Το Τελευταίο Αντίο της Κυριάκαινας.

noxia

Ο αέρας της Μάνης, που συνήθως κουβαλούσε την αλμύρα της θάλασσας και τη μυρωδιά του θυμαριού, σήμερα ήταν βαρύς. Βαρύς από το μοιρολόι που ανέβαινε από το σπίτι της Κυριάκαινας, πένθιμο και διαπεραστικό, σαν κοφτός θρήνος αιώνων. Η Κυριάκαινα, η σεβάσμια γερόντισσα που είχε δει τόσες ζωές να γεννιούνται και να χάνονται σε αυτόν τον τόπο, έκλεινε τα μάτια της για πάντα. Δίπλα της, στη φωτογραφία που στεκόταν στο κομοδίνο, το βλέμμα του Κυριάκου, του άντρα της, έδειχνε ακόμη την περηφάνια της μανιάτικης ψυχής, σαν να την περίμενε.

Η αυλή, συνήθως γεμάτη παιδικά γέλια και τον ήχο του αργαλειού, τώρα ήταν κατάμεστη από σιωπηλές σκιές. Οι γυναίκες, ντυμένες στα μαύρα, κάθονταν σκυθρωπές στα χαμηλά πεζούλια, με τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατα. Η Παρασκευούλα , η κόρη της Κυριάκαινας, με τα μαλλιά της λυμένα και τα μάτια της πρησμένα από το κλάμα, στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι της μητέρας της. Ένιωθε το κρύο της πέτρας να ανεβαίνει από το πάτωμα, ίδιο με το κρύο που είχε αρχίσει να φωλιάζει μέσα της.

Το σπίτι μύριζε θυμίαμα, κερί και μια αδιόρατη μυρωδιά χώματος, σαν να καλούσε πίσω στις ρίζες της η ψυχή της Κυριάκαινας. Στο τζάκι, μια μικρή φλόγα πάλευε να ζεστάνει την ατμόσφαιρα, αλλά η ψύχρα της απώλειας ήταν παντού. Η Φωτεινή, η γειτόνισσα, μια γυναίκα με χέρια σκληρά από τη δουλειά και καρδιά γεμάτη καλοσύνη, είχε αναλάβει το μαγείρεμα του μνημόσυνου. Το άρωμα της βρασμένης κόλλυβας, γλυκό και πικρό συνάμα, αναδιδόταν από την κουζίνα, θυμίζοντας πως η ζωή, ακόμα και μέσα στον θρήνο, συνέχιζε.

Οι αναμνήσεις περνούσαν σαν φευγαλέες σκιές από το μυαλό της Παρασκευούλας. Θυμόταν τη μάνα της, χρόνια πριν, να γέρνει πάνω από τη στέρνα, να αντλεί νερό με την κουρούνα, και να της λέει ιστορίες για τις νεράιδες που ζούσαν στον πάτο της. Θυμόταν τα χέρια της, γερασμένα και ρυτιδιασμένα, να πλάθουν το ψωμί στον ξυλόφουρνο, να καθαρίζουν τα αγριόχορτα για τις πίτες, να υφαίνουν στον αργαλειό τα σεντόνια που τώρα θα σκέπαζαν το νεκρό της σώμα. Και σε κάθε ανάμνηση, ήταν παρών και ο Κυριάκος, ο πατέρας της, ο φύλακας του σπιτιού και της οικογένειας, ο άνθρωπος που η Κυριάκαινα είχε αγαπήσει τόσο βαθιά.

Ήταν τα ίδια χέρια που την είχαν αγκαλιάσει όταν ήταν παιδί, που την είχαν παρηγορήσει στις λύπες της, που την είχαν διδάξει να ζει και να επιβιώνει σε αυτόν τον τόπο. Το πρόσωπο της Κυριάκαινας, παρά τις ρυτίδες του χρόνου και την ασθένεια, διατηρούσε ακόμα την περηφάνια της Μανιάτισσας, την αυστηρότητα και την καλοσύνη μαζί.

“Μάνα μου…” ψιθύρισε η Παρασκευούλα, σκύβοντας απαλά και φιλώντας το παγωμένο μέτωπο. Ένα δάκρυ κύλησε αργά στο μάγουλό της, αλμυρό σαν τη θάλασσα που αγναντεύει η Μάνη. Ήξερε πως η μάνα της δεν έφευγε εντελώς. Το πνεύμα της θα ζούσε στις πέτρες του σπιτιού, στον ήχο του ανέμου που χτυπούσε τα παράθυρα, στο νερό της στέρνας που είχε ποτίσει τόσες γενιές. Και η αγάπη της για τον Κυριάκο θα συνέχιζε να τους φωτίζει.

Ο παπάς άρχισε την νεκρώσιμη ακολουθία. Οι φωνές των παρευρισκομένων, καθώς ψέλνανε, δημιουργούσαν έναν ήχο που γέμιζε το μικρό σπίτι, μια τελευταία αγκαλιά για την Κυριάκαινα. Έξω, ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει, βάφοντας τον ουρανό με αποχρώσεις του χρυσού και του μοβ. Στη Μάνη, ακόμα και ο θάνατος είχε την δική του, επιβλητική ομορφιά, έναν αποχαιρετισμό κάτω από τον αιώνιο ήλιο και την αγέρωχη πέτρα.

Όμορφη Μάνη

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ