Η Σιωπή της Μάνης: Ένας Τόπος που Άδειασε

mani

    Για τη Μάνη, γη σκληρή και περήφανη, οι αιώνες κυλούσαν σημαδεμένοι από αδιάκοπες μετακινήσεις πληθυσμών. Σαν ένα άπαρτο κάστρο που στέκονταν αγέρωχο μέχρι την Επανάσταση του 1821, φιλοξενούσε όσους δεν έβρισκαν αλλού καταφύγιο. Ήδη από τις αρχές του 17ου αιώνα, δέχονταν στην αγκαλιά της ομάδες ανθρώπων που δραπέτευαν από τη σκλαβιά ή τον διωγμό.

Όμως ο πληθυσμός μεγάλωνε, η γη παρέμενε άγονη, οι τοπικές βεντέτες φλόγιζαν και η εξασθένηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άνοιγε νέους δρόμους. Έτσι, μετά το 1600-1650, άρχισαν οι αναχωρήσεις, αρχικά από τη χερσόνησο του Ταινάρου προς τις εύφορες πεδιάδες της Μεσσηνίας και της Λακεδαίμονος. Μην απορήσετε λοιπόν αν συναντήσετε Μανιάτες στα Γιάννενα, στο νησί της λίμνης Παμβώτιδας, ή στο Διδυμότειχο, ή ακόμη και στις μακρινές ακτές της Νότιας Αμερικής και της Αυστραλίας. Η Μάνη, απόρθητο καταφύγιο, μετατρεπόταν σιγά σιγά σε πύλη για τον κόσμο.

Τις μεταναστεύσεις των αρχών του εικοστού αιώνα και εκείνες της ταραγμένης δεκαετίας 1940-1950 τις είδαμε στα προηγούμενα κεφάλαια. Όμως η ζωή παρέμενε βαθιά αγροτική και η φτώχεια τύλιγε σαν πέπλο τους κατοίκους. Πέρα από τους παλιούς γνώριμους λόγους – τον υπερπληθυσμό που ασφυκτιούσε σε στενό χώρο, την κατάτμηση της γης σε μικρά και άγονα κομμάτια, τις αιώνιες έχθρες και τις βεντέτες που δηλητηρίαζαν την ατμόσφαιρα – η πολιτικά φορτισμένη δεκαετία όξυνε τα προσωπικά πάθη και για πολιτικούς λόγους. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η ακαταμάχητη ανάγκη για μόρφωση ανώτερου επιπέδου φώτιζε σαν φάρος την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, συμπληρώνοντας έτσι την εικόνα των αιτιών της νέας φυγής.

Όταν οι άνθρωποι επέστρεφαν στα χωράφια τους μετά τις περιπέτειες, στην προσπάθεια να ξαναβρούν τους κανονικούς ρυθμούς, αντιμετώπιζαν μια σκληρή πραγματικότητα. Οι τιμές των προϊόντων τους είχαν κατρακυλήσει στο μηδέν, τα μεροκάματα ήταν πενιχρά και οι δουλειές στα δημόσια έργα, κυρίως στην κατασκευή δρόμων, προορίζονταν για λίγους τυχερούς. Οι ανάγκες όμως μεγάλωναν και οι δυσκολίες της ζωής έμοιαζαν αξεπέραστες.

Η επιβίωση είχε γίνει ένας εφιάλτης. Η ύπαιθρος ήταν ρημαγμένη. Τα ελάχιστα ψίχουλα της αμερικανικής βοήθειας που έφταναν στην επαρχία, καταλήγονταν στις αρπακτικές διαθέσεις των ισχυρών του κέντρου. Η Πολιτεία φαινόταν ανίκανη να στηρίξει ουσιαστικά τον πληθυσμό, οδηγώντας τον εμμέσως στην εγκατάλειψη της υπαίθρου και στον εγκλωβισμό στην Αθήνα. Η εκβιομηχάνιση είχε αρχίσει. Τα εργοστάσια υψώνονταν στην πρωτεύουσα, όπου άνοιγαν νέες θέσεις εργασίας, απορροφώντας τα εργατικά χέρια που έφευγαν από τα χωράφια. Η αρχική αυτή οικοδομική φρενίτιδα κατέστρεψε και την άλλοτε αρχοντική πόλη. Η Παλιά Αθήνα, υποκύπτοντας στην αλόγιστη αστικοποίηση, μεταμορφώθηκε σε μια άχαρη τσιμεντούπολη, με τον Ιλισσό μπαζωμένο και τον Κηφισσό να υποφέρει από τη ρύπανση, όλα αυτά κάτω από το σιωπηλό βλέμμα του Παρθενώνα.

mani prosiliaka

Και η Μάνη μαράζωνε, σαν μια γέρικη βελανιδιά στην καρδιά του χειμώνα. Η ξενιτιά έμοιαζε με θάνατο και τα τραγούδια της ηχούσαν σαν μοιρολόγια. Ο καθένας έβαζε σε κίνηση όποιο «μέσο» διέθετε ή έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να βρει μια δουλειά στην Αθήνα και να φύγει. Έφευγαν, αφήνοντας πίσω τους μια πέτρα, σαν να έλεγαν «να φύγω και να μη ξαναγυρίσω». Οι προθάλαμοι των πολιτικών γραφείων ασφυκτιούσαν κάθε μέρα από ανθρώπους που αναζητούσαν εργασία, με το «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων» να αποτελεί ένα ισχυρό όπλο.

Έτσι, ο Μανιάτικος Κρανίου Τόπος, εκτός από σκληρός, γινόταν και έρημος. Θλιβερές φιγούρες, κάποιες μαυροφορεμένες γυναίκες, σέρνονταν μέχρι το νεκροταφείο για να κάψουν λίγο λιβάνι στη μνήμη αυτών που έφυγαν.

Οικισμοί ερήμωναν, σπίτια κατέρρεαν σιωπηλά, γειτονιές και δρόμοι άδειαζαν από ζωή, χωράφια ρήμαζαν και άγρια χόρτα τα κατέκλυζαν, αμπέλια και ελιές εγκαταλείπονταν, πνιγμένα από βάτα και άγρια δέντρα. Μονοπάτια έκλειναν, σβήνοντας κάθε ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Στα παλιοχώραφα και τις πλαγιές δεν αντηχούσαν πια τα τραγουδομοιρολόγια και οι φωνές, ούτε τα κουδούνια των γιδοπροβάτων και τα βελάσματά τους. Οι καμπάνες των περισσότερων εκκλησιών σιγούσαν, οι ιερείς έφευγαν ή πέθαιναν, και για μια κηδεία ή ένα μνημόσυνο στα μικρά χωριά έπρεπε να έρθει ιερέας από το πλησιέστερο μεγάλο χωριό ή από τη μητρόπολη του Γυθείου. Πολλοί ιερείς λειτουργούσαν επιταφίους και αναστάσεις σε τρία ή τέσσερα χωριά την ίδια νύχτα.

Οι γάμοι και οι βαπτίσεις είχαν γίνει εξαιρετικά σπάνιο γεγονός. Μικροί οικισμοί είχαν ερημώσει εντελώς. Στα μεσαίου μεγέθους χωριά, συναντούσες έναν άνθρωπο στην μια άκρη και έναν άλλον στην άλλη, και μόνο στα μεγαλύτερα υπήρχε κάποια κίνηση, η οποία όμως τον χειμώνα έπεφτε αισθητά. Οι αριθμοί των απογραφών μιλούν από μόνοι τους.

Το 1928, οι κοινότητες της Αρεόπολης είχαν 1400 κατοίκους, η Κίττα 1432, ο Κούνος 1024, η Μίνα 1089, το Οίτυλο 1476, ο Πύργος Διρού 1797 και ο Βαχός 556. Το 1940, η Λάγεια είχε 1193, ο Κότρωνας 1591, η Αρεόπολη 1379, η Κίττα 1118, η Μίνα 1332, το Οίτυλο 1474, ο Πύργος 1670 και ο Βαχός 580. Το 1950, η Αρεόπολη ως οικισμός, χωρίς τους γύρω οικισμούς, είχε 895 κατοίκους και το Οίτυλο 632. Το 1961, πάλι ως οικισμός, η Αρεόπολη είχε 834 και το Οίτυλο 536. Το 1971, οι οικισμοί της Αρεόπολης είχαν 674, το Οίτυλο 399 και η Τσίπα μόλις 37. Το 1981, η Αρεόπολη είχε 611 κατοίκους ως οικισμός και 738 ως κοινότητα, ο Κούνος 328, η Κίττα 434, η Μίνα 360, ο Πύργος 581, το Οίτυλο 287 ως οικισμός και 507 ως κοινότητα, ο Βαχός 120 και η Τσίπα (Νέο Οίτυλο) 44.

Οι αριθμοί αυτοί, ωστόσο, δεν θα πρέπει να θεωρηθούν απόλυτα ακριβείς, δεδομένου ότι κατά τις ημέρες των απογραφών αρκετοί Μανιάτες επέστρεφαν για λίγο.

Κείμενο-Φωτό Όμορφη Μάνη

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ