Στην καρδιά της Τουρκοκρατίας, η Μάνη, μια γη άγρια και ελεύθερη, δεν γνώρισε το εμπόριο με τη μορφή των σημερινών καταστημάτων. Οι ανάγκες του τόπου ικανοποιούνταν με έναν ιδιόμορφο τρόπο, όπου η πειρατεία διαδραμάτιζε έναν απροσδόκητο ρόλο. Οι Μανιάτες, δεινοί ναυτικοί, επιδίδονταν σε επιδρομές κατά των τουρκικών εφοδιοπομπών που διέσχιζαν το πέρασμα Κρήτης-Ταινάρου, ενώ δεν έλειπαν και οι συναλλαγές με Ιταλούς εμπόρους ή κουρσάρους, Βενετούς ή Γενουάτες.
Τα είδη που εισάγονταν συχνότερα ήταν όπλα και πολεμοφόδια, ενώ το κύριο εξαγώγιμο προϊόν ήταν οι σκλάβοι. Για αυτά τα είδη, Ιταλοί έμποροι, συχνά ταυτόχρονα και κουρσάροι, κατέφευγαν στη Μάνη από την Ιταλία ή από τις βενετικές κτήσεις της Μεθώνης και της Κορώνης.
Το Σκοτεινό Εμπόριο των Σκλάβων
Το εμπόριο σκλάβων γνώρισε συστηματική ανάπτυξη από το 1250 μ.Χ. από τους Σουλτάνους των Μαμελούκων της Αιγύπτου. Ανερχόμενοι στην εξουσία, αντιλήφθηκαν ότι οι Αιγύπτιοι δεν ήταν ικανοί πολεμιστές και στράφηκαν στην αγορά σκλάβων από τις βόρειες χώρες. Επιπλέον, για να γεμίσουν τα χαρέμια τους και των αξιωματούχων τους, χρειάζονταν διαρκώς νέες σκλάβες.
Έτσι, έστελναν πράκτορες σε διάφορες περιοχές – αρχικά στη Μικρά Ασία, την Αρμενία, τον Καύκασο και τις δυτικές ακτές των Ινδιών – για να αγοράσουν σκλάβους. Όταν η Αδριανούπολη και η Καλλίπολη έπεσαν στα χέρια των Τούρκων, έγιναν και αυτές σημεία αναχώρησης ελληνικών πλοίων που μετέφεραν εκατοντάδες χριστιανούς σκλάβους στην Αίγυπτο. Στο Κάιρο, την πρωτεύουσα των Μαμελούκων, συγκεντρώνονταν κατά καιρούς έως και 2.000 τέτοιοι πράκτορες. Η θρησκεία των σκλάβων δεν είχε σημασία. Προτιμούσαν τους Μουσουλμάνους, αλλά και τους Χριστιανούς, στους οποίους αμέσως έδιναν μουσουλμανικό όνομα και άλλαζαν την πίστη.
Τους Μαμελούκους Σουλτάνους μιμήθηκαν και άλλοι ηγεμόνες των αραβικών κρατών της Βόρειας Αφρικής και της νοτιοδυτικής Ασίας, από την Ισπανία έως τις Ινδίες και τον Καύκασο.
Στο εμπόριο των δούλων συνέβαλαν σημαντικά οι ιταλικές δημοκρατίες της Βενετίας και της Γένουας, οι οποίες κατέκτησαν παράλια και νησιά της Ελλάδας και απέκτησαν εμπορικές αποικίες στον Εύξεινο Πόντο και την Ερυθρά Θάλασσα. Με τους εξοπλισμένους εμπορικούς τους στόλους, πραγματοποιούσαν τις μεταφορές σκλάβων στην Αλεξάνδρεια και τη Δαμιέτη, τα κύρια λιμάνια σκλάβων της Αιγύπτου. Η Αίγυπτος προμήθευε συνήθως και τους σουλτάνους άλλων αραβικών κρατών, ενώ ιταλικές γαλέρες μετέφεραν απευθείας σκλάβους στην Αλγερία και τη Βηρυτό.
Η Γένουα και η Βενετία ήταν αγορές σκλάβων, όπως σήμερα το Κάρντιφ για τον άνθρακα και το Λίβερπουλ για το βαμβάκι. Το 1358, υπήρχαν τόσοι πολλοί σκλάβοι στη Βενετία, κυρίως Τάταροι που μεταφέρονταν ολόκληρες οικογένειες, που αποτελούσαν πραγματικό κίνδυνο για την ησυχία της πόλης. Στη Φλωρεντία πήγαιναν λιγότεροι σκλάβοι, ενώ στην Αγκώνα οι Φλωρεντινοί έμποροι ασχολούνταν συστηματικά με το εμπόριο σκλάβων.
Η τιμή των σκλάβων στις δύο αυτές πρωτεύουσες των δημοκρατιών κατά τον 13ο αιώνα κυμαινόταν από 200 έως 500 ιταλικές λίρες, και τον 14ο αιώνα γύρω στις 800 λίρες. Ένας Ρώσος πωλήθηκε στην εξαιρετική τιμή των 1429 λιρών. Στο δουκάτο της Τοσκάνης (Φλωρεντία), η τιμή ήταν 50-75 χρυσά τάλληρα, με δύο μόνο περιπτώσεις να φτάνουν τα 85-132 τάλληρα. Η τιμή καθοριζόταν από την ηλικία, την ομορφιά και την υγεία του σκλάβου. Στη Νάξο, πριν το 1770, αναφέρονται ενδεικτικές τιμές άλλων προϊόντων: μια κότα ένα γρόσι, ένα νεαρό περιστέρι 6-7 παράδες, 1000 πορτοκάλια 10-15 γρόσια, 1000 λεμόνια ένα γρόσι. Η Γένουα πουλούσε τους σκλάβους σε δεκαπλάσια τιμή από την τιμή αγοράς, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη του αγοραστή σε περιόδους λοιμού ή πολέμου.
Μετά τις αποικίες αυτών των δημοκρατιών, η συνήθεια της χρήσης σκλάβων ως υπηρετών και εργατών αντί μισθωτών μεταφέρθηκε και στην Ιταλία, καθώς ούτε ο νόμος το απαγόρευε ούτε θεωρούνταν ντροπή. Το 1308, ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β’ παραπονιόταν για κάποιους Γενουάτες που πούλησαν ως σκλάβους νέους και νέες που τους είχαν εμπιστευτεί για να τους συνοδεύσουν στη Γένουα.
Οι Ιταλοί Κουρσάροι στην Μάνη και το Ανταλλακτικό Εμπόριο
Τέτοιοι Ιταλοί πράκτορες σκλάβων, που συχνά ήταν και κουρσάροι, κατέφευγαν και στη Μάνη από τις ιταλοκρατούμενες περιοχές (Μεθώνη, Κορώνη, Κρήτη, Κυκλάδες κ.λπ.) ή απευθείας από την Ιταλία, φέρνοντας διάφορα εμπορεύματα για να τα ανταλλάξουν με σκλάβους. Οι Μανιάτες πιθανόν να είχαν σκλάβους, ιδίως Τούρκους, αλλά κάποιες φορές και Χριστιανούς καθολικούς (Φραγκολεβαντίνους), τους οποίους προτιμούσαν λόγω της θρησκευτικής έχθρας μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών.
Ωστόσο, η Μεθώνη, η Κορώνη, το Ναύπλιο, οι Κυκλάδες και η Κρήτη, κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, ήταν εμπορικοί σταθμοί για κάθε είδους προϊόντα, και τα μικρά ιστιοφόρα της Μάνης τα επισκέπτονταν συχνά.
Όταν ένας Ιταλός κουρσάρος έφτανε με το πλοίο του σε ένα λιμάνι της Μάνης (πιθανόν τον Μεζαπό), όλα τα χωριά βρίσκονταν σε μεγάλη ανησυχία. Οι πατέρες που είχαν γερά και όμορφα παιδιά και οι άνδρες που είχαν όμορφες γυναίκες, τις έκλειναν στο σπίτι από φόβο μήπως ο κουρσάρος τις αρπάξει. Οι Μανιάτες που είχαν ντόπιους εχθρούς φοβούνταν το ίδιο, γιατί και οι εχθροί τους μπορούσαν να αρπάξουν ανθρώπους τους και να τους πουλήσουν στους ξένους κουρσάρους.
Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό του 1669, όπου δύο Μανιάτες κουρσάροι, ο Θοδωρής και ο Αναπλιώτης, τσακώθηκαν για τη μοιρασιά μιας βενετικής βάρκας που είχαν πιάσει. Για να εκδικηθεί ο ένας τον άλλον, ο Θοδωρής άρπαξε τη γυναίκα του Αναπλιώτη και ο Αναπλιώτης τη γυναίκα του Θοδωρή, με σκοπό να τις πουλήσουν σε έναν Μαλτέζο κουρσάρο. Η απίστευτη σύμπτωση ήταν ότι ο Θοδωρής πούλησε τη γυναίκα του Αναπλιώτη στον ίδιο Μαλτέζο που λίγο πριν είχε αγοράσει τη δική του γυναίκα. Παρόλα αυτά, οι δύο φίλοι συμφιλιώθηκαν και με το πειρατικό τους πλοίο καταδίωξαν τον Μαλτέζο, πήραν πίσω τις γυναίκες τους και συνέχισαν τις πειρατικές τους επιχειρήσεις.
Ο Dela Guillettiere, που διηγείται αυτή την ιστορία, μας δίνει μια μικρή εικόνα του εμπορίου στη Μάνη το 1669: «Μπήκαμε σε μια μακριά καλύβα κοντά στη Μαΐνα όπου είχε δύο μεγάλα απόκρυφα μέρη γεμάτα πράγματα Τούρκικα και Φράγκικα. Τα σαρικιά ήταν κρεμασμένα από τη μια μεριά και τα καπέλα, τα καλπάκια και τα ελληνικά φέσια από την άλλη. Τα σπαθιά ήταν ανακατωμένα με γιαταγάνια, μαχαίρες στιλέτα, και τα παπούτσια με πασουμάκια. Όλα αυτά ήταν προϊόντα πειρατείας. Μας τα πρόσφεραν να τ’ αγοράσουμε πάμφθηνα.»
Οι Τούρκοι αισθάνονταν καθημερινά τις επιθέσεις και το θάρρος των Μανιατών, βλέποντας συχνά τα μικρά τους πλοία να αιχμαλωτίζονται μαζί με αξιωματικούς, ναύτες και ολόκληρο το φορτίο. Οι Μανιάτες δεν έκαναν ναυμαχίες, αλλά αφού απομόνωναν ένα πλοίο της νηοπομπής, του επιτίθονταν και το καταλάμβαναν.
Είδη Εισαγωγής και η Αυτάρκεια της Μάνης
Άλλα είδη που έφερναν από έξω οι Μανιάτες ήταν ξυλουργικά, κυρίως οικιακά σκεύη από σκαλιστό κορμό δέντρου: σκαφίδες για ζύμωμα, σκαφίδια και καβάθες για φαγητό, κουπάρια, κουβέλια, τσότρες για νερό, κουταλοπήρουνα, πολλά από τα οποία είχαν ωραίες ζωηρές ζωγραφιές. Επίσης, χάλκινα μαγειρικά σκεύη και ενδύματα πολυτελείας, όπως βράκες, φέσια και γιλέκα ανδρών, φέσια, φουστάνια και χρυσοκέντητα κοντογούνια γυναικών. Όλα αυτά τα είδη τα έφερναν συνήθως Ιταλοί έμποροι από τη Βενετία ή από τα Μοθονόρωνα (Μεθώνη-Κορώνη), ή πήγαιναν στα μέρη αυτά Μανιάτες που είχαν στενές σχέσεις με αυτά τα λιμάνια και τα αγόραζαν. Από τα Μοθονόρωνα έφερναν ακόμη και τα περίφημα είδη της αγγειοπλαστικής τους: πιθάρια, πιθάρες κ.λπ.
Σημαντικό είδος εισαγωγής στο Νυκλιάνικο ήταν ο ασβέστης, ο οποίος έπρεπε να εισαχθεί από έξω, επειδή δεν υπήρχαν ξύλα στην περιοχή για ασβεστοκάμινα. Οι πύργοι και τα πυργόσπιτα έπρεπε να χτιστούν με ασβέστη για να αντέχουν στα κανόνια. Βρήκαν ότι τα νησιά Σχίζα και Σαπιέντζα ήταν δασωμένα και κάθε χρόνο τη Μεγάλη Σαρακοστή πήγαιναν εκεί παρέες 7-8 ατόμων, έκαιγαν ένα καμίνι και μετέφεραν με καΐκια 200-300 καντάρια ασβέστη.
Η Δειλή Εμφάνιση του Σύγχρονου Εμπορίου
Μετά την ίδρυση του Ελληνικού Βασιλείου, άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα μικρομάγαζα στην Κίττα, εντελώς πρόχειρα. Καθάριζαν το κατώγι του σπιτιού, το άσπριζαν, άνοιγαν ένα παράθυρο, έβαζαν ένα τραπέζι, έναν πάγκο, λίγα σκαμνιά, και το μαγαζί ήταν έτοιμο. Προσέφεραν λίγα ποτήρια ρακί και κρασί, μια μπουκάλα ρακί Καλαμών ή ρούμι, ένα κουτί λουκούμια, λίγες τσαπέλες σύκα, κάποιες φορές ένα βαρελάκι κρασί και μια τράπουλα χαρτιά. Μερικά μαγαζιά έβαλαν και καφέ. Η κυριότερη δραστηριότητα αυτών των μαγαζιών ήταν η χαρτοπαιξία, αρχικά με σύκα, καρύδια και αργότερα με χρήματα. Δούλευαν και στις εκλογές που γίνονταν τότε πολύ συχνά.
Μετά το Πάσχα, έκαναν την εμφάνισή τους οι ζωέμποροι. Τότε τα ζώα (βόδια, πρόβατα) ήταν παχιά από το χορτάρι και τα αγόραζαν. Όσα δεν αγοράζονταν, τα πήγαιναν στο παζάρι του Γυθείου στις 14 Σεπτεμβρίου, ένα μεγάλο και γενικό παζάρι ζώων της Λακωνίας.
Τα υφαντά τα πουλούσαν οι ίδιες οι υφάντριες, γυρίζοντας τα χωριά. Τα παπούτσια ήταν αποκλειστικά προϊόντα της Τζίμοβας και θεωρούνταν είδος πολυτελείας για τις γιορτές. Στις δουλειές φορούσαν γουρουνοτσάρουχα, ενώ τον υπόλοιπο καιρό ήταν ξυπόλητοι.

Η Ανάπτυξη του Γερολιμένα και η Νέα Εποχή
Τον πολιτισμό στην περιοχή έφερε η ελιά, με το άνοιγμα του Γερολιμένα, που ξεκίνησε από τις αρχές της βασιλείας του Γεωργίου του Α’. Πρώτος ο Μιχάλης Κατσιμαντής, έμπορος στη Σύρα, ήρθε στους ερημικούς βράχους του Γερολιμένα, έχτισε δύο μεγάλες οικοδομές, μια μικρή αποβάθρα και γέμισε τη μία με κριθάρι και την άλλη με είδη γενικού εμπορίου (υφαντά, τρόφιμα).
Τον Κατσιμαντή μιμήθηκαν πολλοί Μανιάτες και γρήγορα δημιουργήθηκε ο Γερολιμένας, ένα καλό επαρχιακό λιμάνι. Οι τρεις τότε ατμοπλοϊκές εταιρείες είχαν εβδομαδιαίες προσεγγίσεις, με αποτέλεσμα ο Γερολιμένας να έχει πλοίο για τον Πειραιά, το Γύθειο και την Καλαμάτα τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας.
Από τον Γερολιμένα εισάγονταν όλα τα είδη που δεν παράγονταν στην περιοχή, όπως τρόφιμα, ενδύματα και οικοδομικά υλικά, και εξάγονταν λάδι και ορτύκια ζωντανά, 80.000-120.000 που στέλνονταν στη Μασσαλία. Με την ανάπτυξη του Γερολιμένα, σταμάτησαν οι πραματευτάδες (ζωέμποροι και αγωγιάτες).
Ο Γερολιμένας έγινε μια μικρή πόλη με φούρνο, εστιατόρια, ξενοδοχείο ύπνου , χασάπικα, μανάβικο με λαχανικά και φρούτα από την Καλαμάτα, γιατρούς και μόνιμο φαρμακείο με επιστήμονα φαρμακοποιό.
Την περίοδο αυτή του Γερολιμένα ζήλεψαν τα γύρω στο Μέζαπο χωριά και άρχισαν να δημιουρογούν και άλλο εμπορικό κέντρο. Ο συναγωνισμός που αναπτύχθει στα δύο αυτά λιμάνια της μικρής Μέσα Μάνης είχε ως αποτέλεσμα να οπισθοδρομήση ο Γερολιμένας και να μην αναπτυχθεί το Μέζαπο.
Με πηγές Βιβλίο Δημητρίου Β.Δημητράκου -Μεσίσκλη ” Οι Νυκλιάνοι”.
Κείμενο Όμορφη Μάνη. Φωτό: Ίντερνετ








