Στη Μάνη ο πύργος δεν ήταν αρχοντικό. Ήταν πολεμίστρα. Δεν χτιζόταν για ομορφιά. Χτιζόταν για πόλεμο. Και ο εχθρός δεν ήταν ο Τούρκος. Ο Τούρκος δεν πάταγε. Ο εχθρός ήταν ο γείτονας.
Κάθε γενιά, κάθε σόι, σήκωνε τον δικό της πύργο. Ψηλός, στενός, από πέτρα ξερή δεμένη με λάσπη και αίμα. Χωρίς παράθυρα χαμηλά. Μόνο πολεμίστρες. Μικρές τρύπες ίσα να χωρά η κάννη του ντουφεκιού. Η πόρτα σιδερένια, μικρή, να μπαίνεις σκυφτός. Από πάνω της, η «ζεματίστρα» — τρύπα να ρίχνεις καυτό λάδι ή λιωμένο μολύβι σ’ όποιον ζύγωνε.
Οι πύργοι δεν κοιτούσαν προς τη θάλασσα για τους πειρατές. Κοιτούσαν ο ένας τον άλλον. Στήνονταν αντικριστά, σε απόσταση βολής. Και μετρούσαν. Ποιος πύργος ήταν ψηλότερος, ποιος έβλεπε περισσότερα, ποιος σκέπαζε τον άλλον. Το ύψος ήταν δύναμη. Όποιος σε έβλεπε από ψηλά, σε είχε στο χέρι.
Μέσα στον πύργο ζούσε όλο το σόι. Στον κάτω όροφο τα ζωντανά. Στον πάνω οι άντρες. Στη στέγη το «δώμα» — ταράτσα με οδοντωτές επάλξεις για μάχη. Εκεί ανέβαιναν όταν άρχιζε η βεντέτα. Εκεί κοιμούνταν, εκεί έτρωγαν, εκεί πέθαιναν. Γιατί όταν άνοιγε πόλεμος με τον γείτονα, ο πύργος γινόταν φυλακή και φρούριο μαζί.
Μπορούσε να κρατήσει πολιορκία μήνες. Είχε στέρνα με νερό στα θεμέλια. Είχε αποθήκη με παξιμάδι, ελιές, μπαρούτι. Είχε και μυστικά περάσματα, υπόγεια που έβγαζαν στα χωράφια για να ξεφύγουν οι γυναικόπαιδα ή να φέρουν ενισχύσεις.
Ο πύργος ήταν το σόι. Όσο στεκόταν όρθιος, στεκόταν και η γενιά. Αν έπεφτε ο πύργος, έπεφτε το όνομα. Γι’ αυτό τον υπερασπίζονταν μέχρι τελευταίας σφαίρας. Τον έκαιγαν μόνοι τους παρά να τον παραδώσουν. Και μετά τον ξανάχτιζαν, πέτρα την πέτρα, πιο ψηλό, πιο άγριο.
Οι Τούρκοι το ήξεραν και δεν ζύγωναν. «Αφήστε τους Μανιάτες», έλεγαν. «Τρώγονται μόνοι τους». Και είχαν δίκιο. Η Μάνη δεν κατακτήθηκε ποτέ γιατί ήταν ήδη σε εμφύλιο. Κάθε πύργος ήταν ένα κράτος. Κάθε οικογένεια, ένας στρατός.
Κι όταν ερχόταν ο κοινός εχθρός, οι πύργοι δεν γκρεμίζονταν. Ένωναν τα πυρά τους. Βάραγαν όλοι προς τα έξω. Και μόλις έφευγε ο ξένος, ξαναγύριζαν τα ντουφέκια προς τα μέσα.
Αυτός ήταν ο πύργος. Δεν φύλαγε από τον κατακτητή. Φύλαγε την τιμή. Και την τιμή στη Μάνη την πλήρωνες με πέτρα, με αίμα και με χρόνια πολιορκίας.
Πηγή: “Οι Νυκλιάνοι”. Δημήτριος Β. Δημητράκος-Μεσίσκλης.Σελίδα 62

