Ο Θρύλος της Καπετάνισσας των Πύργων: Η Κυρά-Φροσύνη και το Ξόρκι της Θάλασσας.

marmari

Ήταν ένα ζεστό απόγευμα του Ιουλίου, σε μια από τις πιο απόμερες ρούγες ενός μανιάτικου χωριού. Ο ήλιος έδυε, βάφοντας τα πέτρινα πυργόσπιτα με πορτοκαλί και κόκκινες αποχρώσεις, και ο αέρας κουβαλούσε τη μυρωδιά της ρίγανης και της αλμύρας. Στη σκιά ενός πύργου, καθισμένος σε ένα σκαμνάκι, ο μπάρμπα-Νικόλας, ένας γέροντας με μάτια θολά από τον χρόνο αλλά γεμάτα σοφία, άρχισε να διηγείται.

Γύρω του, η ρούγα είχε γεμίσει. Ο μπάρμπα-Ποτιάς, με τα αυτιά του τόσο μεγάλα που θα μπορούσαν να πιάσουν και τον πιο αδύναμο ψίθυρο του ανέμου και το πρόσωπό του κατακόκκινο από τον ήλιο και το κρασί, είχε πάρει τη θέση του. Η θεία η Γιαννού, με την τεράστια μαγκούρα της να ακουμπάει δίπλα της σαν πιστό φρουρό, έγνεφε με επιδοκιμασία, ενώ ο μικρός ο Θανάσης, με τα γόνατα γρατζουνισμένα από το παιχνίδι, είχε σκαρφαλώσει στον τοίχο και κρεμόταν με τα μισά του αυτιά έξω από την τρύπα του τοίχου, προσπαθώντας να μην χάσει ούτε λέξη. Ακόμα και η γαλάζια γάτα της κυρά-Μαρίας, που συνήθως κοιμόταν ανενόχλητη, είχε σηκώσει το κεφάλι της, σαν να καταλάβαινε τη σημασία της στιγμής.

maniatiki rouga

«Παιδιά μου», είπε ο μπάρμπα-Νικόλας με τη βραχνή του φωνή, «η Μάνη είναι ένας τόπος που δεν τον καταλαβαίνεις αν δεν ακούσεις τις ιστορίες της. Και μια από τις πιο ζωντανές, που ακόμα ψιθυρίζεται από τους γέροντες, είναι αυτή της Κυρά-Φροσύνης. Δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα, να το θυμάστε αυτό. Ήταν μια αληθινή καπετάνισσα, των δικών της πύργων και της ψυχής της, που κυβερνούσε με σθένος και μια αφοσίωση στη γη της που άγγιζε τα όρια του μύθου».

Ο μπάρμπα-Νικόλας έκανε μια παύση, σαν να μάζευε τις λέξεις από τα βάθη της μνήμης του, ενώ ο μπάρμπα-Ποτιάς έτριψε το κόκκινο πρόσωπό του και η θεία Γιαννού χτύπησε ελαφρά τη μαγκούρα της στο έδαφος, σαν να έδινε το σύνθημα για τη συνέχεια. «Λένε πως η Κυρά-Φροσύνη, με τα μάτια της τόσο βαθιά όσο το απέραντο γαλάζιο του Λακωνικού Κόλπου, είχε ένα μυστικό. Ένα ξόρκι που της είχαν κληροδοτήσει οι προγόνοι της, ψιθυρισμένο από γενιά σε γενιά, για να προστατεύει τη Μάνη από κάθε κακό. Αυτό το ξόρκι δεν ήταν λόγια, όχι. Ήταν μια πράξη αφοσίωσης και θυσίας, δεμένη με τη δύναμη της θάλασσας».

Ο γέροντας έγνεψε αργά, σαν να επιβεβαίωνε τα λόγα του. «Κάθε φορά που ένα πειρατικό πλοίο φαινόταν στον ορίζοντα, απειλώντας τα χωριά και τις οικογένειες – γιατί πολλές φορές μας πολέμησαν, παιδιά μου, και από τη στεριά και από τη θάλασσα – η Κυρά-Φροσύνη ανέβαινε στον ψηλότερο πύργο του οικισμού της. Εκεί, με τα μαλλιά της να ανεμίζουν στον άνεμο και τα μάτια της καρφωμένα στα κύματα, άπλωνε τα χέρια της προς τη θάλασσα. Και τότε, να το θυμάστε, η θάλασσα άκουγε».

mani

«Δεν ήταν μια τυχαία καταιγίδα, όχι», συνέχισε ο μπάρμπα-Νικόλας, κουνώντας το κεφάλι του, «ήταν μια μανιασμένη οργή των στοιχείων, που ξέσπαγε με τέτοια σφοδρότητα ώστε τα πειρατικά πλοία να γίνονται παιχνίδια στα κύματα. Κεραυνοί σκίζανε τον ουρανό, βροχή έπεφτε σαν καταρράκτης, και οι άνεμοι σφύριζαν με μανία, σπρώχνοντας τα εχθρικά πλοία πάνω στα βράχια ή τα εξαφανίζοντας στα βάθη του πελάγους. Κανείς δεν ήξερε πώς το έκανε, αλλά όλοι οι Μανιάτες πίστευαν στη δύναμη της Κυρά-Φροσύνης και στο ξόρκι της θάλασσας».

Ο γέροντας χαμογέλασε, ένα πικρό χαμόγελο που έδειχνε πόσα είχε δει στη ζωή του. «Η ιστορία λέει πως κάποτε, ένας άγγελος, ή ίσως κάποιος άγιος, την ρώτησε πώς κατάφερνε να καλεί μια τέτοια οργή της φύσης. Η Κυρά-Φροσύνη χαμογέλασε πικρά και απάντησε: “Δεν καλώ την οργή της θάλασσας, αλλά την αγάπη της. Γιατί η θάλασσα αγαπά τη Μάνη όσο κι εγώ, και δεν θα την αφήσει ποτέ να υποφέρει”».

«Και έτσι, παιδιά μου», κατέληξε ο μπάρμπα-Νικόλας, κοιτάζοντας τον ορίζοντα όπου ο ήλιος είχε πια χαθεί, «ο θρύλος της Κυρά-Φροσύνης ζει ακόμα στις ιστορίες που διηγούμαστε εμείς οι παλιοί, στις βραδιές που η θάλασσα γίνεται αγριεμένη και οι ψαράδες κοιτάζουν με σεβασμό τον ορίζοντα. Είναι μια υπενθύμιση ότι η Μάνη, με την άγρια ομορφιά και τους περήφανους ανθρώπους της, είναι ένας τόπος όπου το πραγματικό και το μυθικό μπλέκονται αδιάκοπα, και όπου η αγάπη για τη γη μπορεί να ξεπεράσει κάθε φαντασία».

Ο μπάρμπα-Νικόλας σήκωσε το κεφάλι του, σαν να άκουγε τους ψίθυρους του ανέμου. Η νύχτα είχε πέσει πια, και τα αστέρια άρχισαν να λάμπουν πάνω από τους πύργους, φωτίζοντας τις ρούγες που κρατούσαν ζωντανές τις ιστορίες της Μάνης. Σιγά-σιγά, η θεία η Γιαννού σηκώθηκε, ακουμπώντας στη μαγκούρα της, και ξεκίνησε αργά για το σπίτι της, με τον μπάρμπα-Ποτιά να την ακολουθεί, μουρμουρίζοντας κάτι για ένα τελευταίο ποτηράκι κρασί. Ο μικρός Θανάσης πήδηξε από τον τοίχο, και αφού πήρε ένα τελευταίο χάδι από τη γαλάζια γάτα της κυρά-Μαρίας, έτρεξε να προλάβει τους μεγάλους, με τη φαντασία του να ταξιδεύει ακόμα στην καπετάνισσα των πύργων. Ο μπάρμπα-Νικόλας έμεινε λίγο ακόμα, απολαμβάνοντας τη σιωπή και τους ήχους της νύχτας, γνωρίζοντας πως μια ακόμα ιστορία είχε παραδοθεί στη νέα γενιά.

Iστορίες Ρούγας

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ