Παλιό σιδερένιο κλειδί κρεμασμένο στην τρύπα της ξύλινης αμπάρας σε εξώπορτα μανιάτικου σπιτιού στη Μέσα Μάνη

Γιατί στη Μάνη δεν Κλείδωναν τις Πόρτες; Η Άγνωστη Λέξη που την Έλεγαν Κλοπή.


Υπήρξε ένας τόπος στην Ελλάδα που η λέξη «κλοπή» ήταν ξένη. Ακατανόητη. Σαν να μιλούσες σε έναν Μανιάτη για χιόνι τον Αύγουστο. Σε όλη τη Μέσα Μάνη, η κλοπή και η ληστεία ήταν έννοιες άγνωστες. Δεν υπήρχαν στο λεξιλόγιο της καθημερινότητας, γιατί δεν υπήρχαν στη ζωή.

Ο άντρας έφευγε για τον κάματο, για το θέρος στις ελιές, για το κυνήγι στα βουνά. Πριν φύγει, δεν κλείδωνε. Το κλειδί του σπιτιού τ’ άφηνε στην τρύπα της αμπάρας της εξώπορτας. Κατά γενικό έθιμο. Όποιος περνούσε, ήξερε. Το σπίτι ήταν ανοιχτό, όχι γιατί δεν είχε τίποτα να χάσει, αλλά γιατί κανείς δεν άπλωνε χέρι να πάρει.

Το κλειδί της εκκλησίας το ίδιο. Κρεμόταν πάντα στη θυρίδα, πάνω από την πόρτα. Και μέσα, φυλαγόταν το λάδι όλης της χρονιάς. Βαρέλια ολόκληρα. Θησαυρός για πεινασμένα χρόνια. Έμενε εκεί, ανενόχλητο. Κανείς δεν το άγγιζε.

Μανιάτικη πέτρινη εκκλησία στη Μέσα Μάνη με το κλειδί κρεμασμένο στη θυρίδα πάνω από την πόρτα
Το κλειδί της εκκλησίας κρεμόταν πάντα στη θυρίδα. Μέσα φυλαγόταν το λάδι όλης της χρονιάς, ανενόχλητο.

Τα στάχυα τα θέριζαν τον Ιούλιο. Τα έδεναν δεμάτια και τ’ άφηναν στα χωράφια. Έμεναν εκεί, κάτω από τον ήλιο και τα αστέρια, μέχρι την ορισμένη ημέρα που όλο το χωριό, σαν ένα σώμα, θα τα μετέφερε στα αλώνια. Κανείς δεν πείραζε το δεμάτι του άλλου. Τα ζώα τα άφηναν απονύχτερα το καλοκαίρι. Ελεύθερα να βοσκήσουν. Γύριζαν μόνα τους το βράδυ.

Ποτέ δεν έκλεψαν σπίτι. Ποτέ δεν έκλεψαν το λάδι της Παναγίας. Ποτέ δεν έκλεψαν ελαιόκαρπο από το λιοστάσι του γείτονα. Ποτέ ζωντανό, ούτε αρνί, ούτε κατσίκι. Ποτέ σιτηρά, θερισμένα ή αθέριστα. Η τιμή ήταν το συμβόλαιο που δεν έσπαγε.

Και τα δάνεια; Γίνονταν μυστικά. Χωρίς χαρτιά, χωρίς υπογραφές, χωρίς μάρτυρες. Ο λόγος του Μανιάτη ήταν το συμβόλαιο. Η άρνηση πληρωμής δεν ήταν απλή αθέτηση. Ήταν ατιμία. Δημιουργούσε έχθρα θανάσιμη, σαν να πρόσβαλες την τιμή της γυναίκας του άλλου. Γιατί έδειχνες πως τον θεωρείς ψεύτη, άτιμο. Και ο άτιμος στη Μάνη δεν είχε τόπο.

Ο οφειλέτης, πριν κλείσει τα μάτια του, καλούσε τους δικούς του. Όχι για να μοιράσει προικιά. Για να ομολογήσει τα χρέη. Να μην φύγει με το βάρος της ατιμίας στον άλλο κόσμο. Να μην αφήσει λεκέ στο όνομα της Γενιάς.

Σε έναν κόσμο φτιαγμένο από πέτρα και όπλα, η εντιμότητα ήταν το μόνο πράγμα που δεν χρειαζόταν φύλακα. Γιατί ο μεγαλύτερος φύλακας ήταν το φιλότιμο. Και η κλειδαριά ήταν περιττή, όταν η ψυχή ήταν κλειδωμένη από τον νόμο της ντροπής.

Πηγή:”Οι Νυκλιάνοι” .Δημήτριος .β.Δημητράκος-Μεσίσκλης.

Θα χαρούμε να σχολιάσετε