Η Μάνη, αυτή η ξεχωριστή γωνιά της Ελλάδας, είναι κάτι παραπάνω από ένα τοπίο απόκρημνων βουνών και γαλάζιων νερών. Είναι μια γη που σφυρηλάτησε ανθρώπους σκληροτράχηλους, δεμένους με τις παραδόσεις τους και πρόθυμους να παλέψουν για την επιβίωσή τους. Όμως, η δεκαετία 1930-1950 έμελλε να δοκιμάσει τα όρια της μανιάτικης κοινωνίας, φέρνοντας αντιθέσεις και συγκρούσεις που άφησαν ανεξίτηλα σημάδια.
Η Σκληρή Γη που Έπλασε τους Μανιάτες
Φανταστείτε μια γη άνυδρη, με ορεινή γεωμορφολογία που κόβει την ανάσα, ελλιπές πόσιμο νερό και μικρό, κατατεμαχισμένο κλήρο. Αυτές οι αντίξοες συνθήκες ανάγκασαν τους Μανιάτες να συσπειρωθούν γύρω από την οικογένεια και το γένος (clan). Η παληκαριά, η ανδρεία και η ικανότητα χρήσης του όπλου δεν ήταν απλά αρετές, αλλά τρόποι νομιμοποίησης της κυριαρχίας σε γη, αλάτι και νερό. Το εθιμικό δίκαιο, μια σειρά άγραφων κανόνων, ρύθμιζε τη ζωή τους, δημιουργώντας μια βαθιά συντηρητική κοινωνία. Κάθε σκέψη για αλλαγή αντιμετωπιζόταν ως απειλή, μια πιθανή αναδιανομή πόρων που εύκολα μπορούσε να οδηγήσει σε αιματηρές συγκρούσεις.
Οι Σπόροι της Αμφισβήτησης και οι Δάσκαλοι-Πρωτοπόροι
Ο Μεσοπόλεμος (1919-1939) έφερε μια νέα πνοή. Ξαφνικά, τα παραδοσιακά ήθη και το άγραφο δίκαιο άρχισαν να αμφισβητούνται. Και ποιοι ήταν οι πρωτεργάτες; Οι δάσκαλοι! Αυτοί οι αφανείς ήρωες της εποχής, όχι μόνο δίδασκαν γράμματα, αλλά και διέδιδαν ιδέες για τον σοσιαλισμό, την αλληλεγγύη και την κοινωνική ανισότητα. Φανταστείτε τους να μαθαίνουν στους χωρικούς τα μέτρα και τα σταθμά, να θέτουν υγειονομικούς κανόνες, να διαβάζουν εφημερίδες στα καφενεία, φέρνοντας τον κόσμο στα απομακρυσμένα χωριά, και να συμβάλλουν στη διάνοιξη δρόμων και υδρευτικών συστημάτων. Οι μαθητές της Καρδαμύλης, της Αρεόπολης και του Γυθείου ήταν η «εύπλαστη μάζα» που άκουγε με προσοχή, έτοιμη να δεχτεί μηνύματα που θα αμφισβητούσαν τον παλιό τρόπο ζωής.
Η Κατοχή: Πείνα, Βία και ο Διχασμός
Το ξέσπασμα του Ελληνοϊταλικού Πολέμου (1940-1941) και η επακόλουθη Ιταλική και Γερμανική Κατοχή (1941-1944) βύθισαν τη Μάνη σε μια εφιαλτική μεταβατική περίοδο. Οι Μανιάτες έπρεπε να εφεύρουν τακτικές επιβίωσης απέναντι στην πείνα, τη φορολογία, τις επιτάξεις και τη ληστεία. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι ιδέες για κοινωνική ισότητα και αλληλεγγύη βρήκαν πρόσφορο έδαφος στο ΕΑΜ, το οποίο οργάνωσε αρχικά τα φτωχά και άγονα χωριά της Μέσα Μάνης.
Το ΕΑΜ δεν δίστασε να επιβάλει κοινοτικό φόρο στο λάδι σε πλούσιες κοινότητες και να «καθαρίσει» τη Μάνη από τη ληστεία, φτάνοντας ακόμη και στη δολοφονία ληστών. Ταυτόχρονα, ήταν αμείλικτο απέναντι σε όσους συνεργάζονταν με τις δυνάμεις Κατοχής. Όμως, αυτή η αδιαλλαξία δημιουργούσε μια περίπλοκη κατάσταση. Πόσο εύκολο ήταν να κατηγορηθεί κάποιος ως συνεργάτης; Ήταν οι «νοικοκύρηδες» που φοβόντουσαν ότι το ΕΑΜ θα αμφισβητούσε την ιδιοκτησία τους; Η καχυποψία κορυφώθηκε μετά την εξέγερση της Σαϊδόνας το 1942, όταν έγινε αδιάψευστο ότι το ΚΚΕ ήλεγχε το ΕΑΜ. Οι ισχυρές τοπικές ελίτ έβλεπαν το ΕΑΜ ως «Δούρειο Ίππο του μεταπολεμικού κομμουνισμού», καθοδηγούμενο από τη Σοβιετική Ένωση, ειδικά όταν πρώην φυλακισμένοι κομμουνιστές άρχισαν να αναλαμβάνουν τον έλεγχο.
Έτσι, η Μάνη βρέθηκε σε μια διπολική κοινωνική κατάσταση. Από τη μια, οι «νοικοκύρηδες» κατηγορούσαν τους ΕΑΜίτες ως ταραξίες που ήθελαν να ανατρέψουν τα μανιάτικα ήθη και να συνεργαστούν με τους κατακτητές. Από την άλλη, οι ομάδες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ κατηγορούσαν τις τοπικές ελίτ για προδοσία, δίχως να διστάζουν να τιμωρήσουν τους ίδιους και τα οικογενειακά τους δίκτυα – όπως συνέβη με τους 18 δολοφονηθέντες κατοίκους του Οιτύλου το 1943.
Ο ΕΛΑΣ δρούσε με σαμποτάζ, όπως η δολοφονία Γερμανών στρατιωτών το 1943 στον δρόμο Γυθείου-Αρεόπολης. Τα Τάγματα Ασφαλείας αναλάμβαναν να τον αντιμετωπίσουν, συνεργαζόμενα με τους κατακτητές. Δημιουργήθηκαν στρατόπεδα συγκέντρωσης «αντιδραστικών» του ΕΛΑΣ, με πιο χαρακτηριστικό αυτό της Άρνας. Τα Τάγματα Ασφαλείας εξαπέλυσαν επιδρομές, όπως τον Ιανουάριο του 1944 στη Μεσσηνιακή Μάνη και τον Αύγουστο του 1944 στην Αρεόπολη, οδηγώντας σε μαζικές πράξεις αντιποίνων και εκτελέσεις σε Μονοδένδρι και Πασσαβά. Η βία εντάθηκε, με τους ίδιους τους Μανιάτες να εμπλέκονται σε κατηγορίες, αναπαράγοντας έναν κύκλο αίματος.
Η Κυριαρχία της Βίας και ο Εμφύλιος της Μνήμης
Όταν οι Γερμανοί αποχώρησαν τον Σεπτέμβριο του 1944, η Μάνη βρέθηκε υπό τον έλεγχο του ΕΛΑΣ. Οι ταγματασφαλίτες, «εγκλωβισμένοι» στην Κρανάη, αφέθηκαν ελεύθεροι μετά τα Δεκεμβριανά και τη Συμφωνία της Βάρκιζας, για να γίνουν οι κυρίαρχοι της περιοχής.
Από το 1945, ο σπόρος της βίας πήρε άλλη τροπή. Ο έλεγχος της Μάνης πέρασε στα χέρια δεξιών παρακρατικών ομάδων. Στη Μεσσηνιακή Μάνη κυριάρχησε ο Κατσαρέας, δημιουργώντας τις Εθνικές Αντικομμουνιστικές Ομάδες Κυνηγών (ΕΛΟΚ) και ξεκινώντας διώξεις αριστερών. Η δολοφονία του αρχηγού της ομάδας Χ, Γ. Κοντοβουνήσιου, οδήγησε σε μαζικές δολοφονίες γυναικόπαιδων της οικογένειας Πέτρουλα στο Μοναστήρι Οιτύλου. Η δολοφονία του ίδιου του Κατσαρέα από αντάρτες, καθώς και άλλες δολοφονίες και διώξεις, έφεραν τη Μάνη στο επίκεντρο του Εμφυλίου Πολέμου.
Ο κύκλος της βίας κορυφώθηκε με τους «αποσπασματάρχες» του Κατσαρέα – Παυλάκο, Γερακάρη, Μπογέα, Γούδη – να χωρίζουν τη Μάνη σε σφαίρες επιρροής, διώκοντας αμείλικτα τις αριστερές οικογένειες. Υπάρχουν άφθονες μαρτυρίες για την αιμοσταγή δράση τους. Οι Μανιάτες αντάρτες δολοφονήθηκαν σχεδόν όλοι, με ελάχιστους να επιζούν κυνηγημένοι στα βουνά του νότιου Ταΰγετου. Χαρακτηριστικό είναι το ανατριχιαστικό παράδειγμα της παρέλασης του κομμένου κεφαλιού του αντάρτη Κώστα Ξυδέα στην Καλαμάτα το 1949.
Με τη λήξη του Εμφυλίου το 1949, οι αριστερές οικογένειες στη Μάνη είχαν σχεδόν εξαφανιστεί ή μεταναστεύσει, αφήνοντας πίσω έρημες κατοικίες, κτήματα, ολόκληρα χωριά, αλλά και σιωπές και τραύματα. Το προπολεμικό ιδιοκτησιακό καθεστώς διατηρήθηκε, αλλά το τίμημα ήταν βαρύ. Ο Εμφύλιος Πολέμος έδωσε τη θέση του σε έναν «Εμφύλιο της Μνήμης». Για δεκαετίες, η σιωπή κυριάρχησε. Μόλις από τη δεκαετία του 1990 και κυρίως από το 2000, άρχισαν οι φωνές να ακούγονται, συγκεντρώνοντας τις μνήμες σε ένα δίτομο έργο που φωτίζει την τραγωδία αυτής της εποχής.
Καθώς η Μάνη μεταμορφώνεται σε τουριστικό προορισμό, η ιστορία μπορεί να κοιτάξει το παρελθόν με μεγαλύτερη ψυχραιμία και αμεροληψία. Όσο πιο πολύ φωτίζονται όλες οι πτυχές των γεγονότων μιας τόσο «σκληρής» περιόδου, τόσο πιο εύκολα μπορούμε να μπούμε στη θέση των ανθρώπων της εποχής, να κατανοήσουμε τις πράξεις τους και, εν τέλει, να επουλώσουμε το «τραύμα του άλλου» και το δικό μας «προσωπικό τραύμα».
Πηγή : Γιάννης Καρακατσιάνης. Δρ Νεότερης Ιστορίας ΕΚΠΑ






