Στη Μάνη την παλιά, εκεί που ο ήλιος έκαιγε κι η πέτρα αγριοκοίταζε, το νερό ήτανε θησαυρός. Και στα σπλάχνα της γης, σε πηγάδια μικρά ή μεγάλα, κρυβότανε η πηγή της ζωής. Με πόσο κόπο, αλήθεια, ανέβαινε στην επιφάνεια αυτό το πολύτιμο αγαθό! Ας θυμηθούμε μαζί τους τρόπους που οι παλιοί Μανιάτες δάμαζαν το νερό, με εφευρετικότητα και μεράκι, μέσα στους αιώνες…
Ο Σύγκλος: Ο Πρώτος Φίλος του Νερού

Πριν από κάθε τι, υπήρχε ο σύγκλος. Ένας ταπεινός, μικρός κουβάς, συχνά σε σχήμα κώνου, δεμένος με ένα σχοινί ανθεκτικό. Ήταν ο πιο απλός, ο πιο άμεσος τρόπος να φέρει κανείς το νερό από τα βάθη. Για τη δίψα του, για το ψωμί που ζυμωνότανε, για τις μικρές καθημερινές ανάγκες του σπιτιού. Μια απλή κίνηση του χεριού, το σχοινί να ξετυλίγεται, ο σύγκλος να βουτά και να ανεβαίνει γεμάτος, φέρνοντας μαζί του τη δροσιά και την ανάσα.
Το Μαγκανοπήγαδο: Όταν η Ανάγκη Μεγάλωνε
Όταν οι απαιτήσεις για νερό ήτανε περισσότερες, όταν τα χωράφια ζητούσανε πότισμα ή τα κοπάδια δίψα, τότε έμπαινε στη ζωή τους το μαγκανοπήγαδο. Ήτανε ένα πιο σύνθετο σύστημα, αλλά βασιζότανε στην ίδια απλή αρχή. Δύο γερά στηρίγματα κρατούσανε ψηλά το μαγκάνι, μια μεγάλη τροχαλία, σιδερένια ή ξύλινη, με έναν άξονα που κατέληγε σε μια γωνιακή λαβή, σαν χέρι.
Πάνω σε αυτή την τροχαλία δένανε το σχοινί με τον σύγκλο στην άκρη του. Με επιδέξιες κινήσεις, αφήνανε το σχοινί να ξετυλιχτεί, ο σύγκλος να βυθιστεί στα νερά και να γεμίσει. Έπειτα, με σταθερό χέρι, γυρίζανε το μαγκάνι αντίστροφα. Η τροχαλία περιστρεφότανε, το σχοινί τυλιγότανε αργά-αργά και ο γεμάτος σύγκλος ανέβαινε, φέρνοντας τον πολύτιμο θησαυρό στο φως. Ήτανε δουλειά υπομονής και δύναμης, μα το νερό που έρεε άφθονο αντάμειβε κάθε σταγόνα ιδρώτα.
Η Αντένα: Η Σοφία του Αντίβαρου
Για τα πηγάδια που δεν ήτανε πολύ βαθιά, υπήρχε ένας πιο ξεκούραστος τρόπος: η αντένα. Εδώ, η σοφία των παλιών φαινότανε στην πιο απλή της μορφή. Ένας ψηλός, ξύλινος ιστός, στερεωμένος σε ένα διχαλωτό στήριγμα δίπλα στο πηγάδι, σαν μεγάλη τραμπάλα. Λίγο κάτω από τη μέση του ιστού υπήρχε μια τρύπα, απ’ όπου περνούσε ένας σιδερένιος άξονας, επιτρέποντας στον ιστό να κινείται πάνω-κάτω.
Στην πάνω άκρη της αντένας έδεναν το σχοινί με τον κουβά. Το μυστικό, όμως, βρισκόταν στην κάτω άκρη: εκεί έδεναν ένα βάρος, συνήθως πέτρες ή μεγάλες λαλούδες. Αυτό το βάρος είχε την τάση να κρατά την αντένα όρθια. Όταν κάποιος ήθελε νερό, τραβούσε το σχοινί προς τα κάτω. Η αντένα χαμήλωνε, ο κουβάς βουτούσε στο πηγάδι και γέμιζε. Μετά, άφηναν το σχοινί σιγά-σιγά και το βάρος έκανε τη δουλειά του: η αντένα ανορθωνότανε μόνη της, ανεβάζοντας τον γεμάτο κουβά χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Ήτανε σαν μια μαγική βοήθεια, που έκανε τη δουλειά πιο εύκολη, αλλά μονάχα για τα ρηχά πηγάδια. Γιατί το σχοινί της αντένας δεν έφτανε ποτέ στα βαθιά.
Η Μηχανή με τους Κουβάδες: Η Εξέλιξη Φτάνει στη Μάνη
Με το πέρασμα του χρόνου, η τεχνολογία, έστω και δειλά, έφτασε και στα μανιάτικα χωριά, φέρνοντας έναν πιο προηγμένο τρόπο άντλησης: τη μηχανή με τους κουβάδες. Ήτανε ένα θέαμα εντυπωσιακό για την εποχή, πολύ πιο σύγχρονο από το μαγκανοπήγαδο ή την αντένα.
Φανταστείτε έναν μεγάλο τροχό με γρανάζια, που έθετε σε περιστροφική κίνηση μια σειρά από ειδικά κατασκευασμένους κουβάδες. Αυτοί οι κουβάδες ήτανε ενωμένοι, ο ένας δίπλα στον άλλο, με μια αλυσιδωτή ερπύστρια. Καθώς ο τροχός γύριζε, παρέσερνε την αλυσίδα και οι κουβάδες κατέβαιναν από τη μια μεριά, μέχρι τον πάτο του πηγαδιού. Εκεί, με μια έξυπνη κίνηση, γύριζαν ανάποδα, γέμιζαν νερό, και από την αντίθετη πλευρά ανέβαιναν προς τα πάνω.
Η αλυσίδα δεν σταματούσε ποτέ. Μόλις οι γεμάτοι κουβάδες έφταναν στην επιφάνεια, έκαναν μια πλήρη περιστροφή, αδειάζοντας το νερό τους σε ένα σιδερένιο αυλάκι, που το οδηγούσε σε μια κοντινή δεξαμενή, τη λεγόμενη “χάουζα”. Άδειοι πια, οι κουβάδες συνέχιζαν το ταξίδι τους προς τα κάτω, για να ξαναγεμίσουν και να ξανανέβουν, ξανά και ξανά.
Και ποιος έδινε ζωή σε αυτό το θαύμα της μηχανικής; Η μυϊκή δύναμη ενός μουλαριού ή ενός γαϊδουριού. Τα ζώα αυτά, ζευγμένα, γύριζαν γύρω-γύρω, περιστρέφοντας έναν κάθετο άξονα. Αυτός ο άξονας, με έναν τροχό και γρανάζια στη βάση του, μετέδιδε την κίνηση στον μεγάλο τροχό με την ερπύστρια και τους κουβάδες. Η περιστροφή αυτή κρατούσε όσο χρειαζότανε για το πότισμα ή για να γεμίσει η χάουζα.
Οι Αντλίες: Η Νέα Εποχή
Στους νεότερους χρόνους, τα πράγματα άλλαξαν ξανά. Στα πηγάδια εγκαταστάθηκαν οι πρώτες αντλίες. Αρχικά, ήταν χειροκίνητες, προσφέροντας αρκετή ποσότητα νερού με μια απλή κίνηση του χεριού. Αργότερα, με την τεχνολογική πρόοδο, έγιναν πετρελαιοκίνητες και εν τέλει ηλεκτροκίνητες, φέρνοντας μια άνεση αδιανόητη για τους προηγούμενους αιώνες.
Αυτές τις τελευταίες εξελίξεις, βέβαια, οι παλαιοί Μανιάτες δεν πρόλαβαν να τις ζήσουν. Ούτε μπορούσαν καν να τις φανταστούν. Για εκείνους, ο κόσμος του νερού ήτανε ο απλός σύγκλος, το κουραστικό αλλά αποτελεσματικό μαγκανοπήγαδο, και η έξυπνη αντένα. Ήτανε οι δικοί τους τρόποι να δαμάσουνε το νερό, να δώσουνε ζωή στη στεγνή γη και να συνεχίσουνε την παράδοση αιώνων. Μια παράδοση που μιλάει για επιμονή, για εφευρετικότητα και για τον αδιάκοπο αγώνα του ανθρώπου με τη φύση.
Με πηγή το βιβλίο του Βασίλη Πιερρακέα: ” Οι Παλαιοί Μανιάτες” σε εκδόσεις ” Αδούλωτη Μάνη” Γ.Π Δημακόγιαννης






