Ο Νίκος Καζαντζάκης, ένας νεαρός νομικός με οραματιστικό πνεύμα, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, αναζητούσε έναν τρόπο να αποφύγει την επιστράτευση. Η λύση που βρήκε ήταν να επενδύσει στην αγορά ενός μεταλλείου στη Μάνη. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι οι επιχειρηματίες και οι εργαζόμενοι σε μεταλλεία που θεωρούνταν κρίσιμα για την πολεμική προσπάθεια δεν στρατεύονταν.
Έτσι, ο Καζαντζάκης αγόρασε το μεταλλείο της Πραστοβάς, κοντά στη Στούπα της Μάνης. Στην επιχείρηση αυτή συνεργάστηκε με τον Γιώργη Ζορμπά από το Κολυντρό της Μακεδονίας, και μαζί ασχολήθηκαν με την εξόρυξη λιγνίτη. Το μεταλλείο ξεκίνησε τη λειτουργία του στις 2 Απριλίου 1916, και ο Καζαντζάκης έφτασε στη Μάνη το φθινόπωρο, όπου και έμεινε για περίπου δύο χρόνια.
Η αληθινή ιστορία με τον Γιώργη (και όχι τον Αλέξη Ζορμπά, όπως παρουσιάστηκε στο βιβλίο) έλαβε χώρα στη Μάνη κατά την περίοδο της κοινής τους παραμονής εκεί. Μάλιστα, η περίφημη σκηνή του χορού από την ομώνυμη ταινία, όπου ο Άντονι Κουίν υποδύθηκε τον Ζορμπά, διαδραματίστηκε στην αμμώδη παραλία της «Καλογριάς» στη Στούπα.

Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη περιγράφει μια τέτοια στιγμή:
«(…) Ο Ζορμπάς έμεινε με μισάνοιχτο στόμα, πολεμούσε να καταλάβει, δεν τολμούσε να πιστέψει τόση ευτυχία. Άξαφνα πήκε στο νόημα, χύθηκε απάνω μου, με άρπαξε από τον ώμο. – Χορεύεις; Με ρώτησε με λαχτάρα, χορεύεις;
- Όχι. — Όχι;!… Κρέμασε τα χέρια κατάπληκτος.
- Καλά, είπε σε λίγο, τότε να χορέψω εγώ, αφεντικό. Στάσου πιο πέρα, να μη σε αναποδογυρίσω. Χάι! Χάι! Έδωκε ένα σάλτο, πετάχτηκε όξω από την παράγκα, πέταξε τα παπούτσια, το σακάκι, το γιλέκο, ανασήκωσε τα πανταλόνια ως το γόνατο, άρχισε να χορεύει. Το μούτρο του, μουντζαλωμένο ακόμα από το κάρβουνο, ήταν κατασκότεινο, τα μάτια του γυάλιζαν κάτασπρα. Χύθηκε στο χορό, χτυπούσε τα παλαμάκια, πηδούσε, στρουφογύριζε στον αέρα, έπεφτε κάτω με λυγισμένα γόνατα κι αντιπηδούσε ανάερα καθιστός, σα λάστιχο. Άξαφνα τινάζουνταν πάλι αψηλά στον αγέρα, σαν να το ‘χε βάλει πείσμα να νικήσει τους μεγάλους νόμους, να κάνει φτερά και να φύγει. Ένοιωθες μέσα στο σαρακοφαγωμένο αυτό τα γαριασμένο κορμί την ψυχή να μάχεται να συνεπάρει τη σάρκα να χυθεί μαζί της, αστροβολίδα, μέσα στο σκοτάδι. Τίναζε η ψυχή το κορμί, κι αυτό έπεφτε, δε βαστούσε πολλά ώρα στον αγέρα, το ξανατίναζε, ανήλεη, λίγο τώρα πια αψηλά, μα πάλι το έρευν ξανάπεφτε αγκομαχώντας. Ο Ζορμπάς μάζευε τα φρύδια, το πρόσωπό του είχε πάρει ανησυχιαστικιά σοβαρότητα δε σκλήριζε πια, με σφιγμένα τα δόντια α Ζορμπάς μάχουνταν να φτάσει το αδύνατο».
Σε άλλο σημείο του βιβλίου, ο Ζορμπάς εκφράζει την πρακτική του φιλοσοφία:
«(…) Μην κακοκαρδίζεις, αφεντικό, δεν βρίσκεις άκρα, άλλα λόγια, ρε παιδιά. Εγώ συλλογίζουμαι την ώρα ετούτη το φαΐ, την κότα και το πιλάφι. (…) Ας φάμε πρώτας, ας σαβουρώσουμε πρώτας, κι ύστερα βλέπουμε. Ένα-ένα με τη σειρά του. Τώρα μπροστά μας είναι πιλάφι, αύριο θα ‘ναι μπροστά μας λιγνίτης, λιγνίτης το λοιπόν ο νους μας. (…) Όχι μισές δουλειές-κατάλαβες;»
Αυτό το απόσπασμα σκιαγραφεί την περίοδο της παραμονής του Νίκου Καζαντζάκη στη Μάνη και τη γνωριμία του με τον Γιώργη Ζορμπά, μια σχέση που αποτέλεσε την έμπνευση για ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της ελληνικής λογοτεχνίας.
Διάβασε κι αυτό:






