Ο Σαγγιάς, ένα βουνό που αναδύει ένα μυστηριακό «πνεύμα του τόπου», περιγράφεται ως εξωτικός, εξωκόσμιος και εξωγήινος, πηγή μιας παράξενης ομορφιάς που χαρακτηρίζει την εσχατιά της γης των Πανελλήνων. Ο τόπος αυτός, ταυτόχρονα ευδαίμων και δαιμονικός, φέρει την ετικέτα της «μανίας», από την οποία πιθανώς προέρχεται ετυμολογικά η λέξη «Μάνη», αναφερόμενη στην έντονη και παθιασμένη φύση της περιοχής, επηρεασμένη από τα ενδημικά «δαιμόνια» της φύσης της και την «μανία μοναξιάς» της ύπαρξής της.
Ο Σαγγιάς παρουσιάζεται ως η ραχοκοκαλιά και η λιπόσαρκη ψυχή των αναχωρητών της Μάνης, με τα ιδιαίτερα «ξεμόνια» της – τα πυργόσπιτα απομονωμένα, μακριά από το πλήθος, που ενσαρκώνουν ένα σύνδρομο αυτάρκειας και μοναχικής συντροφιάς. Είναι ένα βουνό συνδεδεμένο με νεράιδες («ξωθιές»), ξωτικά, στοιχειά της φύσης, «βρουκολάκους», φαντάσματα, παρουσίες νεκρών και τα ανεξήγητα «φουσάτα».
Η ανάβαση στις «πόρτες του Σαγγιά», ξεκινώντας από την Τριανταφυλλιά και το ξωκλήσι του Αγίου Κοσμά στη Σουλιά, περιγράφεται ως ένα αναρριχητικό ταξίδι. Το μονοπάτι, οφιοειδές με συνεχείς στροφές, οδηγεί σε δυσθεώρητα ύψη, σε μαρμάρινες βεράντες που προσφέρουν θέαση και βίωση της μυστηριακής φύσης, οδηγώντας στην ανάκτηση του εσωτερικού θείου στοιχείου. Εκεί όπου κανείς θα περίμενε μόνο βουνοκορφές – κάποιες προσβάσιμες και από τον Πύρριχο βορειότερα, μέχρι τον Προφήτη Ηλία πάνω από τον Πύργο του Διρού και την ψηλότερη κορυφή, τη Λάτσα – ξαφνικά αποκαλύπτεται ο κόσμος μιας δαιμονικής σιωπής και η μαγεία των θαυμάτων.
Στην καρδιά του Σαγγιά απλώνονται λειβάδια και απόκρυφα οροπέδια, οι «λάκκες» ή «λάκκοι» της μανιάτικης διαλέκτου, όπου συγκεντρώνεται το βρόχινο νερό και όπου κάποτε καλλιεργούνταν σιτάρι, κηπευτικά και οπωροφόρα. Λάκκες με εξωτικά ονόματα όπως του Καλαντρέα, του Γιαννούλη, του ίδιου του Σαγγιά, του Άρμακα και της Αχρίδας, διάσπαρτες προς διάφορες κατευθύνσεις της Μάνης.

Προχωρώντας νότια, συναντά κανείς τα Παπαδικά και του Θροκάλου, πάνω από τον Φραγκούλια και τον Δρύαλο, σε ένα τοπίο όπου η θάλασσα αχνοφαίνεται μέσα από πυκνές συστάδες βελανιδιών. Από εκεί, η κατηφόρα οδηγεί στο Βαγιολάγκαδο, στο στοιχειωμένο Παλιοχώρι και στο Δρυαλί. Συνεχίζοντας νότια, φτάνει κανείς στους Κοριγόνες ή Κορόγγονες, αφού περάσει από τη Γοργόνα και τους Λάκκους, τη Σαρανταριά, τον Κρουνό της Θεομήτορος, τα αρχαία «βασιλικά» κιόνια της Αίγιλας και τον Χαλόπυργο, με κατεύθυνση προς τη Νύφι και την Αλύπα.
Επιστρέφοντας στο Τριλάγκαδο, με τις σπηλιές, τις σκήτες και τα φαράγγια, ή φτάνοντας απευθείας από τη Μίνα ή τον Πολεμίτα, η πορεία συνεχίζεται στα βουνά προς το νότο, περνώντας από τον Σακούτσιλο, τα Παχιάνικα και την Κοκκάλα, για να καταλήξει στον ναό του Ασώματου, ένα γεωργιανού ρυθμού κτίσμα του 10ου αιώνα, απέναντι από την Αγία Πελαγία στην κορυφή ενός βουνού.
Ακόμη νοτιότερα, βρίσκονται ο Αϊ Γιάννης στο Νικόλακκο, το Όρος και ο Αϊ Λιας, καθώς και τα παλιά λατομεία κόκκινου μαρμάρου που κοσμούσε ρωμαϊκές επαύλεις, ανάκτορα και την Αγιά Σοφιά, συνδεδεμένη με τις μεγάλες οικογένειες της Μάνης.
Στο πέρασμά του, ο επισκέπτης συναντά βόδια, άγρια άλογα, άγνωστα πουλιά και σπάνια, ευωδιαστά και θεραπευτικά άνθη – ένα από αυτά, η salvia officinalis, που στις λατινογενείς γλώσσες ονομαζόταν sagia, πιστεύεται ότι έδωσε το όνομά του στο βουνό. Επίσης, αντικρίζει στοιχειωμένες πέτρινες πολιτείες, ατέλειωτες μάντρες χτισμένες με τέλεια ξερολιθιά από πετρομάστορες παλαιολιθικής εποχής, κτίσματα, πολίσματα και μεγαλιθικά μνημεία, άγνωστες Μυκήνες, βυζαντινά καστρόσπιτα, γκρεμισμένους πύργους και ερημικά ξωκλήσια.
Ο Σαγγιάς, μια οροσειρά αδάμαστη και πέτρα σμιλεμένη του ονείρατου, υψώνεται ως ένα ιδιότυπο «Άγιον Όρος», ένα «άβατον» της ιερής και μανιάτικης σαγήνης.

