Υπάρχουν τόποι που τους περπατάς. Και υπάρχουν τόποι που περπατάνε μέσα σου. Η Μάνη ανήκει στους δεύτερους. Αλλά για να την ακούσεις, θέλεις μεταφραστή.
Και ο καλύτερος μεταφραστής της Μάνης ήταν ένας Άγγλος: ο Πάτρικ Λη Φέρμορ.
Στο βιβλίο του Μάνη, το 1958, δεν κατέγραψε απλώς ένα ταξίδι. Έκανε κάτι πιο δύσκολο: Έπιασε τον παλμό ενός τόπου όπου ο μύθος δεν πέθανε ποτέ. Στο Τηγάνι, τρία μίλια από το Μέζαπο, ο χρόνος σταματά. Και ο Φέρμορ μας δείχνει γιατί.
Αυτή είναι η λογοτεχνική απόδοση του αποσπάσματος. Όχι αντιγραφή. Ανασύνθεση. Για να νιώσεις το μεγαλείο του.
Απόδοση: Το Τηγάνι με τα Μάτια του Φέρμορ
Το Τηγάνι δεν είναι απλώς ακρωτήρι. Είναι μια γλώσσα βράχου που χύνεται στη θάλασσα, και μοιάζει, όπως λέει ο Φέρμορ, με το χερούλι ενός τηγανιού. Στέκεσαι εκεί και η πέτρα κάτω από τα πόδια σου δεν είναι νεκρή. Θυμάται.
Οι επάλξεις του παλιού κάστρου είναι πια θαμμένες στα αγριολούλουδα. Σαν η φύση να θέλησε να σκεπάσει τον πόλεμο με χρώμα. Η θάλασσα μπροστά σου δεν έχει ένα χρώμα. Είναι ζωντανή. Θαμπώνει χρυσαφιά, γίνεται πορφύρα, σπάει σε σμαραγδί. Και τα νησιά στον ορίζοντα μοιάζουν να επιπλέουν, σαν να τα κρατάει ο αέρας.
Εδώ ο χρόνος δεν έχει στρώματα. Έχει ρωγμές. Από αυτές ξεπροβάλλουν όλοι μαζί: Οι Φράγκοι ιππότες του Γουλιέλμου Βιλλαρδουίνου με τις πανοπλίες να αστράφτουν. Οι βυζαντινές γαλέρες που σαλπάρουν από τον Μυστρά. Οι Σαρακηνοί που αχνοφαίνονται στην άκρη του πελάγους. Τα φαντάσματά τους δεν έφυγαν. Κρέμονται ακόμη στον βορειοδυτικό αγέρα, μαζί με τις φωνές από μάχες που δεν τέλειωσαν ποτέ.
Οι δύο θρύλοι του βράχου
Και μετά, ο Φέρμορ αφήνει την ιστορία και βουτάει στον μύθο. Γιατί στη Μάνη, ιστορία και μύθος είναι το ίδιο πράγμα.
Ο πρώτος θρύλος μιλά για μια πριγκίπισσα. Πεντάμορφη. Ένας βασιλιάς πολιόρκησε το κάστρο της. Όταν κατάλαβε ότι θα πέσει στα χέρια του, δεν λύγισε. Ανέβηκε σε ένα κάτασπρο άλογο, το κέντησε και πήδηξε από το πιο ψηλό πρόχωμα στο κενό. Αλλά δεν γκρεμίστηκε. Το άλογο έσκισε τα κύματα και την έβγαλε στην απέναντι ακτή, ελεύθερη. Το σημάδι από το πέταλο έμεινε για πάντα καρφωμένο στον βράχο. Μαρτυρία ότι η λευτεριά στη Μάνη είναι πιο δυνατή από τη βαρύτητα.
Ο δεύτερος θρύλος είναι πιο σκοτεινός. Λέγεται Μαυροειδής. Έκλεψε μια κόρη βασιλική και την έκλεισε σε έναν πύργο από γυαλί. Τον στόλισε με όλα τα πλούτη του κόσμου: ατσάλι από τη χώρα των Φράγκων, κρύσταλλα από τη Βενετία, μάρμαρο από την Πόλη. Τον έκανε φυλακή από φως. Αλλά ήρθε ο Χάροντας. Όχι σαν σκιά. Σαν πολεμιστής. Προκάλεσε τον Μαυροειδή σε μονομαχία πάνω σε ένα αλώνι στρωμένο με ατσάλι. Ο ήχος των σπαθιών τους ήταν ο ήχος του θανάτου. Ο Μαυροειδής έπεσε. Κι ο Χάροντας πήρε την κόρη και την οδήγησε κάτω, στα έγκατα της γης. Στην είσοδο του Άδη. Στο ακρωτήριο Ταίναρο, λίγο πιο πέρα από το Τηγάνι.

Η φράση που έκλεισε όλη τη Μάνη
Και μετά από όλο αυτό το έπος, ο Φέρμορ γυρίζει ξανά στους ζωντανούς. Σε μια γριά γυναίκα. Τη ρωτάνε: «Φάνηκε κανένας από τότε;» Από τους ιππότες, τους πρίγκιπες, τους ήρωες, τα φαντάσματα.
Και τότε συμβαίνει η λογοτεχνία.
Η γυναίκα δεν απαντά με λέξεις. Απαντά με το σώμα της. Με τη μνήμη της. Με όλη τη Μάνη.
«Έκλεισε τα μάτια της κι έριξε πίσω το κεφάλι της, με μία αρνητική κίνηση».
Αυτό ήταν. Τελεία.
Δεν χρειάστηκε να πει «όχι». Δεν χρειάστηκε να πει «πέθαναν όλοι». Δεν χρειάστηκε να πει «η δόξα τελείωσε».
Έκλεισε τα μάτια. Για να μην δει το παρόν που πρόδωσε το παρελθόν. Για να μην ξαναζήσει την απώλεια.
Έριξε πίσω το κεφάλι. Με την περηφάνια της Μανιάτισσας που δεν σκύβει. Που δεν παρακαλάει. Που δεν εξηγεί.
Με μία αρνητική κίνηση. Απόλυτη. Σαν να τραβάει μια γραμμή στον χρόνο και να λέει: «Ως εδώ».
Σε αυτή τη μία, βουβή χειρονομία, ο Φέρμορ έκλεισε 800 χρόνια. Έκλεισε τη βεντέτα. Έκλεισε το πένθος. Έκλεισε την πολιορκία. Έκλεισε την ιστορία.
Γιατί κατάλαβε αυτό που οι μεγάλοι συγγραφείς ξέρουν: Τα πιο μεγάλα πράγματα δεν λέγονται. Υπονοούνται. Και η Μάνη είναι ένας τόπος που μιλάει με υπονοούμενα.
Η Αρετή του Φέρμορ: Γιατί είναι ο Όμηρος της Μάνης
- Κάνει την πέτρα να ανασαίνει. Δεν περιγράφει τοπίο. Το ζωντανεύει. Τα λουλούδια «πνίγουν» τις επάλξεις. Η θάλασσα «θάμπωνε». Ο βράχος «απλώνεται». Όλα δρουν.
- Καταργεί τον χρόνο. Φράγκοι, Βυζαντινοί, Σαρακηνοί και Χάροντας συνυπάρχουν. Γιατί στη Μάνη ο μύθος δεν είναι παρελθόν. Είναι παρόν.
- Ακούει τη σιωπή. Ξέρει ότι η αλήθεια της Μάνης δεν είναι στα βιβλία. Είναι σε μια άρνηση. Σε ένα κλείσιμο των ματιών. Σε ένα κεφάλι που γέρνει πίσω.
Ο Φέρμορ δεν έγραψε για τη Μάνη. Έγινε Μάνη. Και μας χάρισε τα μάτια του για να τη δούμε κι εμείς έτσι: σαν ένα μέρος όπου κάθε βράχος έχει πληγή, κάθε σπηλιά έχει στόμα, και κάθε γριά είναι Πυθία.
Την επόμενη φορά που θα βρεθείς στο Τηγάνι, μην βγάλεις φωτογραφία. Κλείσε τα μάτια. Μπορεί να ακούσεις τον καλπασμό. Μπορεί να νιώσεις την αρνητική κίνηση. Και τότε θα έχεις διαβάσει Φέρμορ πραγματικά.
Εσύ τι άκουσες στη σιωπή της Μάνης;
Απόδοση Κειμένου: Όμορφη Μάνη
Πηγή: Πάτρικ Λη Φέρμορ ‘ Η Μάνη” σελ.126-129
Σχετικό άρθρο: Πάτρικ Λη Φέρμορ Μάνη: Επίσκεψη στην Οικία του Συγγραφέα στην Καρδαμύλη


