες ανώφελοι γιατ’ ήτα θέρος βρέθηκαν με τα δρεπάνια στα λουριά…
Οι Αιγύπτιοι ξεκίνησαν σε δύο φάλαγγες, η μια τράβηξε κατά την Τσίμοβα, την Αρεόπολη, η άλλη κατά τον Πύργο και τη Χαριά, ενώ μια τρίτη ανιχνευτική ομάδα προχώρησε προς τα ενδότερα, ως της εκκλησιάς της Φανερωμένης και το χωριό Καυχιόνια, για να ιδεί τι γίνεται σ’ αυτή την περιοχή που την απροστάτευαν πανύψηλοι πύργοι. Οι Μανιάτες κι’ οι Μανιάτισσες ξυπνώντας στ’ αλώνια τους που κοιμόνταν, τους είδαν σα σατανάδες, σα δαίμονες στην αρχή. Σε λίγο όμως καταλαβαίνοντας ότι πρόκειται για εχθρική επιδρομή, επήραν αμέσως την απόφαση ν’ αντισταθούνε κι’ ας ήσαν γέροι οι περισσότεροι. Οχυρώνονται στους πύργους, οι Αραπάδες της μιας φάλαγγος κάνουν επίμονα γιουρούσια εναντίον τους, οι γέροι τους δέχονται με ομοβροντίες. Η άλλη φάλαγγα φτάνει στην Αρεόπολη, στη δυτική της μεριά, όπου οι γέροι κι’ οι έφηβοι τους χτυπάνε από τους πύργους. Ο αγώνας είναι σκληρός, αλλά οι γέροι και τα νέα παιδιά δεν το βάζουν κάτω, συνεχίζουν με πείσμα την αντίσταση. Τόσο που να πάθουν σύγχυση στο τέλος οι εχθροί και να υποχωρήσουν άτακτα στην παραλία. Εκεί φαίνεται πως οι αρχηγοί τους τους αποπήραν άσχημα για το φευγιό και τους έδωσαν πάλι τη διαταγή να χτυπήσουν την Αρεόπολη. Όπου την ξαναπάθανε χειρότερα τη δεύτερη φορά, απόδειξη ότι ξαναγύρισαν στη βάση τους πατείς με πατώ σε. Στο μεταξύ οι μαντατοφόροι, τρέχοντας πάνε την είδηση για τον ερχομό των Αραπάδων του Ιμπραήμ, σ’ όλα τα διαμερίσματα της Μάνης, ως το Ταίναρο. Τα καμπαναριά χτυπάνε πολεμικό συναγερμό και μονομιάς, όλοι οι άντρες που για διάφορους λόγους δεν επήγαν στον Αλμυρό, και όλες οι γυναίκες, ακόμη κι’ οι γριές, βρίσκονται στο πόδι. Και τρέχουν προς τον Πύργο, προς τη Χαριά, προς την Αρεόπολη, δηλαδή στα κατατόπια του Διρού, όπου προσπαθούν να εγκαταστήσουν προγεφυρώματα οι δυνάμεις των Αιγυπτίων, φτάνουν αγνάντια τους εννιακόσιοι άντρες και εφτακόσιες γυναίκες, αρχίζουν αμέσως λυσσαλέοι αγώνες, οι Αλμυριώτες όμως έφτασαν και αυτοί με καλύτερο πυροβολικό, στο τέλος αποκρούονται, αφήνουν τα οχυρώματά τους και παίρνουν δρόμο προς την ακτή, όπου μάλιστα έχουν πλησιάσει κι’ οι βάρκες τους, για να’ ναι έτοιμες, αν χρειαστεί, να τους παραλάβουν.

Φωτό Πάτρικ Λη Φέρμορ
Όλη η στρατιωτική επιχείρηση βρίσκεται τώρα στην αποφασιστική καμπή της. Κι’ αυτή ακριβώς τη στιγμή μπαίνουν στη μέση οι Μανιάτισσες, με τα δρεπάνια τους για όπλα. Με τα δρεπάνια τις βλέπει να πολεμάνε ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης που ειδοποιημένος για την επίθεση έτρεξε με τα παλληκάρια του στο Διρό.
Βλέπει γυναίκες να χερεύουν με τα δρεπάνια που βαστούν τους Αραπάδες να χτυπούν. -Εύγε σας, μα εύγε σας, γυναίκες, άντρες γίνατε, σαν αντρειωμένες κρούετε, σαν Αμαζόνες μάχεστε!
Μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, καθώς έφτασε στη Βέργα η πληροφορία ότι αποβιβαστήκανε Αιγύπτιοι στην καρδιά της Μάνης, ξεκινά γρήγορα ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης με τριακόσιους Μανιάτες κι’ έρχεται στο Διρό.
… Τότε κι’ εκείνη τη στιγμή φτάσασι κι’ αναντιάξασι τα παλληκάρια τ’ Αλμυρού όπου τη νίκη έφερνασι.
Η σύρραξη επάνω στα λουριά, επάνω στις λουρίδες των χωραφιών του Διρού, φτάνει στη μεγαλύτερη έντασή της. Οι αμυνόμενοι γίνονται παντού επιτιθέμενοι.
…κι’ εγίνη ξεσυνέριση σ’ όλα τα Σπαρτιατόγγονα ποιοι θα πάσι μπροστινοί.
Μπροστά σε μια τέτοια θύελλα οι Αραπάδες τα κάνανε, και βλέποντας πως δεν μπορούν πια να κρατηθούν, ξεχύνονται τρομαγμένοι προς την ακρογιαλιά όπου κυττάνε να γλυτώσουν, άλλοι με τις βάρκες κι’ άλλοι κολυμπώντας βιαστικά, κάτω από το κανονίδι που συνεχίζουν τα πλοία για να καλύψουν την υποχώρηση. Κι’ ήταν τόσο το αίμα το χυμένο παντού, που καθώς έλεγαν, καθώς εβεβαίωναν οι αυτόπτες, εκοκκίνησε η θάλασσα του Διρού σε μεγάλο βάθος.
Την ίδια τύχη είχαν τότε και η ανιχνευτική επιχείρηση της Καυχιόνας στη Μέσα Μάνη και η κατοπινή επίθεση του Ιμπραήμ στον Πολυάραβο, όπου πάλι οι Μανιάτες κερδίσανε μια ένδοξη νίκη.
Η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος» έγραψε: «Η Σπάρτη ανυψοί νέα τρόπαια αθανασίας! Ο δε παρά των ενθουσιασμένων φίλων του ανίκητος νομιζόμενος και κηρυττόμενος Ιμπραχήμης, νικηθείς και εις την κατά της Σπάρτης εκστρατείαν, ηναγκάσθη ου μόνον να αποχωρήση αλλά και να αναχωρήση εκείθεν διόλου. Ανίκητος εφάνη ο Ιμπραχήμης όπου μόνον δεν εύρεν αντίστασιν. (Και μιλώντας για τις Μανιάτισες ειδικά) Ήκουσεν ίσως ο Ιμπραχήμης ότι εις την Σπάρτην οπλοφορούσι και αι γυναίκες και αντιφιλοτιμούνται προς τους άνδρας. Αλλ’ ίσως δεν το επίστευεν. Ιδού τώρα ότι ηξιώθη και να το ιδή…».
Κι’ ένα από τα τόσα παραδείγματα ευψυχίας που έδειξαν οι Μανιάτισσες στη μάχη του Διρού:
Μια μητέρα, όταν σκοτώθηκε ο γιος της άρπαξε το ντουφέκι του και τον αντικατέστησε στο ταμπούρι, μην αφήνοντας τη συγκίνηση της μάνας να κάμψει το ηθικό της Μανιάτισσας. Εκεί πολεμούσε ατάραχη σαν τους άντρες. Και γυρίζοντας κάθε τόσο το κεφάλι προς το νεκρό, τον ξαπλωμένο στο πλευρό της, του έλεγε σιγά-σιγά, σα να’ταν σίγουρη πως έτσι θα τον ευχαριστούσε: «Κοιμήσου, παιδί μου, κοιμήσου! Κι’ εγώ κρατώ τη θέση σου!»
Θαρρείτε πως έχετε αναστημένη μια γριά Σπαρτιάτισσα μπροστά σας…
Με πηγές από το βιβλίο του Γ.Φτέρη ” Μάνη Πατρίδα μου”





