Ο Λιμπεράκης Γερακάρης: Ο Πρώτος Μπέης της Μάνης και Ένας Θρύλος Ανάμεσα σε Δύο Κόσμους

gerakaris (1)

Στην καρδιά της Μάνης, ανάμεσα σε πέτρινους πύργους και άγρια ομορφιά, γεννήθηκε ένας άνδρας που η μοίρα του θα πλεκόταν άρρηκτα με τις μεγάλες συγκρούσεις της εποχής του. Ο Μανιάμπεης Λιμπεράκης Γερακάρης, από τη γενιά των Κοσμάδων (μια οικογένεια για την καταγωγή της οποίας οι ιστορικοί διαφωνούν, τοποθετώντας την άλλοτε στο Οίτυλο, άλλοτε στο Σκουτάρι και άλλοτε στη Βάθεια), ήταν γέννημα θρέμμα των σκληρών Τουρκοβενετικών πολέμων του 17ου αιώνα. Ήταν κάτι περισσότερο από έναν απλό στρατιωτικό ηγέτη. Ήταν ένας χαρακτήρας βγαλμένος από το πιο συναρπαστικό μυθιστόρημα: πειρατής, εξόριστος, διπλωμάτης, και τέλος, ο πρώτος Μπέης της Μάνης (1689-1696).

Η Γέννηση μιας Εκδίκησης και η Στροφή στη Θάλασσα

Η ιστορία του Λιμπεράκη δεν ξεκινά στα πεδία των μαχών, αλλά με μια βαθιά προσωπική προσβολή. Γύρω στο 1664, ένας νεαρός, περίπου 20 ετών, επιστρέφει στη Μάνη μετά από χρόνια υπηρεσίας στα βενετσιάνικα στόλους ως κωπηλάτης και ναύτης. Ήταν ο Λιμπεράκης. Αρραβωνιάζεται τη Μαρία Διακουμή Μεδίκου, κόρη μιας ισχυρής οικογένειας του Βοιτύλου. Όμως, η ευτυχία του είναι βραχύβια. Ο Μιχάλης Λεμιθάκης, από τους αντίπαλους Στεφανόπουλους, κλέβει την αρραβωνιαστικιά του.

Αυτή η πράξη πυροδοτεί μια άσβεστη φωτιά εκδίκησης στην ψυχή του Λιμπεράκη. Το οικογενειακό ατύχημα δεν είναι απλώς μια διαμάχη, αλλά ο καταλύτης που καθορίζει τη ζωή και την πορεία του. Ξεσπάει ένας τριετής πόλεμος μεταξύ των Μεδίκων και των Στεφανόπουλων, με αίμα να χύνεται εκατέρωθεν. Ο Λιμπεράκης, αδυνατώντας να υποφέρει την ντροπή, γίνεται πειρατής. Και όχι όποιος κι όποιος πειρατής. Γρήγορα διακρίνεται για τα τολμηρά του κατορθώματα εναντίον των Οθωμανών, η φήμη του απλώνεται και γίνεται λαοφιλής σε όλη τη Μάνη.

Από τις Φυλακές του Βοσπόρου στο Παιχνίδι της Εξουσίας

Η φήμη του, ωστόσο, τον οδηγεί και στην αιχμαλωσία. Οι Τούρκοι τον καταδιώκουν, τον συλλαμβάνουν και τον φυλακίζουν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, ο Μεγάλος Βεζύρης Αχμέτ Κιουπρουλής, που μαίνεται με τους Μανιάτες πειρατές και την άρνησή τους να συμμαχήσουν μαζί του στην Κρήτη, βλέπει μια ευκαιρία. Αντί να τον οδηγήσει στην κρεμάλα, όπως προοριζόταν, ο Βεζύρης χρησιμοποιεί ένα ευφυές σχέδιο: το «διαίρει και βασίλευε».

Σε μια απροσδόκητη συνάντηση, ο Βεζύρης ρωτά τον Λιμπεράκη πώς νιώθει που θα πεθάνει. Η απάντηση του Μανιάτη είναι αφοπλιστική: “Δε με μέλει που θα πεθάνω! Το θάνατο δε τον φοβήθηκα ποτέ! Λυπούμαι μόνο που δεν μπόρεσα να εκδικηθώ τους Στεφανόπουλους για την προσβολή που μου ‘καμαν!” Αυτή η απάντηση ενισχύει την ιδέα του Βεζύρη. Απελευθερώνει τον Λιμπεράκη, του δίνει άφθονα χρήματα και τον στέλνει στη Μάνη με μια αποστολή: να προπαγανδίσει υπέρ των Τούρκων, εκμεταλλευόμενος τη δημοτικότητά του και την εσωτερική αναρχία της Μάνης.

Ο Λιμπεράκης, με έξυπνο τρόπο, διαδίδει πως η Τουρκία ετοιμάζει τρομερές δυνάμεις και πως ο ίδιος συμφώνησε προσωρινά για να μην βλαφθεί η Μάνη. Υπόσχεται απαλλαγή από το παιδομάζωμα, μη εγκατάσταση Τούρκων, μειωμένο χαράτσι και προστασία εκκλησιών. Παράλληλα, υπογραμμίζει την αδυναμία της Βενετίας, που εγκαταλείπει τους Μανιάτες στις δύσκολες στιγμές. Με χρήμα, φόβο και τη φήμη του, ο Λιμπεράκης καταφέρνει να ατονήσει το εθνικό φρόνημα. Αναγνωρίζεται ως διοικητής της Μάνης και, σε μια πράξη συμβολικής εκδίκησης, πολιορκεί το Βοίτυλο, συλλαμβάνει 35 Στεφανόπουλους – ανάμεσά τους και τον Μιχάλη Λεμιθάκη – και τους εκτελεί εν ονόματι του λαού της Μάνης. Οι Στεφανόπουλοι αναγκάζονται να μεταναστεύσουν στην Κορσική.

Ο Πρώτος Μπέης της Μάνης και η Ασταθής Πορεία του

gerakaris (2)

Η Μάνη, όμως, γρήγορα συνειδητοποιεί την παγίδα. Η γενική κατακραυγή εναντίον του Λιμπεράκη αυξάνεται, και οι Τούρκοι τον εγκαταλείπουν. Πικραμένος, ο Λιμπεράκης επιστρέφει στην πειρατεία, αλλά συλλαμβάνεται ξανά το 1682 και φυλακίζεται στο Μπάνιο της Πόλης.

Όμως, η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Με την Οθωμανική Αυτοκρατορία να πολιορκείται από όλα τα χριστιανικά κράτη της Ευρώπης, ο νέος Σουλτάνος αναζητά τρόπους να κερδίσει τους Έλληνες. Το 1689, με σύσταση του Μεγάλου Βεζύρη Μουσταφά Κιουπρουλή, ο Λιμπεράκης ελευθερώνεται. Παρουσιάζεται στον Σουλτάνο και του προτείνει να ανακαταλάβει την Πελοπόννησο και την υπόλοιπη επαναστατημένη Ελλάδα, με αντάλλαγμα να γίνει ηγεμόνας της Μάνης, όπως αυτοί της Μολδοβλαχίας. Ο Σουλτάνος δέχεται. Ο Λιμπεράκης αναγορεύεται Υψηλότατος Ηγεμόνας της Μάνης, δηλαδή ο πρώτος Μπέης της Μάνης, διατελώντας σε αυτή τη θέση από το 1689 έως το 1696. Ντύνεται με τα ηγεμονικά ενδύματα, του δίνεται στρατιωτική φρουρά και παντρεύεται την πριγκίπισσα Αναστασία Βουχουζιστίδη, ανιψιά του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας.

Παρά τις προσπάθειές του να διεισδύσει στην Πελοπόννησο για λογαριασμό των Οθωμανών, ο Λιμπεράκης συναντά την αντίσταση των Βενετών και των Ελλήνων αρματολών. Οι επιλογές του είναι περιορισμένες και η Τουρκία δεν μπορεί να του παράσχει την απαραίτητη ναυτική υποστήριξη.

Η Επιστροφή στους Βενετούς και το Τέλος ενός Ηγέτη

Το 1696, η Βενετία, βλέποντας τον Λιμπεράκη ως επικίνδυνο εχθρό, αποφασίζει να ανανεώσει τις διαπραγματεύσεις μαζί του. Ο πιστός του φίλος, Ιωάννης Λάμπης, τον προτρέπει να αφήσει τους εχθρούς του Χριστιανισμού. Την ίδια στιγμή, ο Σερασκέρης, υποψιαζόμενος την επαφή, επιχειρεί να τον δηλητηριάσει σε ένα γεύμα. Ο Λιμπεράκης καταλαβαίνει το σχέδιο και δρα.

Αυτή η προσπάθεια δολοφονίας είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Ο Λιμπεράκης, πλέον πεπεισμένος ότι οι Τούρκοι θέλουν να τον ξεφορτωθούν, αποφασίζει να προσχωρήσει στους Βενετούς. Την 1η Ιουλίου 1696, επιβιβάζεται σε βενετσιάνικες γαλέρες με 30 έμπιστους άνδρες. Η είδηση της προσχώρησής του προκαλεί ενθουσιασμό στους Έλληνες, ειδικά στους Μανιάτες. Η Γερουσία της Βενετίας τον ονομάζει Ιππότη του Αγίου Μάρκου και τον διορίζει διοικητή της Ρούμελης (Λιβαδειά).

koyrsariko (1)

Λίγο αργότερα, ο Λιμπεράκης, έχοντας πλέον υπό τις διαταγές του τους αρματολούς της Στερεάς Ελλάδας, εκστρατεύει κατά της Άρτας, την οποία λεηλατεί ανελέητα. Αυτή η πράξη, που δυσαρεστεί τους Βενετούς, είναι πιθανόν μια εκδίκηση για την πυρπόληση του σπιτιού του στο Καρπενήσι από αρτινούς στρατιώτες. Μετά από αυτή την τελευταία πράξη, ο Λιμπεράκης φεύγει για την Ιταλία, είτε κατ’ υπόδειξη των Βενετών είτε για να θεραπεύσει την ποδάγρα του, και πεθαίνει λίγο αργότερα.

Η Πολιτική Σκέψη ενός Πραγματιστή

Η αποτυχία του Λιμπεράκη να υποτάξει πλήρως την Πελοπόννησο οφειλόταν κυρίως στην έλλειψη ισχυρού τουρκικού στόλου που θα υποστήριζε τις χερσαίες επιχειρήσεις του. Η Τουρκία, εμπλεγμένη σε πολλαπλά μέτωπα στην Ευρώπη, δεν μπορούσε να του παράσχει την απαραίτητη υποστήριξη.

Η πολιτική σκέψη του Λιμπεράκη ήταν βαθιά ρεαλιστική και, ίσως, και τραγική. Πίστευε ότι η Μάνη, αργά ή γρήγορα, θα υποδουλώνονταν. Είτε από την πανίσχυρη Τουρκία είτε από τη Βενετία, της οποίας η κυριαρχία δεν ήταν λιγότερο επαχθής. Ακόμα και ελεύθερη, η Μάνη καταστρεφόταν από τους αδιάκοπους εμφύλιους πολέμους. Για τον Λιμπεράκη, η καλύτερη λύση ήταν να γίνει η Μάνη μια αυτόνομη ηγεμονία με δικό της ηγεμόνα, πληρώνοντας ένα μικρό φόρο στους Οθωμανούς. Έτσι, θα έμπαινε σε τάξη και θα ζούσε ειρηνικά.

Ο Λιμπεράκης Γερακάρης, ένας άνδρας που η ζωή του ήταν μια συνεχής μάχη – προσωπική και πολιτική – άφησε το στίγμα του στην ελληνική ιστορία. Η ασταθής του πορεία, γεμάτη ανατροπές και διπλωματικές μανούβρες, τον καθιστά μια από τις πιο συναρπαστικές και αμφιλεγόμενες φιγούρες της εποχής της τουρκοκρατίας. Ήταν ένας Μανιάτης που προσπάθησε να επιβιώσει και να ευημερήσει σε έναν κόσμο γεμάτο συγκρούσεις, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή του.

Πηγή Άρθρου: Το βιβλίο του Δημητρίου Β. Δημητράκου-Μεσίσκλη. ” Οι Νυκλιάνοι” Σελίδες 243-247

Σχετικό άρθρο εδώ:

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ