Οι Αντιφάσεις του Μανιάτη: Αρετή, Τιμή και το Βάρος της Εκδίκησης.

pros gerolimena

Η Μάνη, αυτή η άγρια και περήφανη γωνιά της Ελλάδας, γέννησε έναν λαό με χαρακτήρα λαξευμένο από τους ανέμους, τις πέτρες και μια βαθιά ριζωμένη αίσθηση τιμής. Οι Μανιάτες, απόγονοι των αρχαίων Σπαρτιατών, κουβαλούν μέσα τους έναν μοναδικό συνδυασμό αρετών και ελαττωμάτων που τους καθιστούν ένα από τα πιο συναρπαστικά κομμάτια της ελληνικής ιστορίας και παράδοσης.

Η Περηφάνεια και η Αδούλωτη Ψυχή

Στην καρδιά του μανιάτικου χαρακτήρα χτυπά η υπερηφάνεια. Δεν είναι απλή αλαζονεία, αλλά μια βαθιά αίσθηση αξιοπρέπειας που τους απαγορεύει να υποκύψουν. Ακόμα και όταν εγκαταλείπουν τη Μάνη για να βρουν δουλειά, ποτέ δεν γίνονται υπηρέτες. “Οὔτε ἄντρας ὅμως οὔτε γυναίκα πηγαίνει ποτέ ὑπηρέτης,” τονίζει το κείμενο, υπογραμμίζοντας την απόλυτη άρνησή τους στην υποταγή. Η έννοια της επιβολής τους είναι ξένη, και η συνεργασία που απαιτεί υποταγή στη θέληση άλλου είναι γι’ αυτούς δύσκολη. Ακόμα και σε συνθήκες ακραίας ανάγκης, η επαιτεία είναι αδιανόητη: “Δε ζητιανεύουν, σὲ ὁποιαδήποτε ἀνάγκη καὶ ἂν βρεθοῦν.” Ως φύλακες, είναι πιστοί και πρόθυμοι να θυσιαστούν.

Αυτή η υπερηφάνεια συνδέεται άρρηκτα με την ελευθερία, την οποία θεωρούν το ύψιστο αγαθό. Η σπαρτιατική τους καταγωγή, η διαρκής οπλοφορία, η αίσθηση του απόρθητου τόπου τους και οι αδιάκοποι πόλεμοι, τους έχουν διαμορφώσει σε άτομα που εκτιμούν την ελευθερία πάνω απ’ όλα. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό του 1769, κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο, όταν ο Ναύαρχος Ορλώφ πρόσβαλε τους Μανιάτες. Ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης (ο Σκυλογιάννης) του απάντησε με μια φράση που έμεινε στην ιστορία: «Καὶ ὁ τελευταῖος Μανιάτης εἶναι καλύτερος ἀπὸ σένα, γιατί αὐτὸς εἶναι ἄντρας ἐλεύθερος καὶ σὺ εἶσαι δοῦλος μιᾶς γυναίκας!» (εννοώντας την Αυτοκράτειρα Αικατερίνη τη Μεγάλη). Μια απάντηση που συμπυκνώνει όλη την περηφάνεια και την αγάπη τους για την ελευθερία.

Η Ακεραιότητα και η Φιλοξενία

Σε αντίθεση με την άγρια φήμη τους, οι Μανιάτες διακρίνονται για την ακεραιότητά τους. Η κλοπή και η ληστεία είναι άγνωστες έννοιες. Οι πόρτες των σπιτιών μένουν ξεκλείδωτες, με το κλειδί στην τρύπα της αμπάρας, καθώς “οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν στὶς δουλειές τους, τὸν κάματο, τὸ θέρο στὶς ἐλιές, στὸ κυνήγι κτλ. καὶ τὸ κλειδὶ τοῦ σπιτιοῦ τ᾽ ἀφίνουν στὴν τρύπα τῆς ἀμπάρας τῆς ἐξώπορτας κατὰ γενικὸ ἔθιμο.” Το κλειδί της εκκλησίας βρίσκεται πάντα σε μια θυρίδα πάνω από την πόρτα της. Τα θερισμένα στάχυα παραμένουν στα χωράφια μέχρι την καθορισμένη ημέρα της συγκομιδής, και τα ζώα αφήνονται ελεύθερα τη νύχτα το καλοκαίρι. “Ποτέ δὲν κλέψαν οὔτε σπίτι, οὔτε τῆς ἐκκλησιᾶς τὸ λάδι, ποὺ συνήθως εἶναι πολύ… οὔτε ἐλαιόκαρπο, οὔτε ζωντανὸ κανένα, οὔτε σιτηρά θερισμένα ἢ ἀθέριστα.”

Η φιλοξενία είναι έμφυτη σε κάθε Μανιάτη. Ο ξένος που θα βρεθεί στη Ρούγα (την πλατεία του χωριού) προσκαλείται αμέσως σε σπίτι για φαγητό. “Καθένας τὄχει τιμή του νὰ φιλοξενήση ξένο στο σπίτι του.” Η φιλοξενία ενός ξένου θεωρείται ύψιστη τιμή, και η παρέμβαση ενός ξένου για την ειρήνευση εχθρών συχνά αποδεικνύεται αποτελεσματικότερη από αυτή των ντόπιων.

Ακόμη και στα δάνεια, η τιμή είναι πάνω από το χαρτί. Γίνονται μυστικά και χωρίς γραπτές συμφωνίες. “Ὅταν ὁ ὀφειλέτης καταλάβη τὸ θάνατό του, ὁμολογεῖ στοὺς δικούς του τὰ χρέη του.” Ακόμα κι αν δεν προλάβει, οι κληρονόμοι του τα αναγνωρίζουν με τη δήλωση του δανειστή. Η άρνηση πληρωμής θεωρείται ατιμία, ισάξια με την προσβολή της γυναικείας τιμής, και δημιουργεί έχθρα.

dimaristika
Δημαρίστικα

Το Φιλότιμο που Φτάνει στον Παραλογισμό

Η λέξη “φιλότιμο” στη Μάνη αποκτά μια ιδιαίτερη βαρύτητα, σημαίνοντας αξιοπρέπεια, ατομικό και οικογενειακό εγωισμό, ισάξιο της τιμής. Φράσεις όπως «Τὸ φιλότιμο δὲ μοῦ ἐπιτρέπει» ή «δὲ μᾶς ἐπιτρέπει ὑποχώρηση, ἄρνηση, ἀναβολή» είναι συνηθισμένες. Αυτό το φιλότιμο είναι αναπτυγμένο σε υπερβολικό βαθμό, φτάνοντας συχνά στον παραλογισμό. Μια πειραχτική λέξη, μια μικρή ζημιά, μια αντίρρηση, μια φιλονικία, οτιδήποτε μπορεί να μειώσει την ατομική ή οικογενειακή τους θέση, θίγει το φιλότιμό τους και προκαλεί έχθρα.

Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό αφορά τον λοχαγό Θεόδωρο Μεσησκλή από τη Νόμια, “ἄνθρωπος μυαλωμένος καὶ συνετὸς καὶ, ὅπως λέγεται, φίλος καὶ σύμβουλος τοῦ Πετρόμπεη σε μανιάτικα ζητήματα.” Καθόταν στη Ρούγα του Γριαμένου όταν είδε τα δύο αγόρια του, Στυλιανό και Γιαννάκη, να παίζουν με καραβέλλες στο λάκκο Κίττας-Νόμιας. Ξαφνικά, τέσσερα-πέντε μεγαλύτερα παιδιά από την Κίττα άρχισαν να πετροβολούν τις καραβέλλες τους. Άρχισε πετροπόλεμος μεταξύ των παιδιών, με φωνές και βρισιές. Η “μπαλαούρα (φασαρία, φωνές καὶ θόρυβος συγκεχυμένα) τῆς μάχης ἀκουόταν” μέχρι εκεί που καθόταν ο λοχαγός. “Πετάχτη ἀπάνω σὰν ἠλεκτρισμένος, ἀνέβη στην ψηλότερη βραχόπετρα τῆς Ρούγας καὶ φώναξε δυό τρεῖς φορές γιὰ ν᾿ ἀκουστῆ καλὰ ἀπὸ τὰ παιδιά του: «Στελιανέ, Γιαννάκη ! νικημένοι, νὰ μὴ γυρίσετε ζωντανοὶ στὸ σπίτι !…» Ένας συνετός άνθρωπος, αντί να τους πει να μην μαλώνουν για δύο φύλλα φραγκοσυκιάς, τους έσπρωξε στον κίνδυνο, γιατί η ήττα τους ήταν προσβολή ανυπόφορη στην οικογένειά του. Δεν είναι σπάνιο στη Μάνη “βλέπομε συχνά γονεῖς νὰ τιμωροῦν τὰ παιδιά τους, γιατὶ τὰ νίκησαν ἄλλα ὁμήλικά τους.”

Ένα άλλο παράδειγμα τοπικισμού φανερώνεται σε μια παιδική σκηνή: Ο Λεωνίδας κι ο Δικαίος, δύο παιδιά περίπου 10 ετών, παίζουν και μαλώνουν. Ο Λεωνίδας φοβερίζει τον Δικαίο, ο οποίος φαίνεται πιο δυνατός. Ο Δικαίος, κατεβάζοντας τα μάτια, ψιθυρίζει: “Το σπίτι του… εἶναι κοντήτερα!” Έπειτα, όμως, αγριεύει και προτείνοντας τις γροθιές του, λέει στο Λεωνίδα: “Ἕλα, ἂν σοῦ βαστά, στ’ Αὐλίδι!” και τρέχει σε μια τοποθεσία 100 μέτρα μακριά, όπου το δικό του σπίτι είναι πιο κοντά, και από εκεί τον προκαλεί.

Η Σκοτεινή Πλευρά: Το Βάρος της Εκδίκησης

Το μεγαλύτερο ελάττωμα των Μανιατών είναι η εκδίκηση, μια βαθιά ριζωμένη πρακτική που τους υποβιβάζει στα μάτια των άλλων Ελλήνων. Ο φόνος εκδικείται με φόνο, και κάθε προσβολή μπορεί να οδηγήσει σε έχθρα που καταλήγει σε θάνατο. Ο αδικημένος που δεν εκδικείται θεωρείται δειλός και περιφρονείται. Ακόμα και οι ετοιμοθάνατοι παραγγέλνουν στους δικούς τους να τους εκδικηθούν. Ένα μοιρολόγι της γυναίκας του σκοτωμένου Σουρδή το εκφράζει γλαφυρά: Οντε σκοτώθηκε ὁ Σουρδής, / ἐπῆρα τὸ βελέσι μου, / καὶ βγῆκ᾽ ἀπόξω στὴν αὐλή, / καὶ τοῦ σκισα τὸ μπουγαζί, / κ᾿ ἔσκουξα μια σκληρή φωνή, / ἀπὸ τὸν κόσμο ν’ ἀκουστῆ: / Ἐμένα μ’ ἄφησ᾽ ἐντολὴ / τὸ κακοθάνατο Σουρδί, / σὰν μεγαλούση τὸ παιδί, / ποὺ τὸ ντουφέκι νὰ μπορῆ, / να ξεκρεμάση τὸ σαρμά, / νὰ κυνηγήση τὸ φονιά.

Η εκδίκηση δεν στοχεύει πάντα τον δράστη, αλλά συχνά τον «καλύτερο τῆς Γενιᾶς», ακόμα κι αν βρίσκεται μακριά, με σκοπό να αποδυναμώσει την οικογένεια. Οι πιο «φιλότιμοι» είναι συνήθως αυτοί που διαπράττουν αυτά τα εγκλήματα. Δύο παραδείγματα από πριν το 1900 το επιβεβαιώνουν:

  1. “Κατὰ τὸ κυνήγι τῶν ὀρτυκιῶν συναντήθηκαν δυὸ νέοι οἱ ὁποῖοι εἶχαν κάποτε λογομαχήσει.” Ο ένας αφοπλίζει τον άλλον με ένα δίκαννο, λέγοντάς του: “-Κάτου τ᾽ ἅρματα!” Ο αφοπλισμένος δεν πηγαίνει στο χωριό του, αλλά κατευθύνεται κατευθείαν στο Γύθειο, όπου ο ξάδελφος του εχθρού του ήταν ανώτερος δημόσιος υπάλληλος. Βιαζόταν “πρὶν προλάβη νὰ εἰδοποιηθῆ ὁ ὑπάλληλος αὐτός,” έχοντας πάρει δανεικό όπλο. Τηλεγράφημα, όμως, ενημέρωσε έγκαιρα τον υπάλληλο και πρόλαβε το φόνο.
  2. Δύο οικογένειες ήταν εχθροί “γιατὶ ἡ ἰσχυρότερη εἶχε σκοτώσει ἕνα νέο τῆς ἄλλης, γιὰ λόγους γυναικείας τιμῆς.” Η ισχυρότερη οικογένεια είχε τον Δήμαρχο. Όταν ο τέως Δήμαρχος έχασε τις εκλογές και έφυγε για το Λαύριο, “ἕνας ξάδερφος τοῦ σκοτωμένου τῆς ἀδυνατότερης οἰκογένειας, φιλήσυχος ἕως τότε, φιλότιμος καὶ καλὸς καὶ ἀγαπητὸς ἀπὸ ὅλους, πηγαίνει στο Λαύριο, κρατεῖ καρτέρι καὶ σκοτώνει τὸν τέως Δήμαρχο καὶ ξενοκρατεῖ ἀμέσως.” Το φιλότιμο τον παρέσυρε στο έγκλημα.

Ακόμη και για ένα απλό πείραγμα μπορεί να υπάρξει εκδίκηση. Η ιστορία του Καλκαντζή, που, προσβεβλημένος από μια μικρότερη μερίδα σε ένα καμίνι, ανακοίνωσε ψευδώς τον θάνατο της γυναίκας του ξαδέλφου του Λάμπρου, και ο Λάμπρος ανταπέδωσε με την ψευδή είδηση του θανάτου του Καλκαντζή από οχιά, δείχνει την έκταση αυτής της νοοτροπίας. Όταν ο Λάμπρος έφτασε στο χωριό του και βρήκε τη γυναίκα του να βοτανίζει, κατάλαβε αμέσως το παιχνίδι. Στην ερώτηση της γυναίκας του, γιατί ήρθε μόνος, της είπε ταραγμένος: “Ο ξάδερφός μας ὁ Καλκαντζής πέθανε. Τὸν δάγκασε μιὰ ὀχιὰ στο ριζάφτι!” Και περιέγραψε μια φανταστική ιστορία για το πώς η οχιά κρεμόταν από το αφτί του Καλκαντζή. Ο Λάμπρος και η Λαμπραίνα “μπῆκαν στο χωριό τους φωνάζοντας : -᾿Αδέρφι, Καλκαντζή μου! ἀδέρφι, ἀδέρφι… χτυπώντας τὸ στῆθος, μαξουλιώντας το πρόσωπο, ὅπως κάνουν συνήθως στη Μ. Μάνη, ὅταν χάσουν πρόσωπο τοῦ σπιτιοῦ των.” Του Καλκαντζή “τοῦ ᾿καμαν κλάμα, τρίμερο, νιάμερο καὶ θὰ τοῦ ‘καναν καὶ σαράντα, ἂν δὲ γύριζε στὸ μεταξύ ἀπὸ τὴ Μεσσηνία.”

koita
Πυργογειτονιά στην Κοίτα

Οι Πόλεμοι των Γενεών: Ένας Συστηματικός Κώδικας Συγκρούσεων

Οι συγκρούσεις στη Μάνη δεν ήταν τυχαίες συμπλοκές, αλλά πόλεμοι με σαφή αντικειμενικό σκοπό: την επικράτηση και την εξάπλωση μιας «Γενιάς». Ήταν μικρογραφίες κρατικών πολέμων, διεξαγόμενοι με σύστημα και αρχές. Οι γυναίκες είχαν βοηθητικό ρόλο και δεν στοχοποιούνταν, καθώς το να χτυπήσεις γυναίκα θεωρούνταν υποβιβασμός για έναν άνδρα. “Ἂν ἡ γυναίκα χτυπᾶ μὲ πέτρες προσπαθοῦν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο νὰ τὴν ἐξουδετερώσουν. Ἂν ὁπλοφορῆ ἐπιχειροῦν νὰ τὴν ξαρματώσουν, καὶ μόνο σε μεγάλο κίνδυνο μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθῆ ὅπλο ἢ μαχαίρι γιὰ γυναίκα.” Ο σπουδαιότερος ρόλος τους στη μάχη ήταν η ανίχνευση: “Πλησιάζει στις γραμμές τοῦ ἐχθροῦ χωρὶς κίνδυνο.”

Η προετοιμασία για πόλεμο περιλάμβανε διπλωματία (επιγαμίες για απομόνωση του αντιπάλου), προκλήσεις (αγορά γης, ζητήματα βοσκής, κυνηγίου, ακόμα και “βράχου γιὰ πήξιμο ἁλατιοῦ”) και τη σύγκληση της «Γεροντικής», ενός συμβουλίου που αποφάσιζε για την κήρυξη ή όχι του πολέμου. Η κήρυξη του πολέμου γινόταν επίσημα με φωνές, τουφεκιές ή κωδωνοκρουσίες, καθώς “χωρὶς νὰ προηγηθῆ τέτια κήρυξη πολέμου—χωρὶς νὰ καλεστοῦν ἐχθροί, ὅπως λέγεται στὴ γλῶσσα των— κάθε ἐχθρικὴ ἐνέργεια θεωρεῖται ἀτιμωτική.” Μετά την κήρυξη, όλα τα μέσα εξολόθρευσης του εχθρού ήταν θεμιτά, συμπεριλαμβανομένων των «χωσίων» (ενεδρών) ακόμα και μέσα στις αυλές των αντιπάλων. “Ἔχουν σκοτωθῆ ἄνθρωποι καὶ στὸν ὕπνο ἀπὸ τὴν κλιβαν ἢ τῆς σκεπῆς χαμηλών σπιτιῶν ποὺ ἀνέβη νύχτα ὁ ἐχθρός.” Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό του Μπιλαλάκου και του Παυλή από τον Κούνο: Λογομάχησαν στο Λαύριο και κηρύχθηκαν εχθροί. Ο Παυλής έφυγε κρυφά για το χωριό του νομίζοντας ότι ήταν ασφαλής. “Λίγο ὅμως ἀργότερα ἔφυγε κρυφά κι᾿ ὁ Μπιλαλάκος γιὰ τὸν Κούνο, καὶ ἀφοῦ ἔστησε καρτέρι στὸν Παυλή, τὸν σκότωσε.” Το μοιρολόγι δικαιώνει τον Μπιλαλάκο, καθώς είχε “φωνάξει πιστά” την έχθρα στο Λαύριο.

Οι πόλεμοι μεταξύ χωριών οδηγούσαν σε μάχες για την κατάληψη στρατηγικών σημείων και την οικοδόμηση πρόχειρων πυργίσκων με ξερολιθιά, με στόχο την εκδίωξη του ηττημένου. Έτσι δημιουργήθηκαν “50 καὶ πλέον χωριὰ καὶ συνοικισμοὶ στὴ Μ. Μάνη.” Ακόμα και εντός του ίδιου χωριού, οι πόλεμοι γίνονταν με κανόνια για την καταστροφή των πύργων των αντιπάλων. Το συνηθέστερο μέσο ήταν να βάλουν “μέσα ξύλα ἢ ἄχυρα καὶ ν᾿ ἀνάψουν φωτιά, γιὰ νὰ κάψουν εὔκολα τοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι μέσα καὶ τὸν ὑπερασπίζουν.” Αν τα σπίτια ήταν κοντά, “πετοῦν πέτρες στις σκεπές τῶν σπιτιῶν μὲ σκοπὸ νὰ τὰ βουλιάξουν.”

Όταν οι εχθροί ήταν ισόπαλοι, γινόταν «τρέβα» (ανακωχή) για επείγουσες ανάγκες όπως ο θερισμός. Η «αγάπη» (ειρήνη) κηρυσσόταν με μεγάλη επισημότητα, με τους αντιπάλους να δίνουν τα χέρια, να φιλιούνται και να ανταλλάσσουν επισκέψεις. Μετά την ειρήνη, κάθε βλαπτική ενέργεια θεωρούνταν απιστία.

Οι Μανιάτες, ένας λαός με βαθιά ριζωμένες αρχές, ζούσαν σύμφωνα με έναν κώδικα τιμής που διαμόρφωνε κάθε πτυχή της ζωής τους. Η υπερηφάνεια, η ελευθερία, η ακεραιότητα και η φιλοξενία τους συνυπήρχαν με την ακραία εκδίκηση και το παραλογισμό του φιλότιμου, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα τόσο αξιοθαύμαστο όσο και τρομακτικό, έναν λαό που, ακόμα και σήμερα, συναρπάζει με την ανεξάρτητη και αδούλωτη ψυχή του.

Με πηγή: Το βιβλίο του Δημητρίου Β. Δημητράκου-Μεσίσκλη ” Όι Νυκλιάνοι”. Τόμος Ά σελίδες 61-72

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ