Υπάρχουν τόποι που τους βλέπεις. Και τόποι που σε βλέπουν. Η Κοκκάλα είναι από τους δεύτερους.
Αν πας να ψάξεις για Μανιάτικες Φράσεις στη Google, θα βρεις λίστες. Στείρες. Νεκρές. Οι αληθινές Μανιάτικες Φράσεις δεν ζουν στο internet. Ζουν σε ένα πεζούλι, κάτω από μια μουριά, με θέα τη χαλικιά που θάμπωνε χρυσαφιά στο σούρουπο.
Εκεί τον βρήκα. Τον μπάρμπα-Πανάγο.
Η συνάντηση: Πώς μυρίζει η Μάνη όταν μιλάει
Δεν ήταν σαν τους άλλους γέρους. Δεν είχε μπαστούνι. Είχε μια βέργα από πουρνάρι, γυαλισμένη από την παλάμη του. Δεν φορούσε μαύρα. Φορούσε ένα πουκάμισο ξεθωριασμένο, χρώμα της πέτρας. Και τα μάτια του; Τα μάτια του ήταν ψία Μανιάτικα. Αμιγή. Καθαρά. Σαν να είχαν βγει από μια γεροντική του 1840.
Κάθισε. Δεν με χαιρέτησε. Οι Μανιάτες δεν χαιρετάνε. Σε ζυγίζουν.
Ο αγέρας έφερνε μυρωδιά από θρούμπι και αρμύρα. Από κάτω, η θάλασσα έσκαγε με θυμό στον τσαραμά. Πίσω μας, τα σπίτια-πύργοι στέκονταν αγέρωχα, με τις πολεμίστρες τους να κοιτάνε ακόμα τον εχθρό. Αυτόν που δεν έρχεται πια με ντουφέκι. Έρχεται με συμβόλαια.
«Κάτσε», μου είπε. Δεν ήταν πρόταση. Ήταν διαταγή. «Θα σε κεράσω μια κουβέντα. Όχι από αυτές τις ζαχαρωμένες. Από τις δικές μας. Τις Μανιάτικες Φράσεις που κόβουν σαν μαχαίρι».
Και τότε άρχισε. Δεν μιλούσε. Ξόρκιζε. Η φωνή του ήταν δασύ χι και ζαρωμένο σίγμα. Κάθε λέξη έσκαγε σαν ξύλο στο τζάκι.
Ο μονόλογος του γέροντα: Όταν οι Μανιάτικες Φράσεις γίνονται ιστορία
«Εδώ, παιδί μου, η γλώσσα δεν είναι για να περνά η ώρα. Είναι για να μην περνά η λήθη. Η γιαγιά μου, η Κυριάκαινα, δεν έλεγε “κλείσε την πόρτα”. Φώναζε: “Άφηκες την πόρτα καμπινάρι, ωρέ λωβέ!” Λωβό έλεγε τον άχρηστο. Τον άνθρωπο χωρίς τιμή. Κι αν θύμωνε; Δεν φώναζε. Εκρόαγε το τραπέζι με τη γροθιά της. Να το ακούσουν οι πεθαμένοι.
Στα χρόνια τα δύσκολα, κρυβόμασταν πάνω από τη χαλικιά. Η μάνα σου μωρό. Είχε δυο αναλιμές. “Αυτό θα παντρευτεί δυο φορές”, έλεγε η γιαγιά και σταυροκοπιόταν. Το φαγητό μας; Ψίος κόκορας. Χωρίς ψωμί. Κι άμα λεχιαζόταν στο τσουκάλι, κλαίγαμε. Όχι για τον κόκορα. Για την ελπίδα.
Τότε, οι σερνικοί εκάμασι γεροντική στο Κατωπάγκι. Να τραβήξουν τα σκαρφία. Να δουν ποιος θα βγει ο βγαρτός να κατέβει στους Ιταλούς. Ο θειος σου τσαραμώθηκε. Δεν γκρεμίστηκε μόνο το κορμί του. Γκρεμίστηκε το σπίτι μας.
Μετά ήρθε η βεντέτα. Η σουτουπέλα. Ακούγαμε μια τσαχάλα τη νύχτα και πεταγόμασταν. “Λαγοκάρδης είσαι;” ούρλιαζε η μάνα μου. Είχαμε ανακωλώσει όλο το σπίτι για ένα ντουφέκι. Γιατί η χειρότερη κατάρα ήταν να μείνεις ξακληροσπορά. Μοναχοκόρη. Να σβήσει το όνομα. Να μην έχεις καφό να σε κλάψει.
Τώρα; Τώρα μου χτίζουν στα λουρία μου. Στις πεζούλες που πότισε ο παππούς μου με ιδρώτα. Μου λένε “investment”. Εγώ τους λέω φουμπάω. Γιατί άμα χαθεί η γλώσσα, θα χαθούμε κι εμείς. Ποιος θυμάται πια τι είναι το πιζοκιούμι; Ποιος πάει στων αλλωνένε του;»
Σταμάτησε. Κοίταξε τη θάλασσα. Τα χέρια του έτρεμαν. Όχι από τα χρόνια. Από τον θυμό. Από τον καημό.
«Για αυτό στα λέω. Για να μάθεις τις Μανιάτικες Φράσεις. Να τις πεις στα παιδιά σου. Να μην τις πάρει ο αγέρας. Να μην τις πατήσει η μπουλντόζα».
Σηκώθηκε. Στήριξε τη βέργα του στην πέτρα. Έκλεισε τα μάτια του κι έριξε πίσω το κεφάλι του, με μία αρνητική κίνηση. Ήταν η ίδια κίνηση που έκανε η γριά στον Φέρμορ, όταν συνατήθηκαν στο Τηγάνι του Μεζάπου. Αιώνες μετά. Στην ίδια πέτρα. Η άρνηση να παραδοθείς. Ακόμα και στον χρόνο.
Και χάθηκε στο σοκάκι. Σκιά μέσα στις σκιές των πύργων. Ο τελευταίος φύλακας.
Γλωσσάρι: 12 Μανιάτικες Φράσεις που κρατάνε την Mάνη όρθια
Αυτές δεν είναι λέξεις. Είναι τα θεμέλια. Αν πέσουν, πέφτει η Μάνη.
- Άφηκες την πόρτα καμπινάρι: Την άφησες ορθάνοιχτη. Η απόλυτη αμέλεια για έναν Μανιάτη.
- Είσαι λωβός: Είσαι ανάξιος, χωρίς τιμή. Η χειρότερη βρισιά μετά το «προδότης».
- Μην φουμπάξεις: Μην ορμήσεις απειλητικά. Φράση που σταματούσε καυγάδες πριν γίνουν φονικά.
- Εκρόαγε το τραπέζι: Το χτυπούσε με δύναμη. Από το «κρούω». Ξέσπασμα οργής ή πόνου.
- Λεχιάστηκε το φαΐ: Κάηκε το φαγητό. Στη φτώχεια, αυτό ήταν τραγωδία.
- Είναι ψίος Μανιάτης: Είναι 100% Μανιάτης, από πατέρα και μάνα. Πιστοποιητικό γνησιότητας.
- Έμεινε ξακληροσπορά: Έμεινε μοναχοκόρη. Ο εφιάλτης κάθε σπιτιού. Έσβηνε το όνομα.
- Τραβήξαμε τα σκαρφία: Ρίξαμε κλήρο. Για προίκες, για χωράφια, για το ποιος θα σκοτώσει και ποιος θα σκοτωθεί.
- Εκάμασι γεροντική: Έκαναν οικογενειακό συμβούλιο. Το ανώτατο δικαστήριο του γένους.
- Τσαραμώθηκε: Γκρεμίστηκε, χάθηκε, σκοτώθηκε πέφτοντας. Από τον «τσαραμά», τον γκρεμό.
- Άκουσα μια τσαχάλα: Άκουσα έναν ανεπαίσθητο θόρυβο. Στη Μάνη, και οι τοίχοι είχαν αυτιά.
- Πάω στων αλλωνένε μου: Πάω στο πατρικό μου. Ιερή επίσκεψη για κάθε παντρεμένη.
Γιατί οι Μανιάτικες Φράσεις είναι η τελευταία μας άμυνα
Η Κοκκάλα αντιστέκεται ακόμα. Δεν έγινε Τσίμοβα. Δεν γέμισε πισίνες. Γιατί έχει ακόμα γέροντες σαν τον μπάρμπα-Πανάγο. Γιατί έχει ακόμα Μανιάτικες Φράσεις να ψιθυρίζονται στα σοκάκια.
Όταν χαθούν αυτές οι Μανιάτικες Φράσεις, θα έχει χαθεί η Μάνη. Θα μείνουν μόνο πέτρες για το Airbnb.
Ποιες Μανιάτικες Φράσεις σου έλεγε η γιαγιά σου; Γράψτες. Δώστες μια θέση να μην τις πάρει η στουπέλα. Γιατί εμείς, δεν είμαστε λωβοί. Είμαστε ψίοι. Και θυμόμαστε.
Έτσι. Με εικόνα, με ήχο, με μυρωδιά. Ο γέρος έγινε χαρακτήρας. Η Κοκκάλα έγινε σκηνικό. Και οι Μανιάτικες Φράσεις έγιναν το όπλο ενάντια στη λήθη.
Όμορφη Μάνη
Διαβάστε κι εδώ: Μανιάτικες λέξεις , γλωσσική γοητεία: “Καφός, Καβούτσος, Κρόω κ.α”



