Κάπου στη Μάνη του 1826, τη μέρα που οι Μανιάτισσες πήραν τα δρεπάνια για να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ, ένας πρωτοσύγκελος στο Διρό λειτουργούσε. Οι Τούρκοι τον αιφνιδίασαν. Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη λειτουργία. Σήκωσε μόνο τα χέρια και φώναξε: «Παντοδύναμε! Δυνάμωσε τους χριστιανούς, τύφλωσε τους αγαρηνούς, τη μέρα τη σημερινή…»
Οι άντρες έλειπαν. Ήταν στη Μάχη του Διρού, όπου ο πόλεμος κρατούσε δυο μερόνυχτα.
Στο ρημοκλήσι του Διρού
λειτούργα ο πρωτοσύγκελος,
και τάχραντα μυστήρια
έφερνε ‘ς το κεφάλι του,
ψάλλοντας το χερουβικό.
Μα έξαφνα κι’ανέλπιστα
Τούρκοι τον περιλάβανε,
Κ’ έλαβε μόνον τον καιρό
και σήκωσε τα χέρια του,
κ’ είπεκε, “Παντοδύναμε,
δυνάμωσε τους Χριστιανούς,
τύφλωσε τους Αγαρηνούς
τη μέρα τη σημερινή”.
Μα οι άνδρες όλοι ελείπασι,
ήταν ‘ς τη Βέργα τ’ Αρμυρού,
όπου Τρωάδα ο πόλεμος
επάηνε δυο μερόνυχτα.
Το απόσπασμα είναι από το ανώνυμο δημοτικό τραγούδι της Μάχης του Διρού και κρύβει μέσα του το DNA μιας γλώσσας που επέζησε αιώνες απομόνωσης.
Μια διάλεκτος σφυρηλατημένη από πέτρα και ιστορία
Η Μάνη δεν ήταν ποτέ ένας εύκολος τόπος. Οι γεωφυσικές και ιστορικές της ιδιαιτερότητες διαμόρφωσαν καταλυτικά τη ντοπιολαλιά της, σημειώνει ο καθηγητής Γλωσσολογίας του ΑΠΘ Αντώνιος Μπουσμπούκης. Ενώ τα περισσότερα νεοελληνικά ιδιώματα κατάγονται από την Κοινή Ελληνική της αλεξανδρινής εποχής, η μανιάτικη κράτησε πείσμα.
Μέχρι τον 17ο αιώνα, η διαφορά της από την Κοινή ήταν τόσο μεγάλη που, όπως γράφει ο Ανάργυρος Κουτσιλιέρης, «στ’ αυτιά ενός ξένου έδινε την εντύπωση πως δεν ήταν ελληνική».
Ο Εβλιγιά Τσελεμπή, Τούρκος περιηγητής, το 1668 περνά από τον Μοριά και καταγράφει το γλωσσικό μωσαϊκό:
«Οι άπιστοι της Μάνης, επαρχίας στο νότιο ακρωτήρι του Μοριά χρησιμοποιούν επίσης ιδιαίτερες εκφράσεις που δεν είναι ούτ’ Ελληνικά ούτε Αλβανικά. Οι άπιστοι του Μιστρά μιλούν την Ελληνική πολύ καθαρά και ρητορικά».
Ο ίδιος διακρίνει τους Αρβανίτες που μιλούν Αλβανικά και τους Τσάκωνες με τη «διάλεκτο παράξενη που δεν μπορεί κανείς να την καταλάβει παρά μόνο με διερμηνέα».
Τα δωρικά αποτυπώματα και η «ξένη» ματιά
Η μανιάτικη δεν διεκδικεί άμεση καταγωγή από τα αρχαία, αλλά τα δωρικά στοιχεία της είναι παντού. Στα τοπωνύμια «όξω», «μέσα», «κάποι» αντί για έξω, μέση, κήποι, διατηρείται το δωρικό «α» αντί για «η». Το ίδιο σε λέξεις όπως «στροφά» και «λανός» αντί στροφή και ληνός. Το «λανό» είναι το πατητήρι των σταφυλιών και το λένε έτσι και οι ελληνόφωνοι της Καλαβρίας.
Ο Αντρέ Μιραμπέλ, ο «πατέρας» της νεοελληνικής γλωσσολογίας, έκανε την πρώτη προσπάθεια μελέτης του μανιάτικου ιδιώματος το 1929. Ο Γ. Χατζηδάκης, σχολιάζοντας το βιβλίο του Μιραμπέλ, έγραψε: «Λυπούμαι βλέπων […] ότι η έρευνα οφείλει να επιχειρηθεί εξ’ αρχής».
Το 1962 ο Κουτσιλιέρης δημοσίευσε μελέτη για τη φωνητική και μορφολογία του ιδιώματος του Ταινάρου, βασισμένος στα συμπεράσματα του Χατζηδάκη για την Τσακωνική. Την ίδια περίοδο, μελέτες των Περνό και Δέφνερ έδειξαν ότι η γλώσσα της Τσακωνιάς αποτελούσε εξέλιξη της νεολακωνικής διαλέκτου. Γλωσσικές παρατηρήσεις ανάλογες με αυτές που αποδεικνύουν ότι τα τσακώνικα προέρχονται από μεταγενέστερο τύπο της δωρικής, ισχύουν και για τη διάλεκτο του Ταινάρου.
Λέξεις από γείτονες και κατακτητές
Η απομόνωση δεν σήμαινε πλήρη αποστείρωση. Το ιδίωμα της Μάνης έχει δάνεια από άλλες γλώσσες. «Γαρδίνα» είναι το περιτοιχισμένο ημιάγονο κομμάτι γης. Θυμίζει το βλάχικο gardina και το προσλαβικό gradina που σημαίνει κήπος. «Λότζος» είναι η φωλιά των άγριων ζώων, από το βλάχικο loju και το βουλγαρικό loge.
Ο Νίκος Κοντοσόπουλος επισημαίνει τη διατήρηση λέξεων σλαβικής προέλευσης: κούρος=κόκορας, σέμπρος=εργάτης στα κτήματα, γρεμπένι=λειρί, γουστέρα=σαύρα.
Μέσα Μάνη εναντίον Έξω Μάνης: Δύο προφορές, ένας τόπος
Η διαίρεση της χερσονήσου του Ταινάρου σε Μέσα και Έξω Μάνη άφησε γλωσσικό αποτύπωμα. Το «κ» μπροστά από το «ε» και το «ι» στην Έξω Μάνη προφέρεται ως «τσ» – ο γνωστός τσιτακισμός. Στη Μέσα Μάνη προφέρεται ως δασύ «κ», σαν το αντίστοιχο της Κρητικής. Η συκιά είναι «σουτσέα» στην Έξω Μάνη και «σουκιά» στη Μέσα.
Όσο κατεβαίνουμε νοτιότερα, το «σ» προφέρεται δασύ: ίcha αντί ίσια, εchiώτα αντί εσιοίταν.
Κατά τον Μπουσμπούκη, ιδιοτροπία του Μεσομανιάτη είναι η επένθεση του ημίφωνου «ι». Το «ι» μεταφέρεται πριν από το σύμφωνο που προηγείται, χωρίς να χάνει την αρχική του θέση: τα σπαθιά γίνονται σπαίθια, η μεριά μείριά, η μπαλοτιά μπαλοϊτιά.
Η συνίζηση, χαρακτηριστικό των νεοελληνικών ιδιωμάτων, δεν ισχύει πάντα στη μανιάτικη. Έτσι ακούμε τειχία, γιατία, παιδιά, ζαβολία, κοπρέα, ποίος. Διατήρησε και τον παλαιό τύπο προφοράς του «υ» ως «ου» ή «ιου»: σκιουλί το σκυλί, άχιουρα τα άχυρα.
Στη ντοπιολαλιά σώθηκαν και τα ρηματικά επιθέματα -ούσι και -άσι του γ’ πληθυντικού: Αφήκασι, είχασι, λέσι (=λένε), να γυρίσουσι.
Το τέλος μιας εποχής
Οι Μανιάτες, μέσα στον απομονωτισμό τους, διατήρησαν αρκετούς δωρικότροπους απόηχους. Η αστιφιλία προς την Αθήνα, η απασχόληση στη βιομηχανία του νεότερου ελληνικού κράτους σε Καλαμάτα, Πειραιά, Λαύριο και η αθρόα μετανάστευση στο εξωτερικό, έβγαλε το τοπικό ιδίωμα από το προστατευμένο περιβάλλον που το γέννησε.
Σήμερα, αφομοιωμένοι από τις κοινωνικοοικονομικές ζυμώσεις, οι Μανιάτες έχουν λησμονήσει τη γλωσσική ιδιαιτερότητά τους. Σώζεται ελάχιστα, μόνο στις εκφράσεις κάποιων γερόντων.
Κι ας θυμηθούμε το παράπονό τους από μια εποχή που τα Ελληνικά τους διέφεραν από εκείνα των υπολοίπων νεοελλήνων:
«Στο διάολο και στην οργή
να πάει η γλώσσα η βλάχικη
κι όσοι την αναμπαίξουσι
τη γλώσσα τη μανιάτικη
οπόναι η γλώσσα του Θεού».
Πηγές του άρθρου:
- Ανώνυμο δημοτικό τραγούδι της Μάχης του Διρού
- Αντώνιος Μπουσμπούκης, καθηγητής Γλωσσολογίας ΑΠΘ
- Ανάργυρος Κουτσιλιέρης, μελέτη 1962 για το ιδίωμα του Ταινάρου, στο όργανο της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων
- Εβλιγιά Τσελεμπή, Τούρκος περιηγητής, μαρτυρία από την Πελοπόννησο το 1668
- Αντρέ Μιραμπέλ, πρώτη προσπάθεια μελέτης του μανιάτικου ιδιώματος, 1929
- Γ. Χατζηδάκης, σχόλιο για το βιβλίο του Μιραμπέλ
- Περνό και Δέφνερ, μελέτες για την Τσακωνική
- Νίκος Κοντοσόπουλος, επισήμανση σλαβικών δανείων

