Στη Μάνη η ελευθερία δεν ήταν ιδέα. Δεν ήταν σύνθημα σε σημαία. Ήταν ο αέρας που ανέπνεαν. Το νερό που έπιναν. Το χώμα που πατούσαν. Ήταν το ύψιστο επίγειο αγαθό, και το ήξεραν από παιδιά. Τους το μάθαινε η σπαρτιατική καταγωγή που κουβαλούσαν στο αίμα, η οπλοφορία που δεν άφηναν ούτε στον ύπνο, οι συνεχείς πόλεμοι που τους θέριευαν αντί να τους λυγίζουν. Η ίδια καταγωγή που όπλισε τον Μαυρομιχάλη απέναντι στον Ορλώφ.
Ο Μανιάτης δεν καταλάβαινε την υποταγή. Δεν χωρούσε στο μυαλό του η σκλαβιά. Έξω από τη Μάνη έκανε όλες τις δουλειές. Έσκαβε, έχτιζε, δούλευε στα καράβια. Υπηρέτης όμως δεν γινόταν ποτέ. Προτιμούσε να πεθάνει νηστικός παρά να σκύψει το κεφάλι. Η επιβολή τον αρρώσταινε. Και δύσκολα υποτασσόταν σε άλλο Μανιάτη, πόσο μάλλον σε ξένο.
Η σύγκρουση: Μαυρομιχάλης vs Ορλώφ το 1769
Ορλωφικά τα είπαν. Ο κόμης Ορλώφ, ναύαρχος της Μεγάλης Αικατερίνης, πάτησε το πόδι του στη Μάνη. Κοίταξε γύρω του τους αγριεμένους, αρματωμένους άντρες. Είδε τους πύργους, τις καραμπίνες, τα μάτια που δεν χαμήλωναν. Και τους πέταξε τη λέξη κατάμουτρα: «Βάρβαροι».
Μπροστά του στεκόταν ο Μαυρομιχάλης. Δεν σήκωσε φωνή. Δεν τράβηξε σπαθί. Τον κοίταξε στα μάτια, με εκείνο το βλέμμα που ζύγιζε άντρες, και του είπε μια κουβέντα που έμεινε χαραγμένη στην πέτρα της ιστορίας:
«Και ο τελευταίος Μανιάτης είναι καλύτερος από σένα. Γιατί αυτός είναι άντρας ελεύθερος, και συ είσαι δούλος μιας γυναίκας!»
Ο Ορλώφ πάγωσε. Ήταν ναύαρχος αυτοκρατορίας. Μα ήταν δούλος. Δούλος της Τσαρίνας. Ο τελευταίος βοσκός της Μάνης, με τα τρύπια του τσαρούχια και το ντουφέκι στον ώμο, ήταν βασιλιάς μπροστά του. Γιατί δεν είχε αφέντη.
Αυτή ήταν η Μάνη. Ένας τόπος που δεν προσκύνησε Τούρκο. Που κάθε οικογένεια στην Τουρκοκρατία κυβερνιόταν μόνη της, σαν μικρό κράτος. Που οι παπάδες στις μάχες ήταν πρώτοι «υπέρ πίστεως και πατρίδος», και στην εκκλησία άφηναν τα όπλα στην Αγία Τράπεζα για να λειτουργήσουν, και τα ξαναζώνονταν μετά.
Ο Μανιάτης μπορούσε να χάσει το βιός του, το σπίτι του, τα παιδιά του. Την ελευθερία του δεν την διαπραγματευόταν. Γιατί χωρίς αυτήν, ήταν νεκρός κι ας περπατούσε. Και προτιμούσε τον θάνατο τον όρθιο, από τη ζωή τη γονατιστή.
Η κουβέντα του Μαυρομιχάλη δεν ήταν προσβολή. Ήταν ορισμός. Ο ορισμός του Μανιάτη.
Πηγή: ¨Οι Νυκλιάνοι” Δημήτριος Β. Δημητράκος-Μεσίσκλης-Σελ 60

