Στην ενδοχώρα της Μάνης, σε μια περιοχή που σύμφωνα με τα στιχουργήματα του Νικήτα Νηφάκου εκτείνεται «Από την Κελεφά κι εκεί κατά την Καλαμάτα Ζυγός, Μηλιά, Ανδρούβιστα και όλη η Ζαρνάτα και έως την Αγία Σιών», βρίσκεται ένα από τα πιο σημαντικά θρησκευτικά μνημεία της περιοχής: το μοναστήρι της Παναγίας της Σπηλαιώτισσας. Κτισμένο επί λόφου, πλησιόχωρα του ιστορικού Κάστρου της Κελέφας και παρόχθια του Μυλολάγκαδου, στο χείλος βραχώδους κρημνού, η μονή αυτή αποτελεί ένα Μετόχι του Παναγίου Τάφου και γιορτάζει την 8η Σεπτεμβρίου, ημέρα της Γέννησης της Θεοτόκου.
Για να προσεγγίσει κανείς το μοναστήρι, ακολουθεί τον παλιό δημόσιο δρόμο που οδηγεί στην παραλία του Οιτύλου. Μόλις βγει από το Οίτυλο και αριστερά σε ένα σημείο με πεσμένη αψίδα από δάφνες, ξεκινά ένα μικρό και σύντομο μονοπάτι που οδηγεί στην είσοδο του μοναστηριακού συγκροτήματος μέσα σε μόλις 5 λεπτά.
Ιστορία, Κτήτορες και Τεκμήρια
Η ιστορία της Παναγίας της Σπηλαιώτισσας είναι πλούσια σε θρύλους και τεκμήρια. Η παράδοση την αναδεικνύει ως κτίσμα του Βυζαντινού αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού (1081-1118), ο οποίος φέρεται να ασπάστηκε τον μοναχικό βίο, αγίασε και έγινε θαυματουργός άγιος και προστάτης του Οιτύλου. Λέγεται ότι σε περιόδους επιδημιών στο Οίτυλο, εμφανιζόταν στον ουρανό με δάδα στο χέρι, εκδιώκοντας τον λοιμό.
Περαιτέρω τεκμήρια, που αποδίδονται στην τελευταία εικονογράφηση της μονής περίπου το 1860, ενισχύουν τη σύνδεση με την οικογένεια των Κομνηνών. Οι τοιχογραφίες του ένθρονου Χριστού και της ένθρονης Παναγίας Βρεφοκρατούσας, φέρουν επιγραφές όπως «Δέησις Πατρικίου Πατρικαρέα (Στεφανόπουλου Κομνηνού) των από Οίτυλο» και «Δέησις Πατρικίου Πατρικουνάκι (Στεφανόπουλου Κομνηνού) των Κελεφά». Αυτό υποδηλώνει ότι το μοναστήρι ανήκε ή προστατευόταν από μέλη του βυζαντινού Οίκου των Στεφανοπουλιάνων-Κομνηνών του Οιτύλου και των κλάδων τους που διέμεναν σε γύρω χωριά όπως η Κελεφά, το Βαχό και το Σκαμνάκι. Μια εξίτηλη επιγραφή άνωθεν της εισόδου του Ιερού αναφέρει επίσης «…ανακαινιστών δούλων επωνομα… δι’ εξόδου (Μαλευρη εις άφεσιν ψυχών γονέων αυτών», υποδεικνύοντας τις καλές σχέσεις της βυζαντινής πατριάς Μαλεύρη με τους Στεφανόπουλους Κομνηνούς.
Ακόμη, η Αυρηλία Ορλώφ, σύζυγος του Ρώσου Ορλώφ που βρέθηκε στο Οίτυλο το 1770 για την προετοιμασία της επανάστασης των Μανιατών, φέρεται να επισκέφθηκε το μοναστήρι, καθώς μια επεξεργασμένη επί βράχου επιγραφή στη θέση Λαγκάδι (Μυλολάγκαδο) αναγράφει «Αυρηλία Ορλώφ 1770».
Το Θείο Όραμα και η Θαυματουργή Ανεύρεση της Εικόνας
Πέραν των ιστορικών τεκμηρίων, η μονή συνδέεται στενά με μια συγκλονιστική παράδοση για την ανεύρεση της ιεράς εικόνας της Παναγίας. Κάποιος ευσεβής και διακεκριμένος κάτοικος του Οιτύλου είδε ένα θείο όραμα: του φανερώθηκε ο Κύριος και του υπέδειξε να μεταβεί σε ένα απροσπέλαστο, κρημνώδες σπηλαίωμα στο Μυλολάγκαδο για να βρει τη θαυματουργή εικόνα.
Αφού κοινοποίησε το όραμα στον πνευματικό του, ο άνδρας, γεμάτος πίστη και ευλάβεια, κατέβηκε με πολλές προφυλάξεις στο δύσβατο σπήλαιο. Καθώς εισερχόταν, μια υπερκόσμια λάμψη φώτισε τον χώρο, και αντίκρισε την εικόνα της Παναγίας να φεγγοβολά και να ακτινοβολεί, προκαλώντας αγαλλίαση και θείο φωτισμό σε όλους τους συνοδούς του. Εξαίφνης, εμφανίστηκε μπροστά τους μια ουράνια οπτασία: ένας χορός αγγέλων και αγίων που υμνολογούσαν τον Θεό και τη Θεοτόκο, παρασύροντας όλους τους παρευρισκόμενους σε δοξαστικά άσματα.
Μετά το γεγονός της ανεύρεσης, ο κόσμος άρχισε να συρρέει για προσκύνημα. Ωστόσο, η επικίνδυνη μορφολογία του εδάφους προβλημάτισε τους άρχοντες. Αποφασίστηκε λοιπόν να μεταφέρουν την εικόνα στο Κρυονέρι, όπου το έδαφος ήταν ομαλό, για να χτίσουν εκεί εκκλησία αφιερωμένη στη Γέννηση της Θεοτόκου. Ωστόσο, ένα διαρκές θαύμα συνέβη: κάθε φορά που οι εργασίες ξεκινούσαν αλλού, η ιερά εικόνα και τα εργαλεία των μαστόρων εξαφανίζονταν τη νύχτα και ξαναβρίσκονταν στο αρχικό σπήλαιο του Μυλολάγκαδου. Αυτή η εξαφάνιση συνεχίστηκε για έξι μήνες, παρά τους φρουρούς που τοποθετήθηκαν. Τελικά, η θεία βούληση επικράτησε, και η εκκλησία και το μοναστήρι χτίστηκαν στη σημερινή τους θέση, μέσα στον βράχο.
Κτιριολογική Διάταξη και Σημερινή Κατάσταση
Η Μονή της Παναγίας της Σπηλαιώτισσας περιβάλλεται από ένα υψηλό περίτείχισμα για λόγους ασφαλείας. Η είσοδος στον περίβολο βρίσκεται στη νότια πλευρά και είναι μια αψιδωτή θύρα με κόγχη στο υπέρθυρο, όπου κάποτε υπήρχε τοιχογραφία της Παναγίας.
Εντός του περιβόλου της Ιεράς Μονής υπάρχουν:
- Η εκκλησία της Γέννησης της Θεοτόκου, χτισμένη στο παρόχθιο σπηλαίωμα του βράχου, μέσα στο φαράγγι του Μυλολάγκαδου.
- Η εκκλησία της Αγίας Άννας, η οποία βρίσκεται στον περίβολο της Μονής σε υπερυψωμένη θέση.
- Διάφορα άλλα κτίσματα που εξυπηρετούσαν τις δραστηριότητες και τις ανάγκες των μοναχών. Αυτά περιλάμβαναν το αρχονταρίκι-καθιστικό (γνωστό ως «Παλάτι»), την τραπεζαρία, τον πύργο-ηγουμενείο, τα κελιά, ένα ελαιοτριβείο, έναν φούρνο, κατώγια για τα ζώα, έναν αλογόμυλο και χειροκίνητο αλευρόμυλο. Η ύπαρξη τόσο πολλών χώρων δείχνει την παλαιά άνθηση και σοβαρή προσφορά της Μονής, η οποία, όπως αναφέρει ο δήμαρχος Καρυουπόλεως το 1851, παρείχε «τροφήν σε ενδεείς, άσυλον εις τους ξένους, συνεισφορές εις τον υπέρ Ανεξαρτησίας Αγώνα και παιδείαν εις την νεολαίαν και πολλάς άλλας ωφελείας προσέφερον εις τον τόπον».
Ο επισκέπτης, για να φτάσει στον κυρίως ναό της Παναγίας, περνά από μια αψιδωτή θύρα και κατεβαίνει είκοσι επτά (27) σκαλιά σε ένα μικρό σπηλαίωμα που λειτουργεί ως οστεοφυλάκιο. Από εκεί συνεχίζει την κάθοδο για να φτάσει στο σπηλαίωμα όπου βρίσκεται ο ιερός τόπος ανεύρεσης της θαυματουργής εικόνας και ο ίδιος ο ναός.
Αρχιτεκτονική του Ναού και Ιδιαίτερα Χαρακτηριστικά
Ο ναός είναι μονοκάμαρος (εσωτ. διαστ. 7×1,90μ.) με ημικυκλική στέγαση. Η θύρα εισόδου είναι τοξωτή (εσωτ. διαστ. 2,10×0,78μ.) με δίλοβο παράθυρο άνωθεν αυτής. Το σπηλαίωμα όπου είναι χτισμένος ο ναός στενεύει, καταλήγοντας σε ένα μικρό Ιερό (εσωτ. διαστ. 3×1,50μ.) που βρίσκεται υψηλότερα από το δάπεδο του κυρίως ναού. Μεταξύ του κυρίως ναού και του Ιερού υπάρχει, στη βόρεια πλευρά προς τη μεριά του φαραγγιού, ένα παράθυρο-αεραγωγός (εσωτ. διαστ. 0,27×0,28μ.).
Το εσωτερικό του ναού είναι κατάγραφο με τοιχογραφίες. Μια τομή στον τοίχο έχει διαπιστώσει την ύπαρξη τριών επάλληλων στρωμάτων, γεγονός που αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για την παλαιότητά του. Στο βόρειο μέρος της τοιχοδομής υπάρχουν δύο μονόλοβα παράθυρα για φωτισμό. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι το κοίλωμα στον αριστερό βορινό τοίχο, με κυκλικό βαθούλωμα στη βάση του, το οποίο δεχόταν την εκροή των σταγόνων ύδατος από τον βράχο – το λεγόμενο αγιονέρι. Στο μέσο του νότιου τοίχου του ναού, κοντά στο προσκυνητάρι, υπάρχει μια εσοχή-κόγχη (εσωτ. διαστ. 0,33×0,36μ.) μέσα στον συμπαγή βράχο, όπου βρισκόταν το αγίασμα, το «δάκρυ της Παναγίας».
Η Παναγία η Σπηλαιώτισσα, παρά τις φθορές του χρόνου και την εγκατάλειψη που υπέστη στο παρελθόν, παραμένει ένα σημαντικό και σπουδαίο ιερό προσκύνημα με ευρύτερη απήχηση, μαρτυρώντας την πλούσια θρησκευτική, ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της Μάνης.
Όμορφη Μάνη





