Στην καρδιά της Μάνης, εκεί όπου η πέτρα συναντά τη θάλασσα και οι παραδόσεις σφυρηλατούνται από τον άνεμο του Ταϋγέτου, στέκει η Ρούγα. Δεν είναι απλώς ένας τόπος, αλλά μια ζωντανή καρδιά κάθε χωριού, κάθε γειτονιάς. Ο Μανιάτης, λένε, ζει στη Ρούγα κι όχι στο σπίτι. Μόλις το πρώτο φως της ημέρας χαράξει, άντρες, γυναίκες και παιδιά σπεύδουν εκεί, για να επιστρέψουν μονάχα για το μεσημεριανό φαγητό και να ξαναβρεθούν στη ζεστασιά της μέχρι τη νύχτα. Μόνο όσοι έχουν εχθρούς αποσύρονται πριν το σούρουπο.
Οι Ρούγες είναι σοκάκια πλακόστρωτα ή πλατύτερα μέρη, άλλοτε ξάστερα κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο και άλλοτε σκιερά, πάντα όμως απάνεμα τον χειμώνα, προστατευμένα από τον ορμητικό βοριά που κατεβαίνει από τις λαγκαδιές. Γύρω τους απλώνονται πεζούλια, προσκαλώντας τους ανθρώπους να καθίσουν, ξεχωριστά άντρες και γυναίκες, και να αφήσουν την κουβέντα να κυλήσει. Κάποιες Ρούγες, ωστόσο, παραμένουν απλά βραχότοποι, άγγιχτοι από ανθρώπινο χέρι.
Στη Ρούγα των αντρών, οι ιστορίες από μακρινά ταξίδια ζωντανεύουν, οι συζητήσεις για το καλύτερο τουφέκι, την πιο κοφτερή κάμα ή το πιο γερό σιλάχι φουντώνουν. Δοκιμάζονται οι ικανότητες στο σημάδι, στο πήδημα, στην πέτρα, στο κυνήγι. Οι όμορφες και οι άσχημες του κάθε χωριού γίνονται αντικείμενο σχολιασμού, ενώ οι δουλειές, τα ζώα και οι ελιές περνούν σε δεύτερη μοίρα.

Οι γυναίκες έχουν τις δικές τους Ρούγες, πιο οικείες, της γειτονιάς. Εκεί, λίγο πιο πέρα από τους άντρες, παρακολουθούν τις συζητήσεις τους, με τη ρόκα στο χέρι ή το μωρό στην ποδιά, και μοιράζονται τις δικές τους έγνοιες: ποιανού το παιδί έχει παρέα ή κοιμάται ήσυχα, ποια γεννά εύκολα και ποια δύσκολα, ποιανού το κουκί φουσκώνει, ποια δεν βράζει καλά τα λάχανα, ποια κάνει το πιο λεπτό γαζί ή όμορφα πολυμίτια. Συζητούν για το καλό ψωμί, για το λάδι που τσαγγίζει αν δεν το “γυρίσουν” τον Απρίλη. Οι αρετές που εξυμνούνται είναι να είναι καλή μυρολογίστρα και να πλάθει καλό χυλό, να φέρνει τα πιο μεγάλα και καλά μπλεῦρα ξύλα από το βουνό, να αλέθει το πιο ψιλό αλεύρι, να μην χάνει αποχιά στο κυνήγι ορτυκιών και να φροντίζει καλά το θροφάρι της.
Όμως, στην κορυφή των συζητήσεων της Ρούγας στέκουν πάντα τα πολιτικά, οι παλιές και νέες έχθρες, οι πόλεμοι, διάφορα επεισόδια, ανδραγαθίες, μυρολόγια και σάτιρες. Τα πάντα και όλοι κρίνονται ανελέητα. Η κριτική δεν σταματά στις πράξεις, αλλά διεισδύει στον χαρακτήρα, στην ψυχή, ακόμα και στη σωματική διάπλαση, γιατί ο Μανιάτης δεν θεωρεί κανέναν ανώτερό του και επιδιώκει να βρει ελαττώματα σε όλους, ανεξάρτητα από τη θέση τους. Στη Ρούγα γίνεται λεπτομερής εξέταση των ανθρώπων, ιδίως των “μεγάλων”. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σοφή κουβέντα του μπάρμπα Μιχάλη για τον αγαπημένο του γιο Παναγιώτη: «Αν ο Παναγιώτης μου είχε δυο δάχτυλα σβέρκο ακόμα, θα ήταν ο ωραιότερος άντρας!».

Η Ρούγα όμως είναι και χαρά. Εκεί, ο καθένας επιδεικνύει τα εύθυμα που γνωρίζει, ιστορίες για γνωστούς και άγνωστους. Οι νέοι σκαρώνουν έξυπνες φάρσες, δείχνοντας το λεπτό τους πνεύμα. Όπως η ιστορία με τον Δημάκη και τον Δρακούλη, που ενώ συζητούσαν τι θα έκαναν αν έβρισκαν θησαυρό, ο Δημάκης “μοίρασε” χαλίκια σε όλους, όλο και περισσότερα στον καθένα. Στον Δρακούλη, που καθόταν ασκελωτά, έριξε μια διπλοφουχτιά και μετά κι άλλη, στην τρύπα της βράκας του. Ο Δρακούλης ενθουσιάστηκε από την “προτίμηση” και πήγε να αγκαλιάσει τον Δημάκη, αλλά τα χαλίκια τον τράβηξαν κάτω, προκαλώντας ακατάσχετο γέλιο σε όλη τη Ρούγα.
Για τα παιδιά, η Ρούγα είναι ένας άλλος κόσμος. Όταν οι μεγάλες συζητήσεις δεν τους ενδιαφέρουν, έχουν τα δικά τους θέματα: αινίγματα, γλωσσοδέτες, και παιχνίδια γνωριμιών, όπου ρωτούν για οικογένειες του τόπου ή και ξενιτεμένες, μαθαίνοντας από μικρά να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον με κάθε λεπτομέρεια.
Έτσι, η Ρούγα, παρότι ίσως εμποδίζει κάποιους από την εργασία, είναι ένα εξαιρετικό μορφωτικό κέντρο. Ένα άτυπο σχολείο, ένα φροντιστήριο που εξασκεί τους ανθρώπους στην παρατήρηση, τη σκέψη και την κρίση. Εκεί αναγνωρίζονται από νωρίς όσοι διαθέτουν φυσικά πλεονεκτήματα: οι έξυπνοι, οι μορφωμένοι, οι δραστήριοι, οι εύγλωττοι, οι θαρραλέοι, οι τίμιοι. Η Ρούγα είναι η κυδιάνειρα Αγορά των αρχαίων Ελλήνων, που αναδεικνύει και δοξάζει τους άντρες.
Και όταν πέφτει η νύχτα του καλοκαιριού, και η φαντασία οργιάζει, στη Ρούγα ζωντανεύουν ιστορίες για φαντάσματα: φουσάτα, στρίλες, βρυκόλακες, τον διάβολο της Μακρινάς. Πιστεύουν πως ο πεθαμένος, πριν σαραντίσει, γίνεται βρυκόλακας και τρώει τον χυλό που αφήνουν να κρυώσει. Πως το αίμα του θύματος φωνάζει την προηγούμενη μέρα και παραμένει στο σημείο του φόνου, και για να το απομακρύνουν, σκαλίζουν έναν σταυρό σε μια ριζόπετρα. Φαντάσματα γυρίζουν στα ρημοκλήσια, τα νεκροταφεία, τα σταυροδρόμια. Οι στρίλες παίρνουν τους ανθρώπους από τα σπίτια τους και τους βασανίζουν τη νύχτα – αυτούς τους λένε “στριλαπαρμένους”, δηλαδή υπνοβάτες. Και ο διάβολος της Μακρινάς, τρομερός, πρωταγωνιστεί σε πολλές ιστορίες, όπως αυτή της απλοϊκής γριάς Γιαννούς που, συναντώντας έναν άντρα ντυμένο ευρωπαϊκά, νόμισε πως ήταν ο διάβολος και τον έφτυσε για να τον ξορκίσει.
Τέλος, στη Ρούγα συζητούνται και τα όνειρα. Κάθε άντρας και γυναίκα διηγείται τα όνειρα της νύχτας, και οι ηλικιωμένοι τα εξηγούν. Υπάρχει μια γενική βάση: τα όνειρα “ξεδιαλύνονται” αντίθετα από ό,τι τα βλέπουμε. Τα γλυκά σημαίνουν πίκρες, τα λουλούδια λύπες, η εκκλησία δικαστήριο, το ξέσκεπο σπίτι τάφο, τα αυγά λόγια, η φυλακή λευτεριά, οι ψείρες λεφτά. Όμως, δεν τηρείται πάντα αυτός ο κανόνας. Αν ονειρευτείς τουφέκι, η οικογένειά σου θα αποκτήσει αγόρι. Αν ονειρευτείς μαντήλι, κορίτσι. Τα γένια και τα μαλλιά σημαίνουν στενοχώρια, τα πουλιά ζημιά, και το νερό στον δρόμο δυσκολίες. Λένε πως τα όνειρα της Κυριακής βγαίνουν είτε την ίδια μέρα είτε μέσα στον χρόνο, και πως όταν ανακατεύονται τα χώματα, τα όνειρα δεν σημαίνουν τίποτα. Αν το όνειρο είναι μεγάλο, ρωτούν τι έφαγες και πώς κοιμήθηκες, αποδίδοντάς το σε δυσπεψία ή κακή κατάκλιση. Ένα όνειρο μπορεί να μην αφορά αυτόν που το είδε, αλλά κάποιον άλλον με το ίδιο όνομα. Εκτός από τη διάκριση των καλών και κακών ονείρων, υπάρχουν και γέροι σοφοί στην ερμηνεία τους, που ρωτούν για κάθε λεπτομέρεια, όπως ο γιατρός το ιστορικό του ασθενούς, και δίνουν εξηγήσεις για όλα. Αυτούς τους γέροντες τους εκτιμούν και τους πιστεύουν.
Έτσι κυλά η ζωή στη Ρούγα της Μάνης, ένα μωσαϊκό από καθημερινότητα, ιστορίες, χιούμορ, κρίση, δεισιδαιμονίες και όνειρα, ένα ζωντανό σύμβολο της κοινότητας και της ψυχής των ανθρώπων της.
Με πηγές από το βιβλίο Δημητρίου Β.Δημητράκου-Μεσίσκλη “Οι Νυκλιάνοι”.
Οι φωτό είναι από το λεύκωμα του Γ.Βουρλίτη ” Εικονοβίβλος της Μάνης” Εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη. Γ.ΠΔημακόγιαννης
Όμορφη Μάνη





