Νυκλιάνοι: Οι Συγκλονιστικές Ζωντανές Αφηγήσεις του Γδικιωμού και η Εκδίκηση στη Μάνη.
Η Μάνη των περασμένων αιώνων δεν λύγιζε εύκολα. Σε έναν τόπο όπου η πέτρα περίσσευε και η επιβίωση ήταν καθημερινός αγώνας, η τιμή της πατριάς αποτελούσε το πολυτιμότερο αγαθό. Μέσα από το σπάνιο βιβλίο του Δημητρίου Β. Δημητράκου-Μεσίσκλη, «Οι Νυκλιάνοι», έρχονται στο φως αυθεντικές, ζωντανές μαρτυρίες που κόβουν την ανάσα. Μας αποκαλύπτουν πώς η εκδίκηση στη Μάνη –ο περιβόητος «γδικιωμός»– δεν ήταν απλώς ένα ξέσπασμα οργής, αλλά ένας άγραφος, βαθιά ριζωμένος κοινωνικός νόμος.
Πίνακας Περιεχομένων
- «Ο αδίκιωτος θεωρείται δειλός»
- 3 Αληθινές Ιστορίες Γδικιωμού που Σημάδεψαν την Ιστορία
- 1. Το κυνήγι των ορτυκιών που κατέληξε σε καταδίωξη
- 2. Από την κάλπη της Μάνης στα μεταλλεία του Λαυρίου
- 3. Το «πείραγμα» στο καμίνι και το σημάδι της οχιάς
- Οι Οπλοφορούντες Παπάδες και τα Έθιμα της Μάνης
- Μια Πολύτιμη Ιστορική Παρακαταθήκη
«Ο αδίκιωτος θεωρείται δειλός»
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο βιβλίο, η εκδίκηση στη Μάνη θεωρούνταν από τους ξένους ως το μεγαλύτερο ελάττωμα των Μανιατών, όμως για τους ίδιους ήταν ζήτημα υπαρξιακής τιμής. Ο φόνος ανταποδίδονταν πάντα με φόνο.
Advertisement
Αν κάποιος δεν έπαιρνε το αίμα του πίσω, η κοινωνία τον περιφρονούσε: «Ο αδίκιωτος θεωρείται δειλός, άνθρωπος ανίκανος να υπερασπίσει την τιμή του». Η ανάγκη αυτή ήταν τόσο απόλυτη, που ακόμα και το θύμα, στις τελευταίες του στιγμές, άφηνε ρητή παραγγελία στους συγγενείς του να τον εκδικηθούν.
Το παρακάτω αυθεντικό μοιρολόι της γυναίκας του σκοτωμένου Σουρδή, αποτυπώνει ανάγλυφα αυτή τη σκληρή πραγματικότητα:
«Όντε σκοτώθηκε ο Σουρδής, επήρα το βελέσι μου, και βγήκ’ απόξω στην αυλή,
και του σκισα το μπουγάζι, κ’ έσκουξα μια σκληρή φωνή,
από τον κόσμο ν’ ακουστεί: Εμένα μ’ άφησ’ εντολή το κακοθάνατο Σουρδί,
σαν μεγαλώση το παιδί, πού το ντουφέκι να μπορή,
να ξεκρεμάση το σαρμά, να κυνηγήση το φονιά.»
3 Αληθινές Ιστορίες Γδικιωμού που Σημάδεψαν την Ιστορία

Το βιβλίο διασώζει απίστευτα περιστατικά από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, όπου μια ασήμαντη αφορμή αρκούσε για να ανάψει το φυτίλι.
1. Το κυνήγι των ορτυκιών που κατέληξε σε καταδίωξη
Γύρω στο 1900, κατά το παραδοσιακό κυνήγι των ορτυκιών, δύο νέοι λογομάχησαν. Ο ένας σήκωσε το όπλο του, έτοιμος να πυροβολήσει. Ο άλλος, πιο ψύχραιμος, του φώναξε: «Κάτου τ’ άρματα!» και κατάφερε να τον αφοπλίσει. Ο πρώτος, γεμάτος ντροπή, έφυγε οπλισμένος για το Γύθειο με σκοπό να βρει τον ξάδερφο του εχθρού του και να εκδικηθεί. Η τραγωδία αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή, όταν ένας δημόσιος υπάλληλος έστειλε επείγον τηλεγράφημα στο Γύθειο, προλαβαίνοντας τον φόνο!
2. Από την κάλπη της Μάνης στα μεταλλεία του Λαυρίου
Σε ένα άλλο περιστατικό, οι δημοτικές εκλογές έγιναν η αιτία για να ξεσπάσει άγρια βεντέτα ανάμεσα σε δύο ισχυρές οικογένειες. Όταν η μία πλευρά έχασε τη δημαρχία, ένας νέος σκοτώθηκε για λόγους τιμής. Ο δήμαρχος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Μάνη και να κρυφτεί στο Λαύριο, πιάνοντας δουλειά σε μεταλλευτική εταιρεία. Όμως η εκδίκηση στη Μάνη δεν είχε σύνορα. Ο ξάδερφος του σκοτωμένου, ένας φαινομενικά ήσυχος και φιλότιμος άνθρωπος, ταξίδεψε κρυφά μέχρι το Λαύριο, έστησε καρτέρι στον τέως δήμαρχο και τον σκότωσε, παρασυρμένος από το «φιλότιμο» της φάρας του.
3. Το «πείραγμα» στο καμίνι και το σημάδι της οχιάς
Μια παρέα Μανιατών πήγε στη Μεσσηνία για να δουλέψει σε ένα ασβεστοκάμινο. Ανάμεσά τους ήταν ο Καλκαντζής, ένας εργατικός αλλά απλοϊκός άνθρωπος. Οι σύντροφοί του αποφάσισαν να του κάνουν ένα μακάβριο πείραγμα: βρήκαν μια νεκρή οχιά και την έκρυψαν μέσα στα ξύλα που κουβαλούσε στο κεφάλι του, ξέροντας ότι ο Καλκαντζής είχε θανάσιμο φόβο για τα φίδια. Όταν τα ξύλα έπεσαν, η οχιά φάνηκε και ο Καλκαντζής από το σοκ έβγαλε μια κραυγή και ξεψύχησε την επόμενη μέρα.
Το πείραγμα αυτό θεωρήθηκε φόνος. Ο αδερφός του, ο Λάμπρος, γεμάτος θλίψη και θυμό, επέστρεψε στο χωριό φωνάζοντας: «Αδέρφι Καλκαντζή μου! Θα σου κάνουν κλάμα, τριμερό, νιάμερο και θα του κάνουν και σαράντα, αν δε γύριζα στο μεταξύ από τη Μεσσηνία…». Το «αστείο» πληρώθηκε με αίμα.
Οι Οπλοφορούντες Παπάδες και τα Έθιμα της Μάνης

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία που διασώζει ο Δημήτριος Β. Δημητράκος-Μεσίσκλης είναι η καθολική οπλοφορία, η οποία χαρακτήριζε ακόμη και τον κλήρο. Οι Νυκλιάνοι Μάνης κυκλοφορούσαν πάντα ζωσμένοι με το κούμπου και το τουφέκι, από τα μικρά παιδιά μέχρι τα βαθιά γεράματα.
Ακόμη και οι παπάδες οπλοφορούσαν! Κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, οι ιερείς τοποθετούσαν τα όπλα τους επάνω στην Αγία Τράπεζα και, μόλις τελείωνε η λειτουργία, τα ζώνονταν ξανά. Μάλιστα, συμμετείχαν πρώτοι και καλύτεροι στις μάχες, δικαιολογώντας την παρουσία τους «υπέρ πίστεως και πατρίδος».
Στον ιστορικό Κώδικα 214 του γιατρού Παπαδάκη, αναφέρονται μάλιστα παπάδες που τραυματίστηκαν σε μάχες στα χωριά της Μάνης:
-
«Γιάτρεψα τον παπα-Γιώργη, στηλετιά στα παΐδια» (Λάγια).
-
«Έγιανε ο παπα-Κολκοράκης μπαλοτιά στη μέση» (Κίττα).
-
«Γιάτρεψα τον παπα-Ζευγολάτη μπάλες 2 εις το μερί» (Τζεροβά).
Για τον Μανιάτη, το όπλο ήταν η προέκταση του εαυτού του. Όταν αποκτούσε ένα νέο όπλο, έβγαινε στις ρούγες (στα σοκάκια) των γύρω χωριών για να το επιδείξει με υπερηφάνεια και να κάνει δοκιμές στο σημάδι.
Μια Πολύτιμη Ιστορική Παρακαταθήκη
Τα έθιμα της Μάνης και οι ιστορίες για τους Νυκλιάνους δεν είναι απλές διηγήσεις αγριότητας. Είναι το αποτύπωμα μιας κλειστής, αδάμαστης κοινωνίας που λειτουργούσε με τους δικούς της, αυτόνομους κανόνες δικαιοσύνης. Το σπάνιο έργο του Δημητράκου-Μεσίσκλη καταφέρνει να κρατήσει ζωντανή τη φωνή μιας εποχής όπου η τιμή και η αξιοπρέπεια κερδίζονταν με το όπλο στο χέρι.
Σήμερα, οι πέτρινοι πύργοι στη Μέσα Μάνη στέκουν ακόμα βουβοί, κουβαλώντας στα σπλάχνα τους τα μυστικά, τα βόλια και το αίμα των ανθρώπων που τους υπερασπίστηκαν.





