Ο Πύργος των Βενετσανάκηδων στην Καστάνια

venetsakis

Στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Ταϋγέτου, σε υψόμετρο 780 μέτρων και 28 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από το Γύθειο, φωλιάζει η γραφική Καστάνια Λακωνίας. Γνωστή και ως Καστάνιτζα, Μικρή Καστάνια, ή Καστάνια Σμύνους, αυτό το ιστορικό χωριό φιλοξενεί ένα σπάνιο θησαυρό: ένα μεγάλο οχυρό συγκρότημα-πυργοκατοικία, ανακαινισμένο και σε άριστη κατάσταση, που ανήκε στην ευρύτερη και ισχυρή οικογένεια των Βενετσανάκηδων.

Η Στρατηγική Θέση και η Ιστορική Σημασία της Καστάνιας

Η Καστάνια δεν είναι απλώς ένα ορεινό χωριό. Η θέση της είναι στρατηγική, καθώς βρίσκεται στο σταυροδρόμι σημαντικών περασμάτων, αποτελώντας έναν φυσικό φρουρό. Στο χωριό σώζονται μέχρι και σήμερα επτά παλιά πυργόσπιτα, όπως αποτυπώνεται στα σχέδια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λακωνίας. Τουλάχιστον τέσσερα από αυτά αποτελούν αξιόλογα αμυντικά συγκροτήματα που μαρτυρούν την ανάγκη για προστασία σε ταραγμένες εποχές.

Ο πύργος που εξετάζουμε, ο οποίος αναφέρεται ως το υπ’ αριθμόν 4 στο σχεδιάγραμμα, είναι το μεγαλύτερο και πιθανότατα το καλύτερα διατηρημένο από τα πυργόσπιτα της Καστάνιας. Αν και δεν είναι ο πύργος που πρωταγωνίστησε στην ιστορική “Μάχη της Καστανίτσας” (αυτή διαδραματίστηκε στο υπ’ αριθμόν 10 πυργόσπιτο, όπου υπάρχει και σχετική αναμνηστική πλάκα), η σημασία του για την οικογένεια Βενετσανάκηδων και την αρχιτεκτονική κληρονομιά είναι ανεκτίμητη.

Η Θρυλική Μάχη του Παναγιώταρου Βενετσανάκου

Η Καστάνια είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ένα από τα πιο ηρωικά επεισόδια της προεπαναστατικής περιόδου: τη μάχη του 1780, όπου ο καπετάνιος-αγωνιστής Παναγιώταρος Βενετσανάκος, μέλος της ίδιας επιφανούς οικογένειας, πολέμησε δίπλα στον Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, πατέρα του μετέπειτα ήρωα Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Γεννημένος στην Καστάνια περίπου το 1742 ή 1745, ο Παναγιώταρος Βενετσανάκος έδρασε κυρίως στην Πελοπόννησο, ξεχωρίζοντας για τον απαράμιλλο ηρωισμό του. Η φήμη του εκτοξεύτηκε το 1779, όταν ο Γαζή Χασάν Τζεζαερλή πασάς, ναύαρχος των Οθωμανών, προσπάθησε να εξασφαλίσει τη συνεργασία των κλεφτών κατά των Αλβανών. Ο Παναγιώταρος και ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης αρνήθηκαν κατηγορηματικά, προκαλώντας την οργή του Τούρκου πασά.

Έτσι, το επόμενο έτος, ο πασάς κατευθύνθηκε στο Γύθειο με την πρόθεση να ανατρέψει την κατάσταση στη Μάνη και να εκδικηθεί τους δύο κλέφτες. Ξανά, ο Παναγιώταρος και ο Κολοκοτρώνης αρνήθηκαν τη συνεργασία. Μαζί με τους 150 άνδρες τους, κλείστηκαν στον πύργο του Παναγιώταρου (εννοείται το υπ’ αριθμόν 10) και ζήτησαν βοήθεια από τα γύρω χωριά. Ωστόσο, ο διερμηνέας των Τούρκων κατάφερε να πείσει τον Μιχαήλ Τροπάκη, ηγεμόνα της Μάνης, να αποσύρει κάθε υποστήριξη.

epigrafi

Αυτό που ακολούθησε ήταν μια άνιση μάχη: 14.000 Οθωμανοί εναντίον μόλις 150 Ελλήνων. Για δώδεκα ολόκληρα μερόνυχτα, οι γενναίοι υπερασπιστές άντεξαν, αντιμετωπίζοντας ένα υπέρτερο αριθμητικά εχθρό. Τελικά, λόγω έλλειψης τροφής, αποφάσισαν μια απεγνωσμένη νυχτερινή έξοδο, με την ελπίδα να διαφύγουν προς τη Δυτική Μάνη. Δυστυχώς, κατά τη διάρκεια της εξόδου, τόσο οι δύο κλέφτες όσο και συγγενείς τους σκοτώθηκαν, αφήνοντας πίσω τους μια κληρονομιά απαράμιλλου θάρρους. Ο πύργος στον οποίο διαδραματίστηκε αυτή η μάχη σώζεται μέχρι και σήμερα, ως διαρκής υπενθύμιση της θυσίας τους.

Ο Πύργος των Βενετσανάκηδων Σήμερα: Ένα Ζωντανό Μνημείο

Ο πύργος που ανήκε στην ευρύτερη οικογένεια των Βενετσανάκηδων στην Καστάνια, αν και δεν ήταν το επίκεντρο της συγκεκριμένης μάχης, αποτελεί ζωντανό παράδειγμα της μανιάτικης πυργοκατοικίας και της στρατηγικής της αρχιτεκτονικής. Η ανακαίνισή του τον έχει διατηρήσει σε εξαιρετική κατάσταση, επιτρέποντας στους επισκέπτες να θαυμάσουν τη δομή και την οχυρωματική του φύση. Η επίσκεψη στην Καστάνια και τον πύργο αυτόν προσφέρει ένα μοναδικό ταξίδι στο χρόνο, σε μια εποχή όπου οι πέτρινοι αυτοί φρουροί αποτελούσαν την καρδιά της αντίστασης και της καθημερινής ζωής στη Μάνη.

O ένδοξος θάνατος των Κολοκοτρώνηδων και των Βενετσανάκηδων και των άλλων κλεφτών της Μάνης, έγινε δημοτικό τραγούδι:

Τ’ έχουν της Μάνης τα βουνά όπου είναι βουρκωμένα;
Καν o βοριάς τα βάρεσε, καν h νοτιά τα πήρε.
Μηδέ νοτιά τα βάρεσε, μηδ’ δ βοριάς τα πήρε,
Παλεύει o καπετάν πασιάς με τον Κολοκοτρώνη.
Στεριά παλεύει o Αλήμπεης μ’ άρματα του πελάγου,
Στην Άρεια που έρριψε τ’ ορδί διαβάζει το φερμάνι.
Ποιος είνε o Παναγιώταρος, ποιόν λεν Κολοκοτρώνη;
Να ‘ρθούν να προσκυνήσουνε, ραγιάδες να γενούνε.
Τ’ ακούει ο Παναγιώταρος, παράξενο του φάνη,
Δεν προσκυνούμ’ Αλήμπεη, ο νους σου μην το βάνη
Τ’ άρματα δεν τα δίδομε, ραγιάδες να γενούμε,
Παρά θα γένη πόλεμος με τόπια, με ντουφέκια.
Κι’ Αλήμπεης, σαν τ‘άκουσε πολύ του κακοφάνη,
Δώδεκα μέρες πολεμάει με τόπια, με ντουφέκια.
Την Κυριακή το δειλινό μεγάλα τόπια βγάλαν,
Καρσί στον Πύργο τόβαλαν, τον πύργο να χαλάσουν.
Βλέπουν τον πύργο κ’ έτρεμε κ’ ήθελε να πέση,
Κ’ οι κλέφταις έπλακωσανε καΐ τα νησιά γιομίσαν.
Κ’ οι Μπαρδουνιώταις πάν κοντά που ξέρουν τα γιατάκια,
Στη Μάρο δεν επήγανε. στην Πάρο και στη Λάρσα.
Που ήτον ο Παναγιώταρος κι ο Γιαννο-Ρουμελιώτης
Πουλάκι επήγε κ’ έκατσε στην έρημη Καστάνια.
Δεν εκελάιδει κ’ έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα.
Πολύ κακό πού πάθανε οι Κολοκοτρωναίοι,
Πού τους εσκλάβωσ’ ή Τουρκιά, τα’ Αλήμπεη τ’ ασκέρι.
Την ταπεινή Αναγνώσταινα την πήραν οι Λαλιώταις,
Τη δόλια την Γεωργάκαινα την παν στην Καλαμάτα.
Κ’ η Κωσταντού ήταν πονηρή κ’ έντύθηκε τα’ ανδρίκια,
Πήρε το αλαφρό σπαθί και το βαρύ τουφέκι
Και με τους άνδρες έσμιξε και πάει τη μέσα Μάνη.
Κ’ Αλήμπεης πού τα’ άκουσε πολύ του κακοφάνη
Δεν είχα Τούρκους εδικούς, δεν είχα παλληκάρια.
Για να την πιάσουν ζωντανή
…………………………………
Πολύ σκοτίδιασε δ ουρανός, πάλι να βρέξει θέλει,
σκοτίδιασε η Μαυρομηλιά και της Μηλιάς ο κάμπος.
Έσύρανε τα ρέματα, έσυραν τα λαγκάδια,
Κ’ εκόπηκε το πέρασμα, κ’ εκόπη το γιοφύρι.
που κει περνάει η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι,
με τα μπαϊράκια τα χρυσά, τοις άσημομπιστόλαις.
Κινάν και πάν’ς την εκκλησιά για να λειτουργηθούνε,
φορούν τα πόσια τα χρυσά, τοις άσημοπαλάσκαις.
Σίντας ξελειτουργήσανε και βγηκαν’ς την κουβέντα,
πετάχτηκε ο Κωσταντής και λέει του Δημητράκη
«Τούτ’ η χαρά που ‘χομ’ εμείς σε λύπη θα μας φέρη,
πολλή Τουρκιά μας έζωσε, ο Θεός να μας γλυτώση».
Τ’ ακούει ο Παναγιώταρος κ’ εσβήστη από τα γέλια,
«Τι λες κουμπάρε Κωσταντή τι λες τι κουβεντιάζεις;
Τίγαρις είναι του Μυστρά να το πατούν οι Τούρκοι;
Ποτέ δεν επατήθηκε της Καστανιάς ο πύργος,
ουδέ ο Τούρκος τον πάτησε, μαϊδέ και δ Αλλαμάνος».
Τρεις περδικούλαις κάθουνται’ς τον πύργο της Καστάνις,
η μία κλαίει τον Κωσταντή, η άλλη το Δημητράκη
κ’ η τρίτη η καλύτερη κλαίει τον Παναγιώτη.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ